Όταν μιλάμε για στέγη όλοι έχουμε στο μυαλό μας πως αυτό το πρόβλημα δεν αγγίζει την Ελλάδα λόγω υψηλού ποσοστού ιδιοκατοίκησης συγκριτικά με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι όμως αυτή η πραγματικότητα ή μήπως τα δεδομένα έχουν αλλάξει; Πριν δούμε όμως τα δεδομένα πρέπει να ξέρουμε τα εξής. Το ελληνικό κράτος ποτέ δεν άσκησε φιλόδοξη στεγαστική πολιτική μεταπολεμικά και αυτό ήταν μια ακόμη διαφορά με τα υπόλοιπα της δυτικής Ευρώπης. Ακόμη και ο ΟΕΚ που ήταν ένας δημόσιος οργανισμός, καταργήθηκε το 2012 ως μνημονιακή απαίτηση, αφήνοντας τη χώρα χωρίς κανέναν απολύτως βραχίονα στεγαστικής πολιτικής. Τα τελευταία χρόνια το κόστος στέγασης στην Ελλάδα έχει εκτοξευτεί ενώ η χώρα μας δεν είναι πλέον στις πρώτες θέσεις ιδιοκατοίκησης στην Ευρώπη. Τα νοικοκυριά που δεν ιδιοκατοικούν πληρώνουν για στέγαση (ενοίκιο και λειτουργικά έξοδα στέγασης) το μεγαλύτερο ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματός τους, περίπου 37% ενώ στις πόλεις το 33% των νοικοκυριών δαπανούν περισσότερο από το 40% του εισοδήματος. Και όλα αυτά, πριν η ενεργειακή κρίση εκτοξεύσει το κόστος της θέρμανσης για τα νοικοκυριά.
Βέβαια για να είμαστε δίκαιοι, το στεγαστικό πρόβλημα είναι ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα καθώς το αντιμετωπίζουν όλες σχεδόν οι χώρες της ηπείρου. Αυτό που δεν είναι κοινό είναι οι απαντήσεις που δίνει η κάθε μία. Μετά από μια δεκαετία συμπίεσης των εισοδημάτων λόγω παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, μετατόπισης του επενδυτικού ενδιαφέροντος στα ακίνητα των πόλεων αλλά και την εμφάνιση πλατφορμών αξιοποίησης και βραχυχρόνιας μίσθωσης όπως το Airbnb, τα ακίνητα για στέγαση είναι σχεδόν μη προσιτά για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Η άνοδος των τιμών ενοικίασης ή και αγοράς ενός ακινήτου δεν μπορεί να ευθυγραμμιστεί με την πορεία των εισοδημάτων γεγονός που δυνητικά οδηγεί σε όξυνση του κοινωνικού προβλήματος. Ειδικά για την Ελλάδα της δημογραφικής αποψίλωσης αυτή η διαφαινόμενη ανισότητα σε βάρος ειδικά των νέων μπορεί να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το δημογραφικό προφίλ της χώρας γεγονός που καθιστά επιτακτική την ανάγκη φιλόδοξης στεγαστικής πολιτικής.
Τι μπορεί να γίνει και από ποιόν;
Το πρόβλημα είναι μεγάλο και βαθύ και θα απαιτήσει χρόνο και πόρους για να μετριαστεί. Υπάρχουν εκτιμήσεις που θέλουν τη λύση του να στοιχίζει περί τα 400 δις ευρώ σε ευρωπαϊκή κλίμακα τα επόμενα χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι τον πρώτο λόγο τον έχουν τα κράτη. Η στεγαστική πολιτική πρέπει να είναι ψηλά στις προτεραιότητες των δημοσίων πολιτικών που σχεδιάζονται και ασκούνται. Η παλέτα των διαθέσιμων επιλογών ξεκινά από την αξιοποίηση των κενών κατοικιών, τις ρυθμιστικές παρεμβάσεις σε πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης, την επιδότηση ενοικίου και τα επιδοτούμενα στεγαστικά δάνεια, προγράμματα επιδότησης ανακαινίσεων και ενεργειακών αναβαθμίσεων για κενά σπίτια και για νέους, αύξηση φοιτητικών επιδομάτων στέγασης, ακόμα και ένα σύστημα "κοινωνικής αντιπαροχής", όπου το Δημόσιο θα διαμορφώσει κενά κτήρια σε κατοικίες και θα τα νοικιάσει με χαμηλό ενοίκιο σε δικαιούχους.
Η Ελληνική Κυβέρνηση αντιλαμβανόμενη το πρόβλημα έχει σχεδιάσει δημόσιες πολιτικές που θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως δίνουν μια πρώτη απάντηση και διαμορφώνουν ένα πλαίσιο αντιμετώπισης του προβλήματος. 1,8 δις και 100.000 ωφελούμενοι μέσα από διαφορετικές δράσεις είναι σε αδρές γραμμές η πολιτική και διαρθρώνεται με πολλούς τρόπους. Σε αυτόν τον μεγάλο δημόσιο διάλογο για ένα ζήτημα που πραγματικά φαντάζει και είναι μεγάλο, η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να είναι απούσα. Στο Δήμο Θεσσαλονίκης κάναμε μια σημαντική αρχή μέσα από την Αναπτυξιακή Μείζονος Αστικής Θεσσαλονίκης. Προχωρήσαμε στον συμμετοχικό σχεδιασμό πλάνου δράσης για την προώθηση της κοινωνικής και της οικονομικά προσιτής κατοικίας καθώς και την ανάπτυξη στρατηγικής για την καταπολέμηση της αστεγίας. Οι παρεμβάσεις που σχεδιάζουμε βασίζονται στη σύσταση και λειτουργία μιας δομής για την παροχή κοινωνικής κατοικίας, που θα αξιοποιήσει το κενό κτιριακό απόθεμα της πόλης (δημόσιο και ιδιωτικό) για να παρέχει οικονομικά προσιτή κατοικία σε δικαιούχους, με κοινωνικά κριτήρια.
Αποτελεί πεποίθηση μας ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση, με τις καταλληλότερες κατά περίπτωση τοπικές και εθνικές συνεργασίες και δικτυώσεις προσφέρει το καταλληλότερο πολιτικό υπέδαφος για το σχεδιασμό και την υλοποίηση στεγαστικών δράσεων και παρεμβάσεων. Το θετικό είναι ότι ο δημόσιος διάλογος έχει ανοίξει πλέον και στη χώρα μας – ο Δήμος Θεσσαλονίκης πρωτοπορεί, συλλέγει δεδομένα, χαράσσει πολιτικές όμως θα χρειαστούμε πολλά περισσότερα. Η χώρα χρειάζεται στεγαστική πολιτική, χρειάζεται δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις προσανατολισμένες σε πραγματικές ανάγκες και σίγουρα έχει τη δυνατότητα να πετύχει σημαντική βελτίωση. Είναι μια υπόθεση που υπερβαίνει εκλογικούς κύκλους και σκοπιμότητες αλλά πολύ σημαντική για το μέλλον μας.
*Ο Μιχάλης Κούπκας είναι αντιδήμαρχος Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του Δήμου Θεσσαλονίκης