Τα δεδομένα είναι τα ακόλουθα:
Πρώτον, η Ελλάδα δαπανά μεγάλα κονδύλια για αμυντικούς σκοπούς. Μόνο το 2023 η χώρα έδωσε για την αμυντική της θωράκιση το 3,8% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, πάνω από 6,5 δισ. ευρώ.
Δεύτερον, λόγω της γεωγραφικής της θέσεως, αλλά κι επειδή δεν συνορεύει ούτε με την Δανία, ούτε με την Ολλανδία, ούτε καν με την Ελβετία, αλλά με την Τουρκία η αμυντική της ενίσχυση θα συνεχίζεται εις το διηνεκές.
Τρίτον, μετά από δεκαετίες εφησυχασμού η Ευρώπη ξύπνησε απότομα μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Ο πόλεμος μαίνεται επί δύο χρόνια στην καρδιά της Ευρώπης κι έχει ως αποτέλεσμα αφενός ουδέτερες χώρες, όπως η Σουηδία, η Φινλανδία και η Ελβετία να εγκαταλείπουν την ουδετερότητά τους και αφετέρου χώρες στοιχειωδώς -εάν όχι ελαφρά- εξοπλισμένες, όπως η Γερμανία, να προγραμματίζουν τα επόμενα χρόνια τη διάθεση θηριωδών κονδυλίων για την αμυντική τους ενίσχυση.
Τέταρτον, όπως όλα στις μέρες μας, έτσι και η αμυντική βιομηχανία βασίζεται κάθε μέρα όλο και περισσότερο στις νέες τεχνολογίες και την ψηφιακότητα. Αυτό σημαίνει ότι η εφαρμογή καινοτόμων λύσεων στα οπλικά και εν γένει αμυντικά συστήματα δίνει το περιθώριο να αξιοποιηθούν νέες ιδέες και να εισέλθουν στη συγκεκριμένη αγορά νέοι παίκτες.
Με αυτά τα δεδομένα, που δεν μπορούν ούτε κατ’ ελάχιστον να αμφισβητηθούν, η πρωτοβουλία του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης να προωθήσει την ιδέα της δημιουργίας ενός δικτύου, ενός σύγχρονου cluster, ανάμεσα στα πανεπιστήμια της Βορείου Ελλάδος, τα ερευνητικά κέντρα και τις επιχειρήσεις του τομέα της άμυνας, είναι επίκαιρη. Συγχρόνως είναι και ενδιαφέρουσα, επειδή μέχρι σήμερα η σχέση των ελληνικών πανεπιστημίων και της εφαρμοσμένης έρευνας με την αγορά και τις επιχειρήσεις γενικότερα παραμένει χαλαρά οριοθετημένη. Σε πολλές περιπτώσεις, όπως με την αμυντική βιομηχανία, η σχέση αυτή δεν υπάρχει καθόλου. Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις οι συνέργειες αναπτύσσονται ευκαιριακά και αποσπασματικά, ενώ ούτε τα λίγα, αλλά εντυπωσιακών αποτελεσμάτων παραδείγματα σταθερής και συστηματικής συνεργασίας, έχουν λειτουργήσει ως παραδείγματα. Από την άλλη στην ευρύτερη Βόρεια Ελλάδα υπάρχουν επιχειρήσεις του αμυντικού τομέα που λειτουργούν αποδοτικά για πολλά χρόνια. Ας μη ξεχνάμε ότι στη Θεσσαλονίκη -στη ΒΙ.ΠΕ. της Σίνδου- δέσποζε επί δεκαετίες η Ελληνική Βιομηχανία Οχημάτων, που κάποτε ήταν ο μεγαλύτερος εργοδότης της περιοχής. Πριν παρακμάσει και περιπέσει στην λιποθυμική κατάσταση που βρίσκεται σήμερα, παρά την… εικονική ιδιωτικοποίηση των περασμένων ετών, που στην ουσία δεν απέδωσε τίποτα.
Κάπου εδώ τελειώνουν τα καλά νέα και αρχίζουν τα… ενδιαφέρονται νέα. Διότι το εγχείρημα του cluster που ανακοινώθηκε χθες επίσημα -και κατά κάποιον τρόπο πανηγυρικά- από το νέο πρύτανη του ΑΠΘ καθηγητή Απόστολο Αποστολίδη, παρουσία των πρυτανικών αρχών των άλλων πανεπιστημίων της Θεσσαλονίκης και του Βορειοελλαδικού τόξου, αλλά και εκπροσώπων της ερευνητικής και επιχειρηματικής κοινότητας, συνιστά μεγάλο στοίχημα και μάλιστα σε πολλά επίπεδα. Κατ’ αρχάς το πρώτο στοίχημα -η αρχή είναι το ήμισυ του παντός- είναι εάν θα προχωρήσει πέραν της διακηρύξεως. Εάν, δηλαδή, γίνει το δεύτερο επιχειρησιακό βήμα και ξεκινήσουν κάποιες συνεργασίες επί του πεδίου. Από εκεί και πέρα θα δείξουν τα αποτελέσματα, καθώς η αμυντική βιομηχανία έχει πολλές ιδιαιτερότητες, που ξεκινούν από αυτή καθαυτή την ευαισθησία της δραστηριότητας και φτάνουν μέχρι την απαραίτητη μυστικότητα που χρειάζεται στον χειρισμό των θεμάτων της άμυνας. Οι εμπνευστές του εγχειρήματος -όπως υπογράμμισαν χθες- θέλουν να αξιοποιήσουν τη συγκυρία, κατά την οποία η Ευρώπη δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον για να αυτονομηθεί στο αμυντικό πεδίο και τα κονδύλια για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι μεγάλα. Επίσης, αντιλαμβάνονται ότι μια χώρα με μεγάλες αμυντικές δαπάνες, όπως είναι η Ελλάδα, αργά ή γρήγορα είναι υποχρεωμένη να στραφεί και στο εσωτερικό για προμήθειες, χωρίς ασφαλώς να διακινδυνεύσει οποιαδήποτε ρωγμή στο αμυντικό της σύστημα. Κάπου εδώ μπαίνουμε σε πολιτικά νερά, εντός των οποίων οφείλουν να κολυμπήσουν -όσο κι αν ενδεχομένως δεν το θέλουν- οι ακαδημαϊκοί παράγοντες και οι ερευνητές, βάζοντας πλάτη στην προσπάθεια των ελληνικών αμυντικών επιχειρήσεων να πείσουν την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της χώρας να στηρίξουν την εγχώρια παραγωγή και κάτι παραπάνω. Να εμπιστευτούν τις ελληνικές προτάσεις και ιδέες. Διότι το καλό και το κακό είναι ότι στο αμυντικό πεδίο «πελάτες» είναι τα κράτη, τα υπουργεία Άμυνας, τα στρατιωτικά επιτελεία και τελικά τα δημόσια ταμεία.