Πριν από 15 με 20 χρόνια, ακριβώς τέτοιες ημέρες, παραμονές της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης, ο τότε πρόεδρος της Helexpo σχολιάζοντας την έντονη συζήτηση που γινόταν εκείνη την περίοδο για την ολοκλήρωση του ρόλου της Γενικής Έκθεσης του Σεπτεμβρίου, έλεγε: «Και τι πειράζει να γεμίζει η πόλη με κόσμο και να δουλεύουν αυτές τις ημέρες τα ξενοδοχεία, τα καφέ, τα μπαρ, οι ταβέρνες, τα εστιατόρια, τα κέντρα διασκέδασης και κάθε είδους παροχή υπηρεσιών προς τους επισκέπτες;». Ήταν ένα επιχείρημα που μπορεί να μην απαντούσε ευθέως στην αναγκαιότητα ή μη μιας Γενικής Έκθεσης, σε μια εποχή που οι κλαδικές είχαν ήδη πάρει το πάνω χέρι, αλλά σίγουρα το… άκουγε η πιάτσα της Θεσσαλονίκης. Στην ελληνική «πρωτεύουσα του καφέ», στην πόλη με τον μεγαλύτερο κατά κεφαλήν αριθμό αδειών επιχειρήσεων υγειονομικού ενδιαφέροντος, που τότε ακόμη ξενυχτούσε πολύ και καθημερινά, μια τέτοια… αιμοδοσία κοινού, έστω για ένα ή δύο Σαββατοκύριακα του Σεπτεμβρίου, ήταν ευπρόσδεκτη από τους επαγγελματίες.
Σήμερα η Θεσσαλονίκη μπορεί να μην ξενυχτάει και τόσο πολύ, αν εξαιρέσει κανείς τις Παρασκευές και τα Σάββατα, αφού η μεγάλη οικονομική κρίση της δεκαετίας του 2010 έχει αφήσει τα σημάδια της. Διότι και σήμερα υπάρχουν πολλά καφέ, μπαρ, ταβέρνες, φαστ φουντ και εστιατόρια, αλλά λιγότερα ξενυχτάδικα, ενώ έχει αυξηθεί και ο αριθμός των ξενοδοχείων και χώρων φιλοξενίας. Μόνο που η συνολική εικόνα είναι πολύ πιο συμμαζεμένη και ήρεμη. Το ερώτημα για τον ρόλο μια Γενικής Έκθεσης στη σημερινή εποχή παραμένει, αν και δεν τίθεται, πλέον, τόσο επιτακτικά, αφού η γενικότερη συζήτηση γύρω από τον ρόλο της ΔΕΘ – Helexpo στην ανάπτυξη της πόλης έχει χάσει το ενδιαφέρον της. Έχει ατονήσει, ενδεχομένως επειδή αφενός βρίσκεται εγκλωβισμένη ανάμεσα σε στερεότυπα του παρελθόντος και ιδεοληψίες που έλκουν την καταγωγή τους στο βάθος του χρόνου, ενώ αφετέρου υπάρχει η προοπτική της ανάπλασης του εκθεσιακού κέντρου, που από μόνη της θεωρείται πως όταν υλοποιηθεί θα δώσει ώθηση στον εθνικό εκθεσιακό φορέα. Κι επειδή το ζήτημα του ρόλου της Γενικής Έκθεσης του Σεπτεμβρίου -σύμφωνα με τη διοίκηση της ΔΕΘ πρόκειται διεθνώς για διοργάνωση / προστατευόμενο είδος- ξεκίνησε πριν από 25 ολόκληρα χρόνια, ενώ η ανάπλαση σχεδιάζεται 12 ολόκληρα χρόνια, οι σχετικές ζυμώσεις και συζητήσεις έχουν κουράσει κι έχουν αφεθεί στην άκρη. Μόνο η απλή παρακολούθηση των γεγονότων, όταν και όποτε υπάρχουν τέτοια πέριξ των δύο αυτών υποθέσεων, κερδίζουν την προσοχή και το ενδιαφέρον.
Τι έχουμε, λοιπόν, ενώπιόν μας στην 88η ΔΕΘ, που ανοίγει σήμερα Σάββατο τις πύλες της και θα ολοκληρωθεί την προσεχή Κυριακή; Σημειώστε:
Πρώτον, τα πολιτικά γεγονότα, που φέτος αναμένονται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω της συγκυρίας. Εκκίνηση από το πρώτο Σαββατοκύριακο, που ανήκει στην κυβέρνηση και συνεχίζοντας μέσα στην εβδομάδα με τα κόμματα της αντιπολίτευσης και το δεύτερο Σαββατοκύριακο που παραδοσιακά είναι αφιερωμένο στην αξιωματική αντιπολίτευση. Με δεδομένη την πίεση που ασκεί η καθημερινότητα και η ακρίβεια στην κοινωνία, αλλά και την κρισιμότητα διεθνών και εθνικών θεμάτων, οι ανακοινώσεις του πρωθυπουργού έχουν ιδιαίτερη αξία. Παράλληλα, οι εσωκομματικές εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ και στο ΠΑΣΟΚ δημιουργούν πρόσθετο ενδιαφέρον για όσα θα συμβούν και θα ειπωθούν στη ΔΕΘ, πολύ πέρα από τον απλό και εν πολλοίς προβλέψιμο αντιπολιτευτικό λόγο.
Δεύτερον, το γερμανικό περίπτερο. Η Γερμανία ως τιμώμενη χώρα κατέφθασε στην 88η ΔΕΘ με 135 επιχειρήσεις σε μια συμμετοχή 6.000 τετρ. μέτρων στο περίπτερο 13, που η διοίκηση της ΔΕΘ – Helexpo επιμένει ότι είναι ότι πιο εντυπωσιακό έχει παρουσιαστεί σε αυτό το επίπεδο στη ΔΕΘ. Κι αυτό επειδή δεν είναι μόνο οι γνωστές επιχειρήσεις που συμμετέχουν, αλλά και ο σύγχρονος και φιλικά περιβαλλοντικός τρόπος με τον οποίον είναι σχεδιασμένο και στημένο, ώστε να εκπέμπει «σήματα καπνού» προς κάθε κατεύθυνση.
Τρίτον, η παρουσία του CERN. Το παγκόσμιο πείραμα που εδρεύει στη Γενεύη της Ελβετίας και ξεκίνησε πριν από 70 χρόνια για να «βρει» την αρχή του σύμπαντος, παρουσιάζει στη Θεσσαλονίκη τα επιτεύγματά του επτά δεκαετιών, κάτι που αξίζει να δει κανείς από κοντά. Όχι μόνο διότι είναι σχετικά δύσκολο και σίγουρα πολύ ακριβό να βρεθεί κάποιος στη Γενεύη, αλλά κι επειδή είναι εκπληκτικό -και σχετικά άγνωστο- πόσα από τα επιστημονικά επιτεύγματα που αξιοποιούμε στην καθημερινότητά μας ανακαλύφθηκαν στο πλαίσιο των προγραμμάτων του.
Τέταρτον, τα ξενοδοχεία και οι χώροι φιλοξενίας, όπως και οι χώροι εστίασης και διασκέδασης θα δουλέψουν καλά και ο τζίρος τους θα αυξηθεί, έστω για κάποιες ημέρες. Διατί να το κρύψωμεν άλλωστε;