Ευρισκόμενοι πλέον στην τελική ευθεία για τις εκλογές και δεδομένου ότι εξ`αιτίας του εκλογικού συστήματος με το οποίο θα διεξαχθούν, το πιθανότερο είναι να οδηγηθούμε σε πολύ σύντομα σε δεύτερη κάλπη, είναι χρήσιμο νομίζω να γίνει μια σύντομη αναφορά στην αμαρτωλή εκλογική ιστορία του σύγχρονου Ελληνικού Κράτους.
Το 1875, και υπό την πίεση των πολιτικών κομμάτων προκειμένου να περιοριστεί το προνόμιο του εκάστοτε Μονάρχη στην επιλογή του Πρωθυπουργού, ο τότε Βασιλεύς ο Γεώργιος ο Α` απεδέχθη την «Αρχή της Δεδηλωμένης» η οποία συνοψίζεται στην περίφημη φράση που την χρονιά εκείνη εκστόμισε, εκφωνώντας τον ετήσιο «Λόγο του Θρόνου» ο μακροβιότερος Ανώτατος Αρχων του σύγχρονου Ελληνικού Κράτους:
«Απαιτώ ως απαραίτητον προσόν των καλουμένων παρ' εμού εις την διακυβέρνησιν του τόπου την δεδηλωμένην προς αυτούς εμπιστοσύνην της πλειοψηφίας των αντιπροσώπων του έθνους».
Έκτοτε η Αρχή της Δεδηλωμένης αποτελεί την απαράβατη σταθερά με βάση την οποία καλείται στην Πρωθυπουργία και στον σχηματισμό κυβέρνησης, ο εκάστοτε αρχηγός του κόμματος που κέρδισε την πλειοψηφία των βουλευτικών εδρών.
Ο κινητήρας και το κιβώτιο ταχυτήτων
Όμως για να θυμηθώ και έναν παλιό μου -και σοφό- καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου, εάν ο αριθμός των ψήφων που λαμβάνει στις εκλογές ένα κόμμα είναι ο κινητήρας της ανωτέρω Αρχής, το εκλογικό σύστημα με το οποίο αυτές διεξάγονται είναι το κιβώτιο ταχυτήτων της.
Και εξηγούμαι. Εδώ και πάρα πολλά χρόνια όλοι μας, απλοί πολίτες, κόμματα και πολιτικοί έχουμε συμφωνήσει και αποδεχθεί, με κάποιες εξαιρέσεις ένθεν και κακείθεν που οδήγησαν σε σκοτεινές περιόδους της ιστορίας μας, το γεγονός ότι κάθε τέσσερα χρόνια προσερχόμαστε στις κάλπες και ψηφίζουμε τους εκλεκτούς του μυαλού μας ή... της καρδιάς μας.
Αυτό είναι ο κινητήρας και ουδείς διανοείται, κυρίως μετά το 1974, να τον αλλάξει. Όμως από την καθιέρωση της κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας αρχικά Βασιλευομένης και στην συνέχεια Προεδρευομένης όλα τα πολιτικά κόμματα χωρίς καμία εξαίρεση, όταν βρίσκονταν στην εξουσία και προ των εκλογών, αφού δεν μπορούσαν να αλλάξουν τον κινητήρα, δηλαδή τον αριθμό των ψήφων που θα ελάμβαναν, επιχειρούσαν να επηρεάσουν το τελικό συσχετισμό των εδρών στη Βουλή με την αλλαγή του εκλογικού συστήματος, του κιβωτίου ταχυτήτων δηλαδή, προσαρμόζοντάς το στους εκάστοτε εκλογικούς συσχετισμούς που επικρατούσαν τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, με σκοπό είτε την διατήρηση τους στην εξουσία είτε τον περιορισμό της εκλογικής τους ήττας.
Σε μία σχετικά σπάνια στιγμή συναίνεσης τα πολιτικά κόμματα επιχείρησαν προ ολίγων ετών να βάλουν κάποιο όριο σε αυτή την προσβλητική για τον ψηφοφόρο τακτική, αποφασίζοντας ότι η όποια αλλαγή του εκλογικού νόμου θα έχει πλέον κάθε φορά εφαρμογή όχι από τις επόμενες αλλά από τις μεθεπόμενες από την ψήφιση του εκλογές, αλλά και πάλι το πρόβλημα ουσιαστικά παραμένει, αφού ο κανόνας αυτός μπορεί να καταστρατηγηθεί μέσω της διενέργειας δύο αλλεπάλληλων εκλογών όπως πιθανότατα θα συμβεί εν προκειμένω τους επόμενους τρείς μήνες.
Αλλά ας δούμε εν συντομία ποια είναι αυτά τα περίφημα εκλογικά συστήματα, βασικά τρία τον αριθμό, και ποια είναι η επίπτωση που έχουν στο εκλογικό αποτέλεσμα, τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα τους, αλλά και τις συνέπειες που προκαλούνται από την εφαρμογή τους.
Α. Το πλειοψηφικό. Ο πλειοψηφών έστω και κατά μία ψήφο κομματικός σχηματισμός κερδίζει το σύνολο των βουλευτικών εδρών μιας εκλογικής περιφέρειας. Το πλεονέκτημα του συστήματος είναι ότι εξασφαλίζει αυτοδύναμες και ισχυρές κυβερνήσεις, αλλά συρρικνώνει δραματικά την κοινοβουλευτική δύναμη του δεύτερου κόμματος και ουσιαστικά εξαφανίζει τα μικρότερα μειοψηφούντα κόμματα, οδηγώντας έτσι σε μία αρκετά σημαντική διαστρέβλωση της λαϊκής ετυμηγορίας και σε έλλειψη ικανοποιητικής πολυφωνίας στο κοινοβούλιο. Χαρακτηριστικό αν και όχι απόλυτο παράδειγμα η Μ. Βρετανία όπου τα τελευταία 100 χρόνια περίπου εναλλάσσονται στην εξουσία κυβερνήσεις προερχόμενες μόνο από δύο κόμματα, με κάποιες πολύ σποραδικές συμμετοχές του τρίτου.
Σημειωτέον δε ότι σε μία ακραία καταδολίευση του, δηλαδή σε χρήση του μόνο σε κάποιες εκλογικές περιφέρειες, το πλειοψηφικό σύστημα μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη νόθευση της λαϊκής ετυμηγορίας αφού υπάρχει το ενδεχόμενο ένα κόμμα να έρθει πρώτο σε αριθμό ψήφων και δεύτερο σε αριθμό εδρών, γεγονός μάλιστα που είχε συμβεί μία φορά μεταπολεμικά στη χώρα, και είχε οδηγήσει σε οξύτατες πολιτικές αντιπαραθέσεις και σε σχεδόν εμφύλιο διχασμό.
Β. Η απλή αναλογική. Όλοι οι συμμετέχοντες στις εκλογές κομματικοί σχηματισμοί, εφόσον υπερβούν ένα συγκεκριμένο ποσοστό, 3% εν προκειμένω στη χώρα μας, εκπροσωπούνται αναλογικά στο κοινοβούλιο. Το πλεονέκτημα της είναι ότι υπάρχει σχεδόν πλήρης αντιστοιχία ψήφων και εδρών, άρα πραγματική αποτύπωση της λαϊκής ετυμηγορίας, αλλά σχεδόν πάντα οδηγεί σε αδυναμία σχηματισμού ισχυρών και βιώσιμων κυβερνήσεων, αφού απαιτείται μία κουλτούρα πολιτικών συνεργασιών που ελάχιστες χώρες διαθέτουν και σίγουρα η δική μας δεν είναι μία από αυτές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των προβλημάτων του συστήματος αυτού η Ιταλία όπου ο μέσος όρος επιβίωσης μίας κυβέρνησης είναι οι 14 μήνες.
Γ. Η ενισχυμένη αναλογική και οι όποιες παραλλαγές της. Είναι το εκλογικό σύστημα που χρησιμοποιήθηκε ανελλιπώς στη χώρα μας από το 1974 μέχρι το 2019, όμως οι λέξεις κλειδί είναι «οι παραλλαγές της». Με αυτές κυρίως επιχείρησαν να παίξουν όλες οι κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης, αφού το σύστημα αυτό μπορεί να κινηθεί στη λογική του φερμουάρ ανοιγοκλείνοντας ως προς την αναλογικότητα του κατά τις επιθυμίες και τους εκλογικούς στόχους της εκάστοτε νομοθετούσας κυβερνητικής πλειοψηφίας, διότι εξασφαλίζει μέν στην αρχική κατανομή ψήφων μία αναλογικότητα εδρών, αλλά στην συνέχεια μέσω της δεύτερης και τρίτης κατανομής μπορεί να πριμοδοτήσει λίγο η πολύ το πρώτο, το δεύτερο η ακόμα και το τρίτο κόμμα.
Η –απολύτως προσωπική- άποψη του γράφοντος είναι ότι παρά τις παραπάνω αδυναμίες του, το σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής συγκεντρώνει τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα αφού οδηγεί στο σχηματισμό ισχυρών και βιώσιμων κυβερνήσεων χωρίς όμως να μειώνει δραματικά την πολυφωνία, παρέχοντας και στα κόμματα της εκάστοτε αντιπολίτευσης μία ικανοποιητική κοινοβουλευτική εκπροσώπηση.
Και καλό είναι να θυμούμαστε όλοι μας ότι η ύπαρξη μίας ισχυρής, αλλά και υπεύθυνης εκ παραλλήλου, αντιπολίτευσης είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία μιας Δημοκρατίας αφού ακόμα και η ικανότερη κυβέρνηση έχει ανάγκη την ύπαρξη ενός αντίθετου ισχυρού πόλου ο οποίος θα την ελέγχει και θα την επιτιμά για τις όποιες λάθος κινήσεις της και αστοχίες της, άλλως αργά η γρήγορα θα εμφανίσει έντονα φαινόμενα αλαζονείας και κακοδιαχείρισης.
Συνταγματική κατοχύρωση
Θεωρώ δε ότι η καθιέρωση ενός παγίου και σταθερού εκλογικού συστήματος ενισχυμένης αναλογικής, το οποίο δεν θα είναι έρμαιο των διαθέσεων της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, μπορεί να επιτευχθεί μέσω της ενσωμάτωσης του στον λεγόμενο «σκληρό πυρήνα» των διατάξεων του Συντάγματος, δηλαδή στις μη αναθεωρούμενες διατάξεις του, προκειμένου όλα τα πολιτικά κόμματα και κυρίως όσα κατά καιρούς εναλλάσσονται στη διακυβέρνηση της χώρας, να σταματήσουν να κινούνται με τη λογική του χαρτοπαίκτη – λαμόγιου ο οποίος αποχωρεί από το τραπέζι τη στιγμή που κερδίζει, καταστρατηγώντας στην ουσία τους κανόνες του παιχνιδιού όταν τον συμφέρει. Αυτό θα καταστήσει τις πολιτικές ηγεσίες αλλά και τα κόμματα εξουσίας στο σύνολο τους, πιο υπεύθυνα αφού θα γνωρίζουν ότι οι όποιες κακές κυβερνητικές πολιτικές τους η αστοχίες τους θα έχουν άμεση επίπτωση στην βουλευτική τους εκπροσώπηση στις επόμενες εκλογές, επίπτωση που δεν θα μπορεί να διορθωθεί μέσω ευκαιριακών αλλαγών του εκλογικού νόμου.
ΥΓ Η λέξη λαμόγια προέρχεται από την παραφθορά των ιταλικών λέξεων «La moglie» που σημαίνει «η σύζυγος» και αποδίδονταν στους χαρτοπαίκτες που προκειμένου να φύγουν από το τραπέζι τη στιγμή που κέρδιζαν επικαλούνταν ως δικαιολογία ότι τους ανέμενε η σύζυγος στο σπίτι, αναφωνώντας La moglie, la moglie...