Skip to main content

Η «Ελληνίδα μάνα» τώρα και στα Πανεπιστήμια! Γονείς, εκπαιδευτικοί και σχολεία-θηριοτροφεία...

Ποιο ακριβώς σήμα εκπέμπει ένας γονιός μαθητή, όταν στο όνομα ενός δικαιωματισμού της πλάκας, ζητάει το λόγο από τον δάσκαλο ή τη δασκάλα γιατί μάλωσε το βλαστάρι του για πειθαρχικούς λόγους, γιατί τους διόρθωσε το διαγώνισμα ή γιατί δεν τους άρεσε ο βαθμός;
Προσθήκη του voria.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Η περίπτωση της «Ελληνίδας μάνας», που διαμαρτυρήθηκε εντόνως στον καθηγητή του πανεπιστημίου Κρήτης, επειδή μηδένισε τον γιο της και η απαίτησή της για αναβαθμολόγηση, είναι ακραία για δύο λόγους. Αφενός, επειδή η παρανομία του γιου να απαντήσει στις εξετάσεις αντιγράφοντας μέσω Τεχνητής Νοημοσύνης είναι αυτονόητα απαράδεκτη και καταδικαστέα. Και αφετέρου λόγω της ηλικίας του φοιτητή, ο οποίος είναι τουλάχιστον 19 ετών. Σε λίγο παλαιότερες εποχές οι 19χρονοι και πάνω, ντρέπονταν να ζητήσουν τη βοήθεια της… μαμάς τους για ένα θέμα, που αφορά τη σχολή τους. Υποτίθεται ότι σε αυτή την ηλικία οι άνθρωποι ψηφίζουν, οδηγούν αυτοκίνητο και γενικότερα η κοινωνία τούς θεωρεί σε ηλικία υπεύθυνου πολίτη. Καθόλου υπερβολικό να πιστέψει κανείς ότι στο μέλλον -ας πούμε στα 26- ο συγκεκριμένος θα κλαφτεί στο σπίτι επειδή θα τα βρει σκούρα στον στρατό και στα 30 του θα προτρέχει σε… βοήθεια τρίτων για κάθε δυσκολία που θα αντιμετωπίζει στη δουλειά. Διότι -υποθέτουμε- θα εργάζεται. 

Απουσία ορίων 

Μπορεί η περίπτωση της «Ελληνίδας μάνας» του φοιτητή να είναι ακραία, αλλά στις κατώτερες εκπαιδευτικές βαθμίδες το φαινόμενο της «ενεργητικής συμπαράστασης» των γονιών στα παιδιά τους έναντι των δασκάλων και καθηγητών, δηλαδή του σπιτιού έναντι του σχολείου, είναι καθημερινό και όλο πιο συχνό φαινόμενο. Σημαντικό ποσοστό των σημερινών γονέων αντιμετωπίζουν τα παιδιά τους με… αφύσικο προστατευτισμό, που ενδεχομένως κρύβει τις τύψεις και τις ενοχές τους, είτε επειδή οι ίδιοι δεν ασχολούνται μαζί τους όσο θα έπρεπε, είτε επειδή δεν προσεγγίζουν τα θέματα των παιδιών με τον σωστό τρόπο. Κάτι που συχνά τους βάζει απέναντι στο σχολείο. Το πιο συνηθισμένο που ακούει κανείς συζητώντας με εκπαιδευτικούς είναι η απουσία ορίων στα παιδιά, κάτι που ισχύει ακόμη και για τα πολύ μικρά του δημοτικού. Αυτό οδηγεί εξ’ ορισμού στην έλλειψη σεβασμού προς το σχολείο και τους εκπαιδευτικούς στα όρια της απαξίωσης. Διότι ποιο ακριβώς σήμα εκπέμπει ένας γονιός μαθητή δημοτικού, όταν στο όνομα ενός δικαιωματισμού της πλάκας, ζητάει τον λόγο από τον δάσκαλο ή τη δασκάλα γιατί μάλωσε το βλαστάρι του για πειθαρχικούς λόγους, γιατί προσπάθησε να αποδώσει δικαιοσύνη σε μία από τις συχνές διαφωνίες που έχουν μεταξύ τους τα παιδιά, γιατί του διόρθωσε το διαγώνισμα ή γιατί δεν του άρεσε ο βαθμός; Αλλά και ποιο είναι το σήμα που δίνει ο γονιός προς το παιδί, όταν εξετάζει κάθε διαμαρτυρία που εκείνο του μεταφέρει από το σχολείο για να καταλήξει στο (υποχρεωτικό) συμπέρασμα ότι ο δάσκαλος έχει άδικο και το παιδί δίκιο, άρα δικαιολογημένα αισθάνεται αδικημένο; 

Οι ευθύνες της Πολιτείας 

Φυσικά για όλα αυτά υπεύθυνοι δεν είναι μόνο οι γονείς, οι οποίοι -στο κάτω κάτω της γραφής- απαρτίζουν την ελληνική κοινωνία, με όλα εκείνα τα κομπραδόρικα και μεταπρατικά χαρακτηριστικά που έχει. Απολύτως υπεύθυνη είναι η ελληνική Πολιτεία, που έχει ευνουχίσει τους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι κατά κανόνα  λειτουργούν φοβικά και κατευναστικά απέναντι στο θράσος της καταγγελτικής διάθεσης γονιών, όταν δεν καλύπτονται πίσω από έναν στεγνό συνδυασμό υπηρεσιακής και ταυτόχρονα συνδικαλιστικής νοοτροπίας. Διότι σε κάθε δουλειά -πολύ περισσότερο σε κάθε λειτούργημα- εκτός από τους κανόνες υπάρχει και ο παράγων άνθρωπος. Οι ικανότητες που διαθέτει και η προσωπικότητά του. Ακριβώς γι’ αυτό ειδικά στα σχολεία, για ευνόητους και αυτονόητους λόγους, τη δουλειά δεν θα μπορούσαν επουδενί να κάνουν… ρομπότ.

Ίσως σε όλα αυτά να βαραίνει και η μεγάλη διεύρυνση των αντικειμένων του σχολείου. Για παράδειγμα στο δημοτικό οι… παράλληλες δράσεις και δραστηριότητες είναι τόσο πολλές, που ποσοτικά ενδέχεται να μην έχουν ιδιαίτερες διαφορές από την καθαρά γνωστική διαδικασία. Προφανώς η ζωή δεν είναι αυτή που ήταν 40 ή 50 χρόνια πριν, έχει γίνει πολύπλοκη και το σχολείο οφείλει να προετοιμάσει τα παιδιά να την αντιμετωπίσουν. Εξίσου προφανώς, όμως, πρωτίστως οι μαθητές του δημοτικού πρέπει να μάθουν να γράφουν, να διαβάζουν, να μετρούν και γενικότερα να κάνουν τα μαθήματά τους, ενώ στο γυμνάσιο και στο λύκειο πρέπει να αποκτήσουν τις γνώσεις που θα τους βοηθήσουν να πάνε παρακάτω στις σπουδές και στη ζωή τους. Και όχι να… πατώνουν στην κατανόηση κειμένου, όπως δείχνει ο διαγωνισμός PISA του ΟΟΣΑ.

Μάθε παιδί μου γράμματα

Η αλήθεια είναι ότι οι γονείς ενώ εγκληματούν στο παιδαγωγικό κομμάτι, αγωνιούν… υπαρξιακά στο πεδίο της μόρφωσης των παιδιών τους. Γι’ αυτό συχνά κάνουν θυσίες και υπερβάσεις, απόδειξη ότι αντιλαμβάνονται -τουλάχιστον θεωρητικά- την αξία του «μάθε παιδί μου γράμματα». Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλά ελληνόπουλα σπουδάζουν ή ολοκληρώνουν τις σπουδές τους στο εξωτερικό, με ό,τι σημαίνει αυτό για τον προϋπολογισμό και τις αγωνίες της οικογένειας, ενώ κάθε χρόνο αυξάνονται οι αιτήσεις για τα Πρότυπα και Πειραματικά σχολεία, αλλά και για τα δημόσια Ωνάσεια. Φέτος υποβλήθηκαν συνολικά 24.817 αιτήσεις από 21.543 πέρσι και 20.299 πρόπερσι. Συγκεκριμένα για εγγραφή στο σχολικό έτος 2026 – 2027 οι εξετάσεις θα γίνουν το τριήμερο 24 – 26 Απριλίου και οι αιτήσεις επιμερίζονται ως ακολούθως: 

*9.056 αιτήσεις για 1.775 θέσεις στα 42 Πρότυπα Σχολεία, ποσοστό επιτυχίας 19,6%.

* 3.274 αιτήσεις για 1.166 θέσεις στα 12 Δημόσια Ωνάσεια σχολεία που θα λειτουργήσουν για πρώτη φορά, ποσοστό επιτυχίας 35,6%.

* 328 αιτήσεις για 380 θέσεις σε 10 Πρότυπα Εκκλησιαστικά Σχολεία.

* 12.159 αιτήσεις για 3.134 θέσεις σε 104 Πειραματικά σχολεία, ποσοστό επιτυχίας 25,7%.   

Δυστυχώς στη χώρα μας η εκπαιδευτική διαδικασία δεν περιλαμβάνεται στις προτεραιότητες των κυβερνήσεων, τουλάχιστον των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών. Διότι όλοι μιλούν, συζητούν, προβληματίζονται και… απολογούνται για τις συντάξεις και το Εθνικό Σύστημα Υγείας, αλλά για την εκπαίδευση η όποια… πολιτική αγωνία είναι μάλλον περιορισμένη. Φυσικά διορίζονται εκπαιδευτικοί, κάτι που προβάλλεται κυρίως επειδή αυξάνει την απασχόληση, ενώ οι δήμοι που έχουν την ευθύνη της συντήρησης των σχολείων κάνουν τα βασικά. Κι αν στα πανεπιστήμια υπάρχει πρόοδος, καθώς εξ ορισμού διασυνδέονται με το εξωτερικό και υπάρχουν κίνητρα, ερεθίσματα και κονδύλια, η πρωτοβάθμια και η δευτεροβάθμια εκπαίδευση πελαγοδρομούν μεταξύ ασαφών στόχων και μιας σκληρής καθημερινότητας, που διαμορφώνουν οι σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες.

Είναι σαφές ότι για τα δημοτικά, τα γυμνάσια και τα λύκεια απαιτείται πολιτική διεύθυνση, που χρόνια τώρα δεν υπάρχει. Ή -τουλάχιστον- δεν είναι ισχυρή. Εάν η επόμενη κυβέρνηση προχωρήσει στη δημιουργία ξεχωριστού υπουργείου για τα πανεπιστήμια και την έρευνα και το υπουργείο Παιδείας επικεντρωθεί στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια, δηλαδή στη βασική εκπαίδευση, ενδέχεται το σχήμα να αποδειχθεί πιο παραγωγικό και πιο αποδοτικό, λαμβάνοντας υπόψιν του όλες τις παραμέτρους. Με στόχο την εξύψωση του ελληνικού σχολείου, που παραμένει υποβαθμισμένο, ένα λίγο έως πολύ… θηριοτροφείο, στο οποίο οι άσκοπες εντάσεις αποτελούν καθημερινότητα.