Skip to main content

Τα μαθήματα για Χαλκιδική, Πιερία και Θάσο από τη φετινή τουριστική σεζόν

Φέτος δεν πηγαίνουν καλά ούτε οι πιο προβεβλημένοι προορισμοί του ελληνικού καλοκαιριού - Τι σημαίνει αυτό για τον τουρισμό στη Βόρεια Ελλάδα;

Ο ενθουσιασμός, όταν πρόκειται για οικονομικά θέματα, αποδεικνύεται συχνά κακός σύμβουλος. Η αισιοδοξία έχει νόημα όταν βασίζεται σε αντικειμενικά και ασφαλή δεδομένα και όχι όταν αποτελεί θετική προέκταση κάποιων ενδείξεων και πλαστή αντανάκλαση επιθυμιών. Αυτό που συμβαίνει φέτος με τον ελληνικό τουρισμό είναι χαρακτηριστικό. Η υπεραισιοδοξία που υπήρχε στις αρχές του έτους ότι η επισκεψιμότητα και τα οικονομικά οφέλη της χώρας το 2023 θα ξεπεράσουν τα επίπεδα του 2022, όταν τα αποτελέσματα προσέγγισαν τη χρονιά – ρεκόρ του 2019, έχει υποχωρήσει. Καθ’ οδόν προς την καρδιά του καλοκαιριού οι προσδοκίες έχουν προσγειωθεί. Η –ελαφρά, αλλά υπαρκτή- οικονομική κρίση και ύφεση στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στη Γερμανία και η άνοδος του κόστους ζωής λόγω ακρίβειας και πληθωρισμού σε όλη την Γηραιά Ήπειρο, σε συνδυασμό με την αύξηση των τιμών των ταξιδιών (μεταφορικά, φιλοξενία, εστίαση κλπ.) δημιουργούν εκρηκτικό μείγμα για τον μέσο ευρωπαίο καταναλωτή, που αποτελεί τον κορμό της τουριστικής πελατείας της Ελλάδας. Εάν σε όλα αυτά προσθέσει κανείς αφενός τον άστατο καιρό και αφετέρου τον σκληρό ανταγωνισμό τιμών των άλλων μεσογειακών χωρών –κυρίως της Τουρκίας και των χωρών της Β. Αφρικής, αλλά και της Ισπανίας- αντιλαμβάνεται ότι η εκτίμηση για τουριστικές επιδόσεις φέτος ελαφρώς χαμηλότερες από τις περσινές είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα. Φυσικά το οριστικό ταμείο θα γίνει στο τέλος της σεζόν, αλλά σε κάθε περίπτωση το 2023 μπορεί να χαρακτηριστεί για τον ελληνικό τουρισμό μεταβατική χρονιά, που θα πρέπει να οδηγήσει σε νέους σχεδιασμούς.

Στην εξίσωση και στον προβληματισμό πρέπει να προστεθεί και το γεγονός ότι φέτος δεν πηγαίνουν καλά ούτε οι πιο προβεβλημένοι προορισμοί του ελληνικού καλοκαιριού, η Μύκονος και η Σαντορίνη. Κάτι που σημαίνει ότι ο οικονομικός παράγοντας δεν είναι ο μοναδικός που καθορίζει τις εξελίξεις. Στα συγκεκριμένα νησιά η συντριπτική πλειονότητα των επισκεπτών ανήκουν σε υψηλές εισοδηματικές τάξεις, που προβληματίζονται λιγότερο για την άνοδο των τιμών και της ακρίβειας. Προφανώς υπάρχουν κι άλλα «ποιοτικότερα» προβλήματα. Ένα από αυτά είναι η πολυκοσμία, που επηρεάζει τόσο την καθημερινότητα, όσο και τις υποδομές των συγκεκριμένων προορισμών. Όταν –για παράδειγμα- στη Μύκονο, το άλλοτε διαμάντι του Αιγαίου, δεν έχει μείνει τετραγωνικό μέτρο άχτιστο, ο συνωστισμός έχει στοιχεία εγκλωβισμού, η φασαρία ξεπερνάει κατά πολύ τα ανεκτά ντεσιμπέλ, η εξυπηρέτηση γίνεται από προσωπικό που βαφτίστηκε με κάποια ειδικότητα εν μία νυκτί και οι υποδομές –από την ύδρευση και την αποχέτευση μέχρι το οδικό δίκτυο και την αποκομιδή των απορριμμάτων- έχουν εξαντλήσει τα όρια και τις δυνατότητες τους, η φωτεινή εικόνα δεν μπορεί παρά να… γκριζάρει. Διότι καλό το life style, καλές οι δήθεν διασημότητες, καλά τα ολονύχτια πάρτι και οι… κρεπάλες, αλλά το να πληρώνει κάποιος εκατοντάδες ευρώ τη βραδιά για ένα δωμάτιο και το νερό της βρύσης να είναι καφετί ή το να ξοδεύει με την παρέα του χιλιάδες ευρώ σε κάποιο μαγαζί στο οποίο παίζει μουσική ένας διάσημος dj και να τον εξυπηρετούν νέα παιδιά που για πρώτη –ενδεχομένως και για τελευταία- φορά πιάνουν στα χέρια τους δίσκο για να σερβίρουν, δημιουργεί δυσαρέσκειες.        

Όπως είναι φυσικό με βάση την τουριστική γεωγραφία της Ελλάδα η απογοήτευση είναι πιο έντονη στο νότιο κομμάτι –και πάλι όχι παντού αφού Κρήτη και Αθήνα πηγαίνουν πολύ καλά-, παρά στον Βορρά. Όσο πιο ανεπτυγμένη είναι μια αγορά σε κάποια περιοχή, τόσο βαρύτερο τίμημα καταβάλει σε περίπτωση κάμψης. Η Β. Ελλάδα, δηλαδή, εμφανίζεται κάπως πιο… οχυρωμένη το φετινό καλοκαίρι επειδή υποδέχεται επισκέπτες χαμηλότερης οικονομικής επιφάνειας και προσφέρει μάλλον απλούστερο τουριστικό προϊόν. Για τους βαλκάνιους επισκέπτες η Χαλκιδική, η Πιερία, η Θάσος, οι ακτές του νομού Θεσσαλονίκης και η ίδια η Θεσσαλονίκη στην ουσία αποτελούν τουριστικό μονόδρομο. Φυσικά και οι τιμές είναι ανάλογες. Το τουριστικό προϊόν στη Β. Ελλάδα είναι μεσοσταθμικά χαμηλότερου κόστους, πρωτίστως επειδή απευθύνεται σε πελατεία με περιορισμένες καταναλωτικές δυνατότητες και όχι λόγω διαφορετικής ποιότητας. Οι Σέρβοι, οι Ρουμάνοι, οι Βούλγαροι και οι λοιποί γείτονες έχουν μάθει να διαχειρίζονται τα λίγα και τα λιγότερα, επομένως δεν θα λείψουν από τις παραλίες, τις ταβέρνες και τα καταλύματα της περιοχής. Θα εξαντλήσουν τις –έστω περιορισμένες- δυνατότητες τους, ώστε οι επαγγελματίες που τους υποδέχονται να μην απογοητευτούν. Αλλά και οι εμπλεκόμενοι με τον τουρισμό των βορειοελλαδικών περιοχών είναι μαθημένοι στα δύσκολα και στα πολύ δύσκολα. Αν είναι παρήγορο κάτι τέτοιο.

Όσα αρνητικά συμβαίνουν με τον τουρισμό στη Νότια Ελλάδα τη φετινή χρονιά μπορούν επίσης να λειτουργήσουν ως παραδείγματα για την αναπτυξιακή διαδικασία στο Βορρά, που βρίσκεται σε εξέλιξη. Από τους ξενοδόχους και τους εστιάτορες μέχρι τους οργανισμούς αυτοδιοίκησης, που σε σημαντικό βαθμό στηρίζουν την οικονομική ανάπτυξη των περιοχών ευθύνης τους στην επισκεψιμότητα, οφείλουν να κατανοήσουν την αξία του μέτρου στην τουριστική ανάπτυξη. Η περιοχή υστερεί σε πολλά επίπεδα, αλλά οι αποστάσεις δεν μπορούν να καλυφθούν ούτε γρήγορα, ούτε άναρχα. Ο τουρισμός ως συνολική παραγωγική και οικονομική δραστηριότητα, παρά το ότι ανήκει στο πεδίο της παροχής υπηρεσιών, οφείλει να συμπεριφέρεται στο πεδίο ως βιομηχανία. Να βαδίζει βήμα βήμα. Να επενδύει με το βλέμμα στο βάθος του χρόνου, να βασίζεται στον επαγγελματισμό και τη συνέπεια των στελεχών του και να κερδίζει πελάτες και χρήματα με λογικό ρυθμό. Για να μπορεί να τους διατηρήσει και να τους αυξήσει. Σε τελική ανάλυση ο τουρισμός συνιστά στοίχημα μακρού χρόνου και όχι αρπαχτή. Το παράδειγμα του τουριστικά ανεπτυγμένου ελληνικού Νότου, το οποίο συχνά επικαλούνται με… παράπονο οι τουριστικοί επιχειρηματίες της Β. Ελλάδος έχει δύο αναγνώσεις. Από τη μία είναι η παράδοση τουλάχιστον επτά δεκαετιών συνεχούς ανάπτυξης, που έχει δημιουργήσει τουριστική κουλτούρα κι έχει βάλει σε πολλές περιπτώσεις γερές βάσεις. Όταν στην Κρήτη και την Κέρκυρα εμφανίστηκαν τα πρώτα κρουαζιερόπλοια, στις γραμμές της Θάσου δεν είχαν καν εμφανιστεί τα φέρι μπόουτ, οι άνθρωποι εξυπηρετούνταν από ξύλινες μαούνες. Από την άλλη υπάρχουν τα παραδείγματα κακοδιαχείρισης κανονικών… παραδείσων, που κοντεύουν να καταντήσουν χωματερές. Ενδεχομένως χρυσοπληρωμένες ακόμη, αλλά πάντως χωματερές.