Η συζήτηση για την ίδρυση και λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων που άνοιξε επίσημα η κυβέρνηση ενδιαφέρει ιδιαιτέρως τη Θεσσαλονίκη. Υπό προϋποθέσεις η μεγαλύτερη φοιτητούπολη της χώρας μπορεί να προσελκύσει σημαντικές επενδύσεις σε ένα πεδίο στο οποίο διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα. Διότι είναι μια πόλη με ισχυρή πανεπιστημιακή παράδοση, αλλά και δυναμικό παρόν, που σηματοδοτεί η λειτουργία τριών πανεπιστημίων, αρκετών ερευνητικών κέντρων και σημαντικού μεγέθους κολλεγίων, τα οποία είναι πλέον ενταγμένα θεσμικά στην εκπαιδευτική διαδικασία.
Όλα αυτά σε συνδυασμό με το μέγεθος και το κοινωνικό και οικονομικό προφίλ της πόλης, που διασφαλίζουν ένα προσιτό και ασφαλές περιβάλλον, αλλά και τη γεωγραφική θέση, στην οποία οφείλεται η προσέλκυση κόσμου από τα Βαλκάνια και τη ευρύτερη Νοτιοανατολική Ευρώπη, συγκροτούν ήδη τη… μαγιά για κάτι μεγαλύτερο. Επίσης, η Θεσσαλονίκη διαθέτει κατάλληλο κτηριακό απόθεμα, ενώ περιμετρικά υπάρχουν εκτάσεις που μπορούν να φιλοξενήσουν τις εγκαταστάσεις που απαιτούνται.
Οι βάσεις, λοιπόν, για να αναπτυχθεί στη Θεσσαλονίκη η τριτοβάθμια εκπαίδευση, που εκτός από κοινωνική δραστηριότητα είναι και αγορά, υπάρχουν. Άρα η συγκεκριμένη προοπτική μπορεί να καλλιεργηθεί. Εφόσον το κυβερνητικό σχέδιο προχωρήσει το θέμα θα αποτελέσει πρόκληση για τις τοπικές δυνάμεις που ενδιαφέρονται για την πρόοδο της πόλης και της κοινωνίας.
Σε κάθε περίπτωση για τη Θεσσαλονίκη με τις περιορισμένες αναπτυξιακές προοπτικές, αν δεν υπάρξουν νέες δραστηριότητες και εξωστρέφεια στα όρια της διεθνοποίησης, οι διέξοδοι που υπάρχουν είναι λίγες. Κάποτε, όταν ακόμη στην καθημερινότητα των δεκαετιών του 1970 και του 1980 όλα έμοιαζαν φυσιολογικά, στο ΑΠΘ φοιτούσαν χιλιάδες ξένοι φοιτητές, κυρίως από αραβικές και αφρικανικές χώρες. Στην Ιατρική, στο Πολυτεχνείο, στις Στρατιωτικές Σχολές. Πολλοί από αυτούς έμειναν στην πόλη και επέδρασαν θετικά στην κοινωνία. Οι περισσότεροι επέστρεψαν στις πατρίδες τους και παραμένουν για πάντα πρεσβευτές για τη Θεσσαλονίκη και την Ελλάδα. Σιγά σιγά οι αλλοδαποί φοιτητές και σπουδαστές αραίωσαν, τόσο διότι η τριτοβάθμια εκπαίδευση της χώρας έγινε αντιπαραγωγική και καθόλου ελκυστική –υπήρξαν περίοδοι που οι νύχτες των καταλήψεων ήταν περισσότερες από τις ημέρες των μαθημάτων-, όσο και διότι οι περιοχές που τροφοδοτούσαν τη Θεσσαλονίκη αναπτύχθηκαν εκπαιδευτικά και κοινωνικά.
Στον αιώνα της γνώσης ο διεθνής ανταγωνισμός στο πεδίο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι σκληρός και η Ελλάδα γενικά, αλλά και η Θεσσαλονίκη ειδικότερα, έμειναν πίσω λόγω… ακινησίας. Άλλη μια από τις πολλές περιπτώσεις που μετά το 1990 η χώρα συμπεριφέρθηκε αυτιστικά. Μία και μόνο αναλαμπή υπήρξε τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες για τη Θεσσαλονίκη. Η πρώτη φάση του Διεθνούς Πανεπιστημίου Ελλάδος, που ιδρύθηκε το 2005 και λειτούργησε το 2008, ως ξενόγλωσσο μεταπτυχιακό σχολείο. Στα πρώτα χρόνια το 80% των φοιτητών του ήταν αλλοδαποί, κυρίως πολίτες των γειτονικών χωρών, οι οποίοι έρχονταν στη Θεσσαλονίκη για να συμπληρώσουν τις σπουδές τους με την καθοδήγηση Ελλήνων και ξένων καθηγητών, οι οποίοι συνεργάζονταν με το ΔΙΠΑΕ. Δυστυχώς το 2015 ήρθε ο… ΣΥΡΙΖΑ! Ή μάλλον ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ του Πάνου Καμένου. Σήμερα το ΔΙΠΑΕ, αφού εν μία νυκτί ενσωμάτωσε τα ΤΕΙ της Κεντρικής και Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, αποτελεί ένα ακόμη ελληνικό πανεπιστήμιο, που μπορεί να διατηρεί κάποια μεταπτυχιακά τμήματα, αλλά εκ των πραγμάτων δυσκολεύεται τόσο να καλλιεργήσει την εξωστρέφεια των πρώτων ετών, όσο και να αφήσει το δικό του διακριτό αποτύπωμα.
Στην εκπαιδευτική πιάτσα της Θεσσαλονίκης για την εξωστρέφειά τους διακρίνονται πλέον περισσότερο τα κολέγια, που συνδέονται με πανεπιστήμια του εξωτερικού και προσελκύουν φοιτητές από άλλες χώρες των Βαλκανίων και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Οι πιθανότητες να εξελιχθούν αυτές οι δομές σε πανεπιστήμια όχι μόνο υπάρχουν, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αυξημένες. Έτσι κι αλλιώς όμως, η νομοθετική απελευθέρωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης θα τους δώσει τη δυνατότητα να επεκταθούν σε αντικείμενα και εγκαταστάσεις, ακόμη κι αν διατηρήσουν τη μορφή που έχουν τώρα. Διότι μέχρι στιγμής, λόγω του συνταγματικά κατοχυρωμένου κρατικού μονοπωλίου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η λειτουργία των κολεγίων αναζητά σταθερά και εναγωνίως μια εξαιρετικά ασταθή… ισορροπία. Ακόμη και σήμερα, που μέσω Βρυξελλών και Ευρωπαϊκής Ένωσης οι διακρίσεις στην αναγνώριση των πτυχίων τους έχουν αρθεί, το κλίμα για τη λειτουργία τους δεν είναι απολύτως απελευθερωμένο, αφού η νοοτροπία που υπάρχει σε σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας, αλλά και των θεσμικών παραγόντων, θέλει τα κολέγια να είναι σχολεία δεύτερης κατηγορίας. Πρόκειται για νοοτροπία που εγκλωβισμένη όπως είναι σε δήθεν αριστερόστροφα σύνδρομα αρνείται κάθε μη κρατική προσπάθεια στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, που χωρίς αμφιβολία θα έδινε νέα πνοή.
Δεν είναι τυχαίο ότι ορισμένα από τα κολέγια συγκεντρώνουν μεγάλο ενδιαφέρον ξένων φοιτητών, είτε διότι προσφέρουν σύγχρονα αντικείμενα σπουδών, είτε διότι συνεργάζονται με ξένα πανεπιστήμια. Σε αυτό το περιβάλλον τα υπερδιογκωμένα δημόσια πανεπιστήμια -ανάμεσά τους και τα τρία της Θεσσαλονίκης- βουλιάζουν στη γραφειοκρατία, το δημοσιοϋπαλληλίκι και τον νεποτισμό, με τις εξαιρέσεις να μην μπορούν να κρύψουν το πρόβλήμα. Ως γνωστόν το δυσκολότερο πράγμα είναι να κάνει… κλικ το μυαλό του ανθρώπου. Γι’ αυτό η νοοτροπία κινεί εν πολλοίς την οικονομία και σίγουρα τις ιστορικές εξελίξεις. Με δεδομένο ότι στον πλανήτη Γη επιβίωσαν όχι τα πιο δυνατά, ούτε τα πιο γρήγορα όντα, αλλά όσα είχαν προσαρμοστική ιδιότητα, με πρώτο και καλύτερο παράδειγμα τον άνθρωπο, για την κοινωνία δεν υπάρχουν πολλοί δρόμοι. Η Θεσσαλονίκη είναι κατάλληλος χώρος για εκπαιδευτικό κέντρο. Γεωγραφικά, ιστορικά, πολιτισμικά. Μόνο που η εποχή του αυτόματου πιλότου, τον οποίο κινούσαν αποκλειστικά η γεωγραφία και η ιστορία έχει παρέλθει. Όλα μπορούν να γίνουν, αλλά και να μη… γίνουν. Αναλόγως του πώς οι άνθρωποι αξιοποιούν τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες για να βρεθούν πάνω στο κύμα των εξελίξεων και να μη σπαταλάνε τις όποιες δυνάμεις τους σε μάχες οπισθοφυλακών.