Κάθε φορά που μια μεγάλη συμφορά κτυπάει την Ελλάδα η δημόσια συζήτηση που μοιραία ξεκινάει σχεδόν αυτόματα αφορά από τη μία αυτό καθαυτό το γεγονός της καταστροφής και τα αίτια που το προκάλεσαν κι από την άλλη το γενικό πλαίσιο της χώρας και της κοινωνίας, το ελληνικό σύστημα δηλαδή, που είναι γεμάτο ανορθογραφίες και επιτρέπει να ανθούν κάθε μορφής «λάθη», «αμέλειες», «ασυνεννοησίες». Οι ώρες και οι μέρες που ακολούθησαν την αδιανόητη συμφορά των Τεμπών με την πολύνεκρη μετωπική σύγκρουση δύο αμαξοστοιχιών, που κινούνταν με υψηλές ταχύτητες, δεν άλλαξαν αυτή τη συνθήκη. Πέρα από την αυτονόητη ψυχολογική πίεση, στα όρια της συντριβής, που δέχεται η ελληνική κοινωνία από το ασύλληπτο γεγονός, ένα γεγονός από αυτά «που δεν μπορούν να συμβούν κι όμως συμβαίνουν», η συζήτηση έχει ανάψει. Αν και όλοι ζητούν να μάθουν τι ακριβώς έγινε και ποιοι ακριβώς ευθύνονται, οι τάσεις που καταγράφονται είναι δύο.
Κατ’ αρχήν οι πάντες ζητούν οι ευθύνες να αποκτήσουν ονοματεπώνυμο κι έχουν δίκιο. Σε αυτή την περίπτωση βέβαια πρέπει να προσδιοριστεί το χρονικό βάθος της απόδοσης των ευθυνών. Διότι αν ισχύσει αυτό που κυκλοφορεί ότι το… μαχαίρι πρέπει να φτάσει μέχρι το 2000, ο καθένας αντιλαμβάνεται το χάος του θα προκύψει, καθώς εκτός από τον σημερινό σταθμάρχη, ο οποίος έκανε το μοιραίο λάθος, όσοι ασχολήθηκαν σε πολιτικό, τεχνοκρατικό και επαγγελματικό επίπεδο με τον ΟΣΕ και τους ελληνικούς σιδηροδρόμους ευρύτερα, είναι εκατοντάδες. Τέλος πάντων, η δικαιοσύνη καλείται να βρει κάποια λογική άκρη επί του θέματος, ώστε όσοι φταίνε να λογοδοτήσουν. Κάποιοι άλλοι, όμως, ανάμεσά μας επιμένουν ότι αν μία ευρωπαϊκή χώρα δεν μπορεί να διαχειριστεί επαρκώς ένα ενεργό σιδηροδρομικό δίκτυο, που με το ζόρι φτάνει τα 850 χιλιόμετρα, χρειάζεται να υποστεί κάποιου τύπου μεταρρυθμιστικό σοκ. Εάν δεν λυθούν ορισμένα δομικά προβλήματα τότε νομοτελειακά οι τραγωδίες θα συμβαίνουν και απλώς κάποιοι από αυτούς που φταίνε θα την πληρώνουν. Είναι όσοι θα τους μένει στο χέρι ο… μουτζούρης. Οι διορθωτικές κινήσεις δεν επαρκούν. Τα μπαλώματα είναι καταδικασμένα να ξηλωθούν και πάλι. Εάν οι απαντήσεις μας αφορούν αποκλειστικά το συγκεκριμένο γεγονός και χάσουμε τη μεγάλη εικόνα, τότε πιθανόν θα κληθούμε ως κοινωνία να ζήσουμε πολύ χειρότερες καταστάσεις. Ας θυμηθούμε μόνο τα πιο πρόσφατα: Το ναυάγιο του Εξπρές Σάμινα το 2000, τις πολύνεκρες φωτιές στην Ηλεία το 2007, τις πλημμύρες στη Μάνδρα Αττικής το 2017, την καταστροφή στο Μάτι το 2018 και τώρα το σιδηροδρομικό ολοκαύτωμα στα Τέμπη.
Σε κάθε μία από αυτές τις καταστροφές οι Έλληνες είχαν την ευκαιρία να μάθουν για μια πολύ στραβή λεπτομέρεια στο σύστημά τους. Ως αποτέλεσμα το παζλ όλων αυτών των περιπτώσεων δημιουργεί μια εικόνα αποκρουστική και απελπιστική. Εν προκειμένω είναι σαφές ότι μόλις τις τελευταίες ημέρες οι Έλληνες αντιλήφθηκαν μία ακόμη ανορθογραφία του συστήματος της χώρας: τα ελληνικά τρένα εκτός από αναξιόπιστα σε ό,τι αφορά τα δρομολόγιά τους, αλλά και πέρα από το σκανδαλωδώς περιορισμένο γεωγραφικό τους εύρος, είναι και άκρως επικίνδυνα. Ό,τι κι αν φταίει για την τραγωδία των Τεμπών –από τον ανεύθυνο σταθμάρχη της Λάρισας μέχρι την απουσία συστημάτων ελέγχου της κυκλοφορίας- οφείλεται στην ατμόσφαιρα χαλαρότητας που καλύπτει τη χώρα. Όσοι κι αν λογοδοτήσουν για το συγκεκριμένο συμβάν, που αναμφίβολα θα λογοδοτήσουν, μόνο η αλλαγή υποδείγματος θα αποτρέψει ανάλογες παραλείψεις, αμέλειες και επιπολαιότητες στο μέλλον. Όσα ισόβια κι αν ρίξουν τα δικαστήρια για το τραγικό δυστύχημα, μόνο αν αλλάξει ο τρόπος λειτουργίας πρωτίστως του κράτους, θα αποτραπεί η επόμενη καταστροφή. Διότι στη θεωρία τουλάχιστον τα πράγματα είναι απλά. Ή το σύστημα επιβάλλει αυστηρές διαδικασίες που περιορίζουν τις πρωτοβουλίες, αλλά επιτυγχάνεται ένα μίνιμουμ αποτέλεσμα ή επιτρέπει τους αυτοπροσδιορισμούς και τους αυτοσχεδιασμούς και μοιραία οδηγείται κάποια στιγμή στο κενό. Όταν το γενικό μήνυμα που λαμβάνουν οι Έλληνες από τον τρόπο λειτουργίας της μεγαλύτερης επιχείρησης της χώρας, δηλαδή του ελληνικού δημοσίου, είναι η αναξιοκρατία, η ευνοιοκρατία, η ατιμωρησία, ο κομματισμός και ο δικαιωματισμός η υπόθεση είναι χαμένη από χέρι. Το παιχνίδι παίζεται με σημαδεμένη τράπουλα, την οποία μοιράζει ένα… αόρατο χέρι.
Το δυστύχημα των Τεμπών πέρα από τραγωδία συνιστά και ευκαιρία ή μάλλον αφορμή να αντιληφθούμε ότι το αγοραίο «η ζωή συνεχίζεται» δεν ισχύει για όλους. Όσοι έφυγαν, έφυγαν κι αυτοί που έμειναν πίσω –γονείς αδέλφια, συγγενείς, σύντροφοι- θα παραμείνουν ως το τέλος ανάπηροι, αφού κάτι θα τους λείπει για πάντα. Όποιοι φταίνε θα τιμωρηθούν, αλλά ένα διαρκές μνημόσυνο για όλους αυτούς θα είναι να αλλάξουν τα πράγματα. Βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Όλα αυτά πρέπει να γίνουν μαζί και ταυτοχρόνως. Επειδή –πολύ απλά- το σήμερα χτίστηκε χθες και το αύριο οικοδομείται σήμερα. Διότι εάν τιμωρηθούν ως φυσικοί αυτουργοί τέσσερις, πέντε, δέκα άνθρωποι, χωρίς το σύστημα να αναδιοργανωθεί σε ευρωπαϊκά πρότυπα καλών πρακτικών, δίχως εκπτώσεις και χωρίς εξαιρέσεις, θα πρόκειται απλώς για μία είδηση. Ενδεχομένως πρώτη είδηση, αλλά πάντως μία είδηση καταδικασμένη να δώσει τη θέση της στην επόμενη.