Skip to main content

Τα τρία αιτήματα που αποδεικνύουν τη λανθασμένη νοοτροπία των αγροτών

Τι δείχνουν τα αιτήματα για αναπλήρωση εισοδήματος, εγγυημένες τιμές και άρνηση της μετακόμισης του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ

Οι δεδομένες ιδιαιτερότητες των αγροτικών δραστηριοτήτων, τόσο στη γεωργία, όσο και στην κτηνοτροφία, αλλά και στην αλιεία, μετατρέπουν εξ ορισμού τη συζήτηση για το αγροτικό σε διάλογο ειδικών, οι οποίοι (οφείλουν να) γνωρίζουν κάθε λεπτομέρεια και κάθε πτυχή του θέματος. Παρ’ όλα αυτά κι επειδή η γλώσσα αντικατοπτρίζει τα όρια και τον τρόπο που σκέφτονται οι άνθρωποι, υπάρχουν και κάποιες γενικότερες έννοιες που διατυπώνονται εσχάτως -στην πραγματικότητα επαναλαμβάνονται κάθε χρόνο- και προκαλούν εύλογες απορίες, καθώς συμπεριλαμβάνονται στα αιτήματα, τα οποία οι αγρότες έχουν αποστείλει προς την κυβέρνηση  των αγροτών και περιμένουν απαντήσεις. Πρόκειται για έννοιες και αιτήματα που κατά βάσιν προέρχονται από το παρελθόν, η επίκληση των οποίων προκαλεί εύλογες απορίες τόσο για τη νοοτροπία του αγροτικού κόσμου, όσο και για την επαφή του με την πραγματικότητα.

Σημειώστε:

Πρώτον, η έννοια της αναπλήρωσης εισοδήματος. Σε μια παραγωγική δραστηριότητα, που καλύπτεται από ασφαλιστικές δικλείδες καθώς εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες, πώς ακριβώς θα μπορούσε το κράτος να αναπληρώσει το αγροτικό εισόδημα; Το γεγονός ότι στα αγροτικά προϊόντα οι τιμές διαμορφώνονται χρηματιστηριακά σε συνδυασμό με την αδυναμία των Ελλήνων αγροτών να οργανωθούν σε συνεταιρισμούς, οι οποίοι θα δουλεύουν με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, προφανώς συνιστά πρόβλημα, το οποίο, όμως, δεν μπορεί να λύσει το κράτος. Εάν η οργάνωση των αγροτών βρισκόταν σε επιχειρηματική κατεύθυνση σαφώς τα προβλήματα αυτά θα μπορούσαν σε σημαντικό βαθμό να ξεπεραστούν. Αλλά η εμμονή των περισσότερων αγροτών ότι η δουλειά και το ενδιαφέρον τους εξαντλούνται -εκτός από τις επιδοτήσεις- στο χωράφι -και μάλιστα με τις παραγωγικές μεθόδους του παππού και του μπαμπά- οδηγεί τελικά σε αδιέξοδο. Δυστυχώς αγρότες – δημόσιοι υπάλληλοι δεν (μπορούν να) υπάρχουν. 

Δεύτερον, η επίκληση του αιτήματος για εγγυημένες τιμές. Είναι γνωστό, ότι οι τιμές των αγροτικών προϊόντων διαμορφώνονται με βάση την προσφορά και τη ζήτηση, οπότε κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί για τίποτα. Μόνο η αυτοοργάνωση και η μετεξέλιξη της παραγωγής σε τυποποιημένα προστιθέμενης αξίας προϊόντα μπορεί να δώσει διέξοδο στο πρόβλημα των τιμών. Η εποχή της… σοβιετίας έχει παρέλθει, μάλλον ανεπιστρεπτί. 

Τρίτον, το αίτημα για ακύρωση της «μετακόμισης» του αποδεδειγμένα αμαρτωλού και επηρεαζόμενου από πολιτικούς και αγροτοσυνδικαλιστές ΟΠΕΚΕΠΕ, που βρέθηκε στο στόχαστρο της Ευρωπαϊκής εισαγγελίας στη σαφώς πιο αποτελεσματική και αξιόπιστη ΑΑΔΕ. Το συγκεκριμένο αίτημα έχει μόνο μία ερμηνεία και εξήγηση. Οι αγρότες, τουλάχιστον αυτοί που τους εκπροσωπούν, δεν γουστάρουν την εφορία και τα συστήματά της στα πόδια τους. Κάτι που επίσης κανένας Έλληνας δεν θέλει -πιθανόν και κανένας άνθρωπος στον πλανήτη Γη-, αλλά και κανείς δεν μπορεί σε συνθήκες νομιμότητας να αποφύγει. Με ό,τι σημαίνει αυτό και κυρίως την υποχρέωση για τυπική τήρηση των κανόνων και αποφυγή της φοροδιαφυγής, αφού, εάν ο έλεγχος εντοπίσει παρατυπίες ή παρανομίες, οι ποινές είναι αυστηρές.

Η οικονομική δραστηριότητα στις μέρες μας είναι πολύπλοκη. Η παγκοσμιοποίηση, το διεθνές εμπόριο, η ψηφιακότητα, τα δίκτυα έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον στο οποίο κερδισμένοι είναι όσο ολοκληρώνουν άρτια και παραγωγικό ολόκληρο τον κύκλο της δουλειάς τους. Ειδικά στον αγροτικό τομέα η Ευρωπαϊκή Ένωση, αναγνωρίζοντας τα προβλήματα που δημιουργεί στην αγροτική παραγωγή και το αγροτικό εισόδημα της Ευρώπης η παγκοσμιοποίηση, έχει θεσπίσει την Κοινή Αγροτική Πολιτική με δύο βασικούς στόχους. Αφενός την στήριξη του αγροτικού εισοδήματος και αφετέρου τη μετεξέλιξη και αλλαγή τόσο των παραγόμενων προϊόντων, όσο και των μεθόδων παραγωγής, αλλά και εμπορικής εκμετάλλευσης αυτών των προϊόντων, ώστε να είναι όσο το δυνατόν πιο ανταγωνιστικά.

Στην Ελλάδα, ενδεχομένως και αλλού στην Ευρώπη, αλλά εμείς στην Ελλάδα βρισκόμαστε, στις δεκαετίες που προηγήθηκαν με τα περίπου 200 δισ. ευρώ της ΚΑΠ ελάχιστα δημιουργικά πράγματα έγιναν. Κυρίως οι αγρότες μας αρχικά καθησύχασαν, μετά καλομάθανε  και τελικά -ορισμένοι- «τρύπησαν» το σύστημα για να πλουτίσουν. Μέχρι που οι συνθήκες «τέλειας καταιγίδας» τους βρήκαν απροετοίμαστους στους δρόμους, να επαναλαμβάνουν αφενός «κουρασμένα» συνθήματα, που δεν μπορούν εύκολα να συγκινήσουν, και αφετέρου ξεπερασμένα αιτήματα με γλώσσα μιας άλλης -επίσης ξεπερασμένης- εποχής. Εκτός και αν έχοντας πλήρως συμβιβαστεί στη λογική του… παζαριού διατυπώνουν τα συγκεκριμένα αιτήματα, ώστε την κρίσιμη στιγμή να τα αποσύρουν από δήθεν καλή θέληση, ώστε να κερδίσουν κάποια σαφώς υποδεέστερα όπως τη χαμηλότερη τιμή στο ηλεκτρικό ρεύμα και στο πετρέλαιο κίνησης. 

ΥΓ/ Εννοείται ότι τα παραπάνω δεδομένα δεν υπάρχουν για τον πολιτικό διάλογο γύρω από το αγροτικό. Διότι η μεν κυβέρνηση ψάχνει πόσα περισσότερα λεφτά θα βρει για να μοιράσει, η δε αντιπολίτευση πλειοδοτεί αδιακρίτως στη λογική «όλα τα κιλά, όλα τα λεφτά».