Τα εγκαίνια της Διεθνούς Εκθέσεως κάθε Σεπτέμβριο είναι ένα τριήμερο αφιερωμένο στη Θεσσαλονίκη. Οι φορείς της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας εμφανίζονται στην πόλη, συχνά σαν… στρατός κατοχής, αφού η οργανωτική λειτουργία της κεντρικής περιοχής ανατρέπεται πλήρως και στην ουσία κρατάει τους Θεσσαλονικείς «που δεν έχουν δουλειά» μακριά.
Το δεύτερο, σαφώς πιο ήπιο, αλλά εξίσου συμβολικό τριήμερο για τη Θεσσαλονίκη είναι αυτό της γιορτής του Αγίου Δημητρίου, που συνδυάζεται με την επέτειο της απελευθέρωσης της πόλης και της ενσωμάτωσης στον εθνικό κορμό, αλλά και τον εορτασμό της επετείου του 1940 και κορυφώνεται με τη στρατιωτική παρέλαση ανήμερα στις 28 Οκτωβρίου. Και πάλι η πολιτική ηγεσία εμφανίζεται σύσσωμη, ενώ για τις ανάγκες της παρέλασης, επί τριήμερον το κομμάτι της πόλης, που βρίσκεται στον άξονα και παράλληλα της παραλιακής λεωφόρου Μεγάλου Αλεξάνδρου τελεί υπό… αστυνομική και στρατιωτική επιτήρηση. Λίγες ημέρες μετά, στις αρχές Νοεμβρίου -φέτος από τις 31 Οκτωβρίου- οργανώνεται στο Ολύμπιον και στην Α΄ προβλήτα του λιμανιού το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, που συντηρεί το κύρος του χάρη στον διεθνή του χαρακτήρα, παρά το ότι το σινεμά δεν έχει κάποια ιδιαίτερη παράδοση στην Ελλάδα και πολύ περισσότερο στη Θεσσαλονίκη.
Αυτοί οι τρεις θεσμοί επαναφέρουν μετά βεβαιότητος κάθε χρόνο τη Θεσσαλονίκη στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας. Το υπόλοιπο διάστημα η πόλη απασχολεί τις ειδήσεις κατά βάσιν με αστυνομικά και δικαστικά θέματα, αλλά και αθλητικά συμβάντα. Όλα τα άλλα σοβαρά γεγονότα -πολιτικά, οικονομικά, διπλωματικά κλπ.- είναι αριθμητικά από ελάχιστα έως ανύπαρκτα κάθε χρόνο, ενώ σχεδόν πάντα η βαρύτητά τους δεν ξεπερνάει την ημέρα που συμβαίνουν. Μόλις τον περασμένο Δεκέμβριο, πριν από περίπου 11 μήνες, το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδος – Τουρκίας, που είχε εξαγγελθεί για τη Θεσσαλονίκη, πραγματοποιήθηκε τελικά στην Αθήνα για λόγους λειτουργικούς και ασφαλείας. Η Θεσσαλονίκη δεν διαθέτει κάποιο δημόσιο κτήριο περιωπής, ενώ είναι ασυνήθιστη στην φιλοξενία υψηλών προσώπων για την οποία απαιτούνται ιδιαίτερα πρωτόκολλα.
Με αυτά τα δεδομένα η εικόνα και η θέση της Θεσσαλονίκης στον θεσμικό χάρτη της χώρας είναι μιας μικρής επαρχιακής πολίχνης, όπως τόσες και τόσες άλλες. Ίσως λίγο καλύτερη λόγω μεγέθους και ιστορικού βάρους, αλλά πάντως σαφώς πολύ μακριά από αυτό που θα λέγαμε με ευρωπαϊκούς όρους μεγαλούπολη ή έστω περιφερειακό κέντρο. Όσοι παράγοντες της πόλης θεωρούν ότι συμβαίνει κάτι διαφορετικό, κάτι μεγαλύτερο, είτε μπερδεύονται είτε θέλουν να αναβαθμίσουν τη δική τους θέση και τον δικό τους ρόλο. Διότι, σε τελευταία ανάλυση, το ζήτημα δεν αφορά τη Θεσσαλονίκη αυτή καθαυτή, αλλά τον απόλυτα συγκεντρωτικό τρόπο οργάνωσης και ανάπτυξης του ελληνικού κράτους.
Στην ουσία πρόκειται για τη σχέση της πρωτεύουσας με όλη την υπόλοιπη χώρα. Σχέση που είναι σαφώς ετεροβαρής. Μόνο που η Θεσσαλονίκη -για λόγους μεγέθους και ιστορίας, όπως είπαμε και πιο πάνω- θεωρεί ότι στον διοικητικό, οικονομικό και κοινωνικό χάρτη της χώρας (πρέπει να) είναι κάτι βαρύτερο της Λάρισας, του Ηρακλείου, της Πάτρας, των Ιωαννίνων και των υπόλοιπων περιφερειακών αστικών κέντρων της χώρας. Και είναι, μόνο όμως στον βαθμό που κάτι τέτοιο επιβάλλεται από τον πληθυσμό της. Μια περιοχή με ένα εκατομμύριο και κάτι κατοίκους, αλλά και παράδοση στην επιχειρηματικότητα, διαθέτει πιο εύρωστη οικονομία από μία μικρότερη πόλη. Μέχρι εδώ. Διότι στο επίπεδο της πολιτικής επιρροής και γενικότερης διεκδίκησης μάλλον είναι αρκετά πιο πίσω από περισσότερο «οργανωμένες» περιοχές, όπως είναι -για παράδειγμα- η Κρήτη και η Πελοπόννησος.
Ίσως να φταίει η νοοτροπία των Θεσσαλονικέων, που σε σημαντικό βαθμό είναι συντηρητικοί και χαμηλών τόνων άνθρωποι, οι οποίοι, όταν διεκδικούν δια των εκπροσώπων τους, το κάνουν με διακριτικότητα, στα όρια της παρεξηγήσεως. Αλλά και με χαμηλές προσδοκίες, που σε ορισμένες περιπτώσεις περιορίζονται στο στενό, δικό τους, ατομικό συμφέρον. Ίσως, ακόμη, η πόλη να πληρώνει την ιστορία, τουλάχιστον ως προς το σκέλος του νεοελληνικού κράτους, στο οποίο ενσωματώθηκε -όπως άλλωστε και όλη η υπόλοιπη χώρα από τη Θεσσαλία και πάνω- οκτώ δεκαετίες μετά την δημιουργία του. Ακόμη ακόμη μπορεί να παίζει ρόλο το ότι λόγω του κοσμοπολίτικου χαρακτήρα της και του πολυεθνικού της παρελθόντος, ως πόλη τριών αυτοκρατοριών, η Θεσσαλονίκη ενσωμάτωσε δημιουργικά το προσφυγικό στοιχείο, το οποίο παίζει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξή της μέχρι σήμερα, ενώ στα χρόνια της φρικτής ναζιστικής κατοχής στη δεκαετία του 1940, απώλεσε με βίαιο τρόπο το πιο δυναμικό οικονομικά στοιχείο της, τους Εβραίους, που εξολοθρεύτηκαν από τους Γερμανούς.
Ίσως πάλι να είναι όλα αυτά μαζί και από λίγο. Η ουσία δεν αλλάζει. Διότι οι πόλεις και οι περιοχές που «σημαδεύουν» στο ημερολόγιο τα τριήμερα και τα πενθήμερα, απέχουν από το νοούνται ως μητροπόλεις. Άλλωστε και όσοι βρίσκονται εκτός, αλλά «σημαδεύουν» στο πρόγραμμα τους τα τριήμερα της Θεσσαλονίκης είναι προφανώς ότι την ταξινομούν στις υποχρεώσεις τους. Pas mal, που λένε και οι Γάλλοι. Δηλαδή «δεν είναι κακό». Είναι απλώς περιοριστικό. Δεν μπορεί να αλλάξει πίστα, επίπεδο, κλάση, μια πόλη που χρειάζεται ουσιαστική πρόοδο για να αναπτυχθεί, ώστε να μην ασφυκτιά και να κρατήσει τους καλύτερους από τους δικούς της ανθρώπους, οι περισσότεροι εκ των οποίων σήμερα φεύγουν. Και όσοι από τους… έξω καλούς «βλέπουν» τη Θεσσαλονίκη -για παράδειγμα κάποιοι κατά καιρούς επικεφαλής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου ή του Κρατικού Θεάτρου Bορείου Ελλάδος- στην καλύτερη περίπτωση… πηγαινοέρχονται.