Είναι 4 τα ξημερώματα, Τετάρτη προς Πέμπτη. Βρέχει καταρρακτωδώς, αδιάκοπα από τις 11 το πρωί της Δευτέρας. Η Σοφία, με τα μεγάλα μελιά μάτια και τις χιλιάδες ομοιόμορφες μπούκλες, ξαγρυπνά μπροστά από το τεράστιο πλαϊνό παράθυρο του σαλονιού που μαστιγώνουν οι βαριές στάλες. Δαγκώνει αρειμανίως τις παρωνυχίδες της και στέκει να κοιτά έντρομη προς τη συμβολή της Σολωμού με την Ικτίνου. Από 'κει είχε ορμητικά ξεχυθεί το τσουνάμι λάσπης του Ιανού, τρία χρόνια πριν, όταν ο ποταμός Καράμπαλης και το ρέμα Γαβριά υπερχείλισαν, βυθίζοντας την πόλη της Καρδίτσας. «Θε μου, όχι πάλι».

Ο Θωμάς, ένας γιγαντόσωμος βέρος Καρδιτσιώτης, σκρόλαρε στο μικροσκοπικό, μες στην πελώρια παλάμη του, κινητό μπας και μάθει νέα απ' άλλους. Ήταν ακόμη βαθιά νύχτα, ούτε το Karditsalive είχε έκτακτη ενημέρωση. Με φόβο Κυρίου, έβαλε τις μαύρες γαλότσες και κατέβηκε στον δρόμο. Κάργα νερό, αλλά βρόχινο, όχι πηχτό καφέ, όπως στον Ιανό. Δεν είχε εισβάλει στο γκαράζ, δεν είχε ξαναμπεί στ' αμάξια, υπήρχε ροή προς τα φρεάτια. Αναθάρρησε, άρχισε να περπατά προς το φυσικοθεραπευτήριο. Το 2020 είχε πλημμυρίσει, μαζί με άλλους πέντε τού πήρε μια βδομάδα να καθαρίσει, η ζημιά στα μηχανήματα ήταν δεκάδες χιλιάδες ευρώ. Μέχρι να φτάσει, σέρνοντας τα πόδια μες στο νερό, τον βασάνιζε η σκέψη πώς θα βρει ξανά τη δύναμη για το φτου κι απ' την αρχή. Αγάλλιασε η ψυχούλα του όταν είδε ανέπαφο το μαγαζί, αλλά γρήγορα έσμιξε τα φρύδια κι αναρωτήθηκε. «Και πού πήγε όλο αυτό το νερό;».

Τον Γ., μηχανικό σε κατασκευαστική που αναλαμβάνει δημόσια έργα, τον ξύπνησαν στις 3 το ξημέρωμα, μαζί με όλους τους εργολάβους, να τρέξουν να υποστηρίξουν τ' αναχώματα γιατί κατέβαινε πολύ νερό. Πολύ πολύ νερό. Μες στη νύχτα και στη νεροποντή, κίτρινα φώτα γέμισαν τα χωράφια και τις γέφυρες γύρω απ' την πόλη: τζέισιμπι, φαγάνες, μπουλντόζες ενίσχυαν χωμάτινα παραπετάσματα στις δυτικές, δηλαδή τις εσωτερικές, όχθες των ποταμών που περιβάλλουν την Καρδίτσα, γιατί η λάσπη κυριολεκτικά την πολιορκούσε. Αυτά ήταν τα μοναδικά «αντιπλημμυρικά» που έγιναν στην περιοχή μετά την καταστροφή του 2020. «Ό,τι έργο έγινε έκτοτε ήταν μόνο αποκατάστασης, φτιάχτηκαν, δηλαδή, όσα είχαν χαλάσει από τον Ιανό».

Μαζί με εκατοντάδες άλλους, που κάηκαν στον λασπωμένο χυλό και θυμούνται μ' αποστροφή την αίσθηση, σα μια ουλή στη μνήμη που εξακολουθεί να πονά όταν την ανασκαλεύεις, οι τρεις τους έτρεξαν από την πρώτη στιγμή στον Παλαμά να βοηθήσουν. Στην αρχή με θηριώδη τρακτέρ και δυνατά αγροτικά, πάνω σε καρότσες, συνέδραμαν εθελοντικά την κοινωνική κουζίνα «Ο Άλλος Άνθρωπος», βοηθώντας στο μαγείρεμα, στην αγορά τροφίμων, στη συλλογή ειδών πρώτης ανάγκης, φαρμάκων και ρούχων, στήνοντας πάγκους και κατσαρολικά σε πεζοδρόμια και δρόμους λίγα μέτρα μακριά από τα λιμνάζοντα λασπόνερα που μούλιαζαν και μούχλιαζαν στωικά δεκάδες σπίτια. «Ο λαός σώζει τον λαό».

Rewind. Ο γάμος στα Φάρσαλα και το γλέντι στη Λάρισα είχαν προγραμματιστεί εδώ κι έναν χρόνο για την Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου. Παρότι πολλοί, αν όχι όλοι, ακύρωσαν τα μυστήρια που θα γίνονταν στις πληγείσες περιοχές το περασμένο Σαββατοκύριακο, ο Βασίλης κι η Βασιλεία αποφάσισαν να γίνει κανονικά. Αναπότρεπτα, λόγω της σχέσης μας, έπρεπε να παρευρεθούμε –έστω να προσπαθήσουμε. Πρώτα, όμως, έπρεπε να καταστρώσουμε το σχέδιο. Όλη την εβδομάδα πονοκεφαλιάζαμε πώς, αφού η ΠΑΘΕ ήταν κλειστή. Το αυθημερόν μέσω Εγνατίας, Καλαμπάκας, Τρικάλων, Καρδίτσας θα 'ταν εξουθενωτικό, έξι ώρες πάνε κι έξι ώρες έλα, μια ο γάμος και δυο-τρεις το γλέντι, δεν μένουν και πολλές ακόμη σε μία μέρα. Η ΠΑΘΕ, έστω κι έτσι, άνοιξε την Παρασκευή, αλλά η μετ' επιστροφής διαδρομή Θεσσαλονίκη-Λάρισα-Φάρσαλα-Λάρισα-Θεσσαλονίκη φάνταζε και πάλι γολγοθάς. Με το «ορίστε» φίλων από την Καρδίτσα, τα δεδομένα άλλαξαν, οπότε θα ξεκινούσαμε απ' το Σάββατο, για διανυκτέρευση, να «σπάσουν» τα χιλιόμετρα στο τιμόνι.

Θεωρητικά είχαμε λύσει το πώς -και τα πέντε ζευγάρια που θα κατηφορίζαμε από Θεσσαλονίκη-, αλλά οι εικόνες κι οι αναφορές από τη Θεσσαλία, παρότι είχαν μεσολαβήσει 11 μέρες από την επέλαση του Daniel, ήταν αποκαρδιωτικές: κομμένοι και πλημμυρισμένοι δρόμοι, αποκομμένα και βυθισμένα χωριά, διαλυμένα γεφύρια, γαστρεντερίτιδες, λοιμώξεις, λεπτοσπείρωση, ροταϊός, κουνούπια, μη πόσιμο νερό, αδυναμία ηλεκτροδότησης. Πού θα πάμε; Αξίζει;

Του υγειονομικού κινδύνου και της προβληματικής, αν όχι αδύνατης, πρόσβασης υπερίσχυσε η αγάπη για τα παιδιά, «να τους κάνουμε την καρδιά», «να πάρουν μια χαρά», «τέτοια μέρα», «αν λείπουμε κι εμείς τότε ποιος».

Πρώτη στάση πριν την πρώτη σήραγγα στα Τέμπη. Δεξιά η κοίτη του Πηνειού, ξέχειλη, τριπλασιασμένη κι αδηφάγα με τα γύρω χωράφια και πρανή. Η στάθμη του νερού χαμηλά, αλλά η νέα διατομή εξωπραγματικά διογκωμένη: τεράστιοι κορμοί δένδρων σωριασμένοι εκατέρωθεν του ρου, στραπατσαρισμένες μεγάλες λαμαρίνες, ανάμεσά τους κι ένα τεράστιο τμήμα της κρεμαστής πεζογέφυρας των Τεμπών που παρασύρθηκε επί 3 χιλιόμετρα για να σφηνώσει εκεί, ολόκληροι βράχοι στη μέση της κοίτης, τουμπανιασμένα νεκρά ζώα. Και λάσπη, πολύ λάσπη, ίσαμε το γόνατο, κι αυτό στα πλαϊνά, μόλις 5, το πολύ 10, μέτρα από την άσφαλτο της ΠΑΘΕ, το υπόστρωμα της οποίας φαίνεται ν' άντεξε.

Το GPS μάς λέει να βγούμε από την έξοδο του Ευαγγελισμού, αμέσως μετά το τέλος των σηράγγων, δίπλα στον τόπο της εθνικής τραγωδίας με τα δύο τρένα. Μάταια, ο δρόμος που προτείνεται είναι πλημμυρισμένος με τουλάχιστον 1,5 μέτρο νερό.

Αναστροφή, ξανά ΠΑΘΕ, αλλά στην επόμενη έξοδο, την πρώτη για Λάρισα, περιπολικά σε σταματούν, ο δρόμος από 'κει για Λάρισα είναι απροσπέλαστος, «έχει έξοδο πιο κάτω». Ξανά αναστροφή, ξανά ΠΑΘΕ. Το GPS έχει λαλήσει, σκαρφίζεται έξοδο που δεν υπάρχει, σε χώρο προσωρινής στάθμευσης. Φτάνουμε στο κομμάτι του αυτοκινητόδρομου όπου είναι ανοιχτή μόνο η αριστερή λωρίδα στο ρεύμα προς Αθήνα, η ταχύτητα πέφτει από τα 120 χλμ/ώρα στα 60. Στο οδόστρωμα χώμα, πάχους αρκετών χιλιοστών, πυκνή σκόνη αιωρείται, αριστερά σου διακρίνεις το διαχωριστικό διάζωμα: κάποιοι τσιμεντένιοι ογκόλιθοι, οι οποίοι σχηματίζουν το στηθαίο που του 'μελλε να λειτουργήσει σαν κυματοθραύστης, έχουν ανυψωθεί, οι φυτεμένοι θάμνοι από πάνω τους, κεκλιμένοι πια προς τ' αριστερά λόγω της ορμής, είναι καφέ, ενδεικτικό ότι η λάσπη τούς ξεπέρασε και τους ζωγράφισε. Δεξιά σου, προς Λάρισα, σοκ: θάλασσα, απέραντη θάλασσα, μια θάλασσα κάλμα, χωρίς κύματα, απνοϊκή -μόνο κάποια ψηλά δένδρα και μερικά φωτοβολταϊκά που ξεπροβάλλουν σου υπενθυμίζουν ότι εδώ είναι -ή ήταν- κάμπος.

Έξοδος προς Αγιά, ανοιχτή, πάμε κι όπου βγει. Ελάχιστα οχήματα κινούνται προς Λάρισα, πολλά βαρέα όμως βγαίνουν, ανάμεσά τους πυροσβεστικά και υδροφόρες. Η πόλη μέσα σού δίνει μια εικόνα καταθλιπτική: άδειοι δρόμοι, άδεια καφέ, λίγοι με τα πόδια και λίγοι με ποδήλατο, ενώ θαρρείς πως έχεις τηλεμεταφερθεί πίσω στο φθινόπωρο του 2020, στην εποχή του κορωνοϊού και της Δέλτα, αφού οι περισσότεροι φορούν μάσκες KN95. Ασυναίσθητα το παράθυρο ανοίγει, κάτι μυρίζει έντονα, σιγοκαίει τα ρουθούνια, αλλά είναι απροσδιόριστο. Το GPS εξακολουθεί να δείχνει ως ανοιχτούς δρόμους που είναι κλειστοί και δρόμους κλειστούς που τελικά είν' ανοιχτοί.

ΕΟ Λάρισας-Καρδίτσας. Χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες μπορεί κι εκατομμύρια χιλιόμετρα από μαύρα λάστιχα άρδευσης σωριασμένα σα φίδια μες στην άσφαλτο ή γαντζωμένα σ' ετοιμόρροπα, στρεβλωμένα ή παρασυρμένα μεταλλικά στηθαία, ακόμα και σκαρφαλωμένα σε συρματόσκοινα από κολόνες και στύλους ηλεκτρισμού. Ένας πλαστικός αχταρμάς μαζί με φερτά υλικά, κλαδιά από δένδρα και βλαστάρια από βαμβακοκαλλιέργειες ατάκτως ερριμμένα σ' όλο το οδόστρωμα. Τεράστιοι ξεκλάδωτοι κορμοί δένδρων κείτονται εκατέρωθεν του δρόμου, μαζί με ογκώδεις ακέραιες ή και μισοδιαλυμένες μπάλες χόρτου, μες σε σπαρμένα χωράφια που η καθισμένη λάσπη τα 'χει λειάνει, σα μια καλοδουλεμένη επιφάνεια τούρτας με σοκολάτα -μόνο που αυτή η πάστα είν' αποκρουστική. Και πιο βαθιά λιμνούλες, άλλες μεγάλες άλλες μικρές, ίσα ίσα να καθρεφτίζουν τον ήλιο στα μάτια του Θεού, να τον τυφλώνουν, όσο αντέχουν ακόμα, με την ανάμνηση του κατακλυσμού.

Στην πόλη της Καρδίτσας, η οποία πολιορκήθηκε απ' το νερό αλλ' αυτή τη φορά άντεξε, δεν υπάρχει τίποτα που να θυμίζει τη θεομηνία που μόλις πέρασε. Υπάρχουν, όμως, πολλά δακτυλικά αποτυπώματα της προηγούμενης. Οι ουλές που προκάλεσε ο Ιανός είναι εμφανείς ακόμη και σήμερα, τρία ολόκληρα χρόνια μετά, σ' ακατοίκητα, εγκαταλελειμμένα και παρατημένα κτήρια. Όπως στο ημιτελές φαραωνικό έργο του Διοικητηρίου Καρδίτσας, ένα τεράστιο κτηριακό συγκρότημα που υποτίθεται ότι θα στέγαζε όλες τις υπηρεσίες του νομού, σ' ένα έργο που ξεκίνησε το 2009 κι ακόμα δεν έχει ολοκληρωθεί, περνώντας από χίλια κύματα. Έν' απ' αυτά, το κύμα λάσπης του Ιανού, ζωγράφισε σ' όσους τοίχους είχαν προλάβει να βαφτούν, για να μη λησμονιέται η καταστροφή του 2020. Στα υπόγεια πάρκινγκ του λιμνάζει ακόμα νερό. Λίγο απ' τον Ιανό, λίγο απ' όλες τις ενδιάμεσες βροχές κι αρκετό απ' τον Daniel.

Κυριακή. Η Καρδίτσα ξυπνά χωρίς ρεύμα. Διακοπή έως τις 15:00. Οι δρόμοι της πόλης καταθλιπτικοί, είναι άδειοι, κανονικά τέτοια μέρα σφύζουν από ζωή, αλλά οι περισσότεροι έχουν φύγει στα χωριά τους, μοχθώντας να σώσουν πατρικά που βούλιαξαν. Κόσμο βλέπεις μόνο έξω από τα ζαχαροπλαστεία -είναι της Αγίας Σοφίας και των τριών θυγατέρων της*.
ΕΟ Καρδίτσας-Βόλου, για Βαμβακού Φαρσάλων, μέσα και πλάι από χωριά που πνίγηκαν πολύ και λίγο. Το ίδιο δυστοπικό σκηνικό παντού: δένδρα, σκουπίδια, χώμα, πέτρες, στραβωμένες κολόνες, στραπατσαρισμένα αυτοκίνητα, γκρεμισμένα και βουλιαγμένα σπίτια, λάσπη. Στο βάθος, μες στο υγρό κι απέραντο βαλτοτόπι, υψώνονται χοάνες πυκνών καπνών από δεκάδες διαφορετικά σημεία. Άλλοι καίνε φερτά υλικά, άλλοι καίνε κορμούς, άλλοι καίνε ζώα, άλλοι καίνε το λασπωμένο βιος τους.

Βαμβακού, το χωριό του βαμβακιού αλλά κι ο τόπος όπου έτυχε να 'χουν παντρευτεί δύο γυναίκες από τον εξωτικό Άγιο Δομίνικο, δίχως να γνωρίζονταν πρωτύτερα μεταξύ τους· survivors στην Ελλάδα και στη Θεσσαλία. Η μία μάνα της νύφης, η άλλη κουμπάρα. Το προγλέντι στο στολισμένο σπίτι της Βασιλείας δεν είναι όπως συνηθίζεται. Η μουσική παίζει, μα κανείς δεν χορεύει. Είναι μέρα χαράς, αλλά στα χαμόγελα τα χείλη είναι σφιγμένα. Οι κουβέντες δεν αφορούν το ζευγάρι, αλλά την καταστροφή. Μόνο τα παρανυφάκια και τα παιδαρέλια τρέχουν και κάνουν σαματά, μόνο οι μύγες και τα κουνούπια γλεντοκοπούν.

Φάρσαλα. Στον δρόμο για 'κει, σ' ένα τεράστιο ισοπεδωμένο οικόπεδο γεμάτο λασπουριά και χιλιάδες τόνους παρασυρμένων, ακόμα και οχημάτων, τσιγγάνοι ξεδιαλέγουν σκουπίδια ανάμεσα στους ογκώδεις σωρούς, ενώ παραδίπλα σχηματίζουν συστάδες και βάζουν φωτιά σ' ό,τι νεκρό -υλικό, φυτικό, ζωικό.



Σε μια διασταύρωση πριν την είσοδο, μια σιδερένια στάση λεωφορείου χάσκει μεταξύ γκρεμού και μισοφαγωμένης ασφάλτου. Στο στενό παγκάκι της κάθονται και περιμένουν μόνο μεγάλα κλαδιά κι αρδευτικά λάστιχα -τους προστατεύει μια κορδέλα.

Οι κόρνες από το κονβόι και οι καμπάνες της εκκλησίας της Κοιμήσεως Θεοτόκου διαλύουν τη νεκρική ησυχία της κωμόπολης που, αν και το νερό απ' τις ρεματιές και τα στενά τη διέτρεξε μ' ορμή, γλύτωσε τον εφιάλτη. Όλο αυτό το νερό κατέληξε στον οργισμένο Ενιπέα, η φυσιογνωμία του οποίου άλλαξε, η κοίτη του τριπλασιάστηκε, τα «S» που κάνει καταβρόχθισαν ολόκληρα οικόπεδα και οδοστρώματα στις ανάποδες κλίσεις του.

Νίκαια, έξω απ' τη Λάρισα, το γλέντι. Στα τραπέζια δεσπόζουν σερβίτσια, κρασιά, εμφιαλωμένα νερά και εντομοαπωθητικά -στην ατμόσφαιρα η μυρωδιά τους υπερισχύει της κολόνιας. Οι περισσότεροι τρώνε, έστω και δειλά, άλλοι δεν αγγίζουν. Το ζευγάρι φτάνει, κάνει την είσοδο, βεγγαλικά ανάβουν κι όλοι σηκώνονται, όχι, όμως, ακόμη για να χορέψουν. Αυτό θα 'ρθει σταδιακά, όταν το σκοτάδι γίνει πυκνότερο και κρύψει στη μαύρη, ζοφερή αγκαλιά του τα γύρω πλημμυρισμένα. Σαν όαση μες στο έρεβος, τα δεκάδες λαμπιόνια, με συνοδούς τα ντεσιμπέλ, αναπόφευκτα ζεσταίνουν το γλέντι κι ο χορός ανοίγει, οι αναστολές βουλιάζουν και τα πόδια αρνούνται να υπακούσουν στη συνείδηση. Ενδίδουν στην ευγενική αφροσύνη της ευτυχίας που τόσο μας λείπει. Σήμερα γάμος γίνεται.
ΠΑΘΕ, προς Θεσσαλονίκη, 2 το ξημέρωμα. Η νύχτα ζέχνει θάνατο, απ' τον ρυπαρό πλημμυρισμένο κάμπο της Λάρισας μέχρι τις σήραγγες των Τεμπών η αποφορά είναι μαρτυρικά ανυπόφορη, διαπερνά και τη λειτουργία της ανακύκλωσης αέρα στο αυτοκίνητο -ένας Θεός μόνο ξέρει τι διεργασίες αποσύνθεσης γίνονται και πού οφείλονται οι αναθυμιάσεις, τι κρύβεται στα μυστικά του βάλτου. «Πώς θα ζήσουν αυτοί οι άνθρωποι εδώ;».
Θα ζήσουν. Θα ζήσουν εάν όσοι τούς διαφεντεύουν επιδείξουν σοφία. Θα αντέξουν με πίστη, θα παλέψουν μ' ελπίδα, θα αναγεννηθούν μ' αγάπη.
*Την Κυριακή του γάμου ήταν της Αγίας Σοφίας και των τριών θυγατέρων της: της Πίστης, της Ελπίδας και της Αγάπης.