Skip to main content

Τελικά είναι εφικτή η συναίνεση των κομμάτων και οι κυβερνήσεις συνεργασίας;

Τα δεδομένα που προκύπτουν από τη μεγάλη έρευνα του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών, η στάση των κομμάτων και η διάθεση για να βρουν τη χρυσή τομή. Τόσο κοντά και τόσο μακριά...

Ο «Δείκτης Νομοθετικής Συναίνεσης», που εκδίδει το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών, είναι μια πολύ σημαντική δουλειά, η οποία δεν τυγχάνει μεγάλης προβολής, ενώ κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να αποτελεί κυρίαρχο ζήτημα στον δημόσιο διάλογο, διότι αφορά στην ποιότητα της Δημοκρατίας μας και δίνει χρήσιμα συμπεράσματα για τη συμπεριφορά των κομμάτων όσον αφορά στο συλλογικό συμφέρον.

Το οποίο συλλογικό συμφέρον φαίνεται να μην μπαίνει σε πρώτη μοίρα, ειδικά όσο πλησιάζουμε σε εκλογές. Δείγμα της νοοτροπίας που επικρατεί στο πολιτικό μας σύστημα, των ιδεοληψιών (ανεξαρτήτως ποιος κυβερνά και ποιος είναι στην αντιπολίτευση), της ανυπαρξίας βούλησης για συναινέσεις και της αδιάκοπης προσπάθειας να διαφωνήσουν τα κόμματα μεταξύ τους παρά να συμφωνήσουν, ακόμη και στα προφανή, ακόμη και στα αυτονόητα, ακόμη και στα δεδομένα. Η εξεύρεση της χρυσής τομής είναι τελικά τόσο δύσκολη;

Στο τελευταίο δελτίο του το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών αναλύει δεδομένα (που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν) και ανεξάρτητα από την άποψη που έχει καθένας, είναι εξαιρετικά χρήσιμα για να βγουν συμπεράσματα.

Ο «Δείκτης Νομοθετικής Συναίνεσης» καλύπτει το διάστημα από τις εκλογές του 2019 (Ιούλιος) μέχρι τώρα, που διαλύθηκε η Βουλή και δεν παράγεται νομοθετικό έργο (Απρίλιος 2023). Καλύπτει δηλαδή όλη την κοινοβουλευτική περίοδο που ολοκληρώθηκε. Εξετάζει δε το κατά πόσο τα κόμματα της αντιπολίτευσης συναινούν, ψηφίζοντας υπέρ επί της αρχής στο νομοθετικό έργο της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας.

Συναίνεση ή ρήξη χαρακτήρισαν την κοινοβουλευτική περίοδο που μόλις έληξε; Υπάρχει σύγκλιση των κομμάτων σε βασικές πολιτικές; Υπάρχει το έδαφος για την καλλιέργεια προγραμματικών ή (ακόμη πιο δύσκολα) ιδεολογικών συγκλίσεων; Πέφτουν οι διαχωριστικές γραμμές ή συνεχώς αποκλίνουν περισσότερο τα κόμματα;

Η έρευνα δείχνει ότι στις νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης της ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη υπήρξαν πολύ μεγάλες αποκλίσεις στην κοινοβουλευτική στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει η έρευνα: «κυβερνητική πλειοψηφία ψήφισε χωρίς την στήριξη κάποιου αντιπολιτευτικού κόμματος σχεδόν τα μισά νομοσχέδια που εισήγαγε (45,7%), ενώ με τη στήριξη ενός κόμματος της αντιπολίτευσης ψήφισε το 29,7% των νομοσχεδίων, με τη στήριξη δύο κομμάτων της αντιπολίτευσης ψήφισε το 17,5% των νομοσχεδίων, με τη στήριξη τριών κομμάτων της αντιπολίτευσης ψήφισε το 4,8% των νομοσχεδίων, ενώ τέλος με τη στήριξη τεσσάρων κομμάτων της αντιπολίτευσης ψήφισε το 2,2% των νομοσχεδίων». Ομόφωνα δεν ψηφίστηκε ούτε ένα νομοσχέδιο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ υπερψήφισε μόλις ένα στα πέντε νομοσχέδια της κυβέρνησης (20,1%), ενώ από την άλλη το ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ υπερψήφισε σχεδόν τα μισά (49,4%). Το ΚΚΕ ήταν μακράν το πιο αρνητικό στις νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας (0,4%), ενώ εξαιρετικά αρνητικό ήταν το ΜέΡΑ25 (4,1%). Η Ελληνική Λύση υπερψηφίζοντας μόλις το 14,1% των κυβερνητικών νομοσχεδίων, αποδείχτηκε σε μεγαλύτερη απόσταση από την κυβέρνηση ακόμη κι από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Ακόμη ένα από τα ευρήματα έχει επίσης μεγάλη αξία και δείχνει πολλά. Η έρευνα συνέκρινε τη στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης απέναντι στις κυβερνητικές πρωτοβουλίες το 2019, όταν ακόμη η Βουλή ήταν στις αρχές της, με το 2023, όταν πλέον είχαμε μπει σε προεκλογική περίοδο νομοτελειακά. Εκεί πλέον λειτούργησε η κομματική συσπείρωση, η ικανοποίηση του κομματικού ακροατηρίου και οι ανάγκες διαφοροποίησης εν όψει εκλογικής μάχης. Έτσι έπαψε κάθε διάθεση για συναίνεση από όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Η νομοθετική συναίνεση όμως δεν κρίνεται όμως μόνον από τη στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης, αλλά κι από τις επιλογές της κυβέρνησης. Κάποιος μπορεί τεκμηριωμένα να εκτιμήσει ότι ο περιορισμός της νομοθετικής συναίνεσης στην τελική ευθεία είναι αποτέλεσμα νομοθετικών πρωτοβουλιών της κυβέρνησης, στις οποίες υπάρχει το χαρακτηριστικό της προσπάθειας για το κλείσιμο λογαριασμών την τελευταία στιγμή...

Σε κάθε περίπτωση, ο ΣΥΡΙΖΑ το 2023 δεν συναίνεσε ούτε σε ένα νομοσχέδιο, το ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ περιόρισε τη συναίνεση από το 55,6% του 2019 στο 44% το 2023, το ΚΚΕ που είχε βρει μερικά νομοσχέδια για να υπερψηφίσει στην αρχή της θητείας της κυβέρνησης, δεν βρήκε ούτε ένα το 2023, η Ελληνική Λύση έπεσε στο 4% το 2023, από 48,1% το 2019 και το ΜέΡΑ25, ενώ πριν από τέσσερα χρόνια υπερψήφιζε μια στις δέκα νομοθετικές πρωτοβουλίες, το 2023 δεν συναίνεσε με κάποια.

Δυο ακόμη βασικά συμπεράσματα της έρευνας, όπως τα εξάγει το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών, είναι τα εξής:

-Μετά τη δημοσιοποίηση της υπόθεσης των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων και έως το τέλος του 2022 (Αύγουστος – Δεκέμβριος 2022), το ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ υπερψήφισε το 44% των νομοσχεδίων της κυβερνητικής πλειοψηφίας, καταγράφοντας μείωση της τάξεως των 9 ποσοστιαίων μονάδων σε σύγκριση με το ποσοστό υπερψήφισης κατά την περίοδο Ιανουαρίου – Ιουλίου 2022. Όπως προκύπτει από τα δεδομένα για το 2022, έτος δημοσίευσης της υπόθεσης των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων, η μεταβολή της νομοθετικής συναίνεσης των κομμάτων της αντιπολίτευσης δεν φαίνεται να είναι στατιστικά σημαντική.

-Η μεγαλύτερη νομοθετική συναίνεση της περιόδου καταγράφηκε σε νομοσχέδια και διεθνείς συμβάσεις που αφορούν την Εθνική Άμυνα και την Εξωτερική Πολιτική, ενώ η μικρότερη σε νομοσχέδια που αφορούν την Παιδεία, ενώ ακολουθεί η Υγεία, το Κράτος και Δημόσια Διοίκηση, και η Οικονομία.

Και κάτι επιπλέον, που θεωρώ σημαντικό από τα συμπεράσματα της έρευνας: «Από το σύνολο των δεδομένων της περιόδου 2004-2023, φαίνεται πως η νομοθετική συναίνεση σχετίζεται με την ιδεολογική τοποθέτηση. Όταν η ιδεολογική τοποθέτηση των κομμάτων της αντιπολίτευσης βρίσκεται πιο κοντά στο κέντρο της παραδοσιακής κλίμακας αριστεράς (0) – δεξιάς (10), τότε αυτά δείχνουν να συναινούν περισσότερο στο νομοθετικό έργο της κυβερνητικής πλειοψηφίας».

Χρήσιμα συμπεράσματα μπορεί να βγάλει κάποιος κι από τη στάση των κομμάτων όταν είναι στα έδρανα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών εξετάζοντας την περίοδο 2004 – 2023 αποτυπώνει την εξής εικόνα: «Τα κόμματα που βρέθηκαν στην αξιωματική αντιπολίτευση κατά την περίοδο 2004-2023 δεν εμφανίζεται να διατηρούν ενιαία στάση απέναντι στο νομοθετικό έργο της αντίστοιχης πλειοψηφίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως αξιωματική αντιπολίτευση την περίοδο 2012-2015, σημείωσε τη μικρότερη νομοθετική συναίνεση, ενώ το ΠΑΣΟΚ την περίοδο 2007-2009, και ο ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο 2019-2023 παρουσιάζουν μία ηπιότερη στάση, υπερψηφίζοντας επί της αρχής περίπου 20%-24% των νομοσχεδίων της πλειοψηφίας. Ακόμα πιο συναινετικό ήταν το ΠΑΣΟΚ την περίοδο 2004-2007, υπερψηφίζοντας πάνω από 1 στα 3 νομοσχέδια. Η ΝΔ τις περιόδους 2009-2011 και 2015-2019 σημείωσε τη μεγαλύτερη νομοθετική συναίνεση, υπερψηφίζοντας επί της αρχής περίπου 1 στα 2 νομοσχέδια της πλειοψηφίας».

Και τέλος η έρευνα δείχνει και το νομοθετικό έργο των κυβερνήσεων της τελευταίας εικοσαετίας στη χώρα για να έχουμε και μια εικόνα των κυβερνητικών πρωτοβουλιών.

«Στο πλαίσιο της μελέτης εξετάστηκαν όλα τα νομοσχέδια και οι κυρώσεις διεθνών συμβάσεων που ήρθαν προς ψήφιση από τις εκλογές του Μαρτίου του 2004 ως και τον Απρίλιο του 2023. Ο συνολικός όγκος των νομοθετημάτων (νομοσχέδια και διεθνείς συμβάσεις) που εξετάστηκαν είναι 1.805, από τα οποία:

-368 εισήχθησαν από την κυβέρνηση ΝΔ 2004-2007,

-201 εισήχθησαν από την κυβέρνηση ΝΔ 2007-2009,

-223 εισήχθησαν υπό την κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ 2009-2011,

-45 εισήχθησαν από την κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ 2011-2012,

-244 εισήχθησαν από τη συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ για τον πρώτο χρόνο 2012-2015,

-17 εισήχθησαν από τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ Ιανουάριος – Σεπτέμβριος 2015,

-284 εισήχθησαν από τη νέα συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ 2015 – 2019 και

-423 εισήχθησαν υπό την κυβέρνηση της ΝΔ 2019-2023.

Εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο για όσους μελετούν την πορεία των πολιτικών πραγμάτων στη χώρα μας και για όσους θέλουν να αποφασίζουν με βάση τα δεδομένα κι όχι τις εντυπώσεις ή τις προσωπικές εκτιμήσεις και προτιμήσεις.

Αυτό που προσωπικά συμπεραίνω είναι ότι είμαστε μεν μακριά από προγραμματικές συγκλίσεις και ευρύτερες ουσιαστικές και εποικοδομητικές κυβερνητικές συναινέσεις, καθώς το συλλογικό συμφέρον συνήθως υποχωρεί έναντι του κομματικού και της προσπάθειας για ανάληψη της εξουσίας, όχι όμως και τόσο μακριά εφόσον πάψουν να επικρατούν συνθήκες πόλωσης και τοξικό κλίμα.

Άρα οι κυβερνήσεις συνεργασίας δεν χρειάζεται να είναι προϊόν ανάγκης, αλλά προϊόν πολιτικού πολιτισμού, διαρκούς διαλόγου και πραγματικής συναίνεσης σε βασικές πολιτικές. Αν όλοι γίνουν λίγο πιο διαλλακτικοί θα μπορούσαν πολλά να αλλάξουν... Πιθανώς (για άλλους προφανώς) όχι από τις επόμενες εκλογές, αλλά στο εγγύς μέλλον.