Skip to main content

Τέμπη και εμπιστοσύνη: Tο 58ο θύμα της τραγωδίας 

Τα 57 θύματα των Τεμπών δεν γυρίζουν πίσω. Η εμπιστοσύνη όμως της κοινωνίας πρέπει να «επιστρέψει», γιατί αλλιώς θα λέμε «τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει» και «τίποτα δεν είναι όπως παλιά» και χωρίς εμπιστοσύνη τίποτε δεν θα λειτουργεί κανονικά. 

Το πνίξιμο στον λαιμό που κατέβασε εκατοντάδες χιλιάδες σε πλατείες και δρόμους, εντός και εκτός Ελλάδας, έδωσε τελικά ένα αληθινό μήνυμα, καθαρό και ξάστερο: δικαίωση. Δικαίωση για όλα μαζί. Όσοι ήταν εκεί ήξεραν πολύ καλά γιατί άφησαν καναπέδες, μαγαζιά, δουλειές, παιδιά και κατέβηκαν για να ακουστούν. Δεν άφηνε  αμφιβολίες ή παρερμηνείες η στάση τους. Αυτά ακούστηκαν μετά από όσους δεν ήθελαν να αφουγκραστούν το μήνυμα. 

Το σώμα της κοινωνίας των εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων με τις διαφορετικές πολιτικο-οικονομικο-κοινωνικές αφετηρίες είχε μια πρωτοφανή συνομιλία με την πολιτεία και την εξουσία, που όμοιά της δεν είχαμε δει ποτέ, τουλάχιστον τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. Δεν υπήρχε προσυνεννόηση. Ήξεραν όλοι τι λένε χωρίς να λένε, τι φωνάζουν χωρίς να βγαίνει φωνή από το στόμα, χωρίς να περιμένουν κάποιο σινιάλο. Μόνο και μόνο με τη συμμετοχή τους διατράνωσαν πως τα Τέμπη δεν είχαν μόνον 57 θύματα. Στα Τέμπη θυσιάστηκε και η εμπιστοσύνη μας στους θεσμούς. 

Η εμπιστοσύνη πρωτίστως στη Δικαιοσύνη, αυτή που θα τιμωρήσει τους υπαίτιους, αυτή που όλοι επικαλούνται, αλλά βλέπουν ταυτόχρονα πως μένει άπραγη. Η εμπιστοσύνη επίσης προς μια κυβέρνηση στην οποία έδωσαν ένα ποσοστό πλήρους αυτοδυναμίας, για να φέρει τα πράγματα στο φως, να διορθώσει τα αμέτρητα κακώς κείμενα, να τους σέβεται, να λογοδοτεί για τα κακώς καμωμένα και να παραδέχεται λάθη και παραλείψεις. 

Τα 57 θύματα των Τεμπών δεν γυρίζουν πίσω. Η εμπιστοσύνη όμως της κοινωνίας πρέπει να «επιστρέψει», γιατί αλλιώς θα λέμε «τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει» και «τίποτα δεν είναι όπως παλιά» και χωρίς εμπιστοσύνη τίποτε δεν θα λειτουργεί κανονικά. 

Για να σωθεί όμως έστω η εμπιστοσύνη, χρειάζονται έργα και πράξεις και κανένα ευχολόγιο δεν μπορεί να την αναστήσει. Κατ΄ επέκταση, χρειάζεται ειλικρίνεια και αυτοκριτική για να ακούσει κανείς τη φωνή της κοινωνίας. Γιατί βεβαίως -ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας- το μήνυμα στάλθηκε ορθά κοφτά προς την κυβέρνηση. Πώς αλλιώς άλλωστε, αφού αυτή ορίζει τις τύχες του τόπου, αυτή έχει το μαχαίρι και το πεπόνι, αυτή και την ευθύνη. 

Δεν νοείται να λέμε απλά «ελήφθη όβερ» και τώρα προχωράμε σε ενέργειες. Ούτε κορώνες από κάποιους, ούτε σεμνούς απολογισμούς από άλλους, ούτε εργαλειοποιήσεις από τρίτους χρειαζόμαστε. Να κοιταχτούμε στον καθρέφτη θέλουμε, παραδοχές θέλουμε, αυτοκριτική, δίκαιη μεταχείριση, ισονομία, αυτά θέλει η κοινωνία, τα έχει ανάγκη, να καθαρίσουμε με το παρελθόν πρώτα, για να πάμε μετά μπροστά, με λόγια ξεκάθαρα, όχι ήξεις αφήξεις. 

Στο Σύνταγμά μας είναι ξεκάθαροι οι ρόλοι ανάμεσα στη νομοθετική εξουσία και τη Δικαιοσύνη, στην πράξη όμως η λαϊκή αίσθηση είναι ότι γίνεται ηθελημένα μπέρδεμα, πράγμα ανεπίτρεπτο και τραυματικό για μια κατά τα άλλα ευνομούμενη πολιτεία.

Σημειώνω, πως και η τελευταία έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την κατάσταση της Δικαιοσύνης στην Ελλάδα, τον περασμένο Ιούλιο, έδειχνε πως έχουμε σοβαρά ζητήματα να λύσουμε. Τότε, δύο έγκριτοι επιστήμονες, ο Αντώνης Καραμπατζός, Καθηγητής στη Νομική Σχολή του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, και ο Κωνσταντίνος Σαραβάκος, υποψήφιος διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Επικεφαλής Ερευνών στο Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών, αναλύοντας την έκθεση είχαν δημοσιεύσει  μια εκτεταμένη μελέτη στο Σύνταγμα Watch.gr . Σε αυτήν ανέφεραν μεταξύ άλλων πως η πλειονότητα των Ελλήνων πολιτών αντιλαμβάνεται την ανεξαρτησία των δικαστηρίων και των δικαστών ως κακή (δηλαδή χαμηλή), σε αντίθεση με τον μέσο όρο των πολιτών της ΕΕ, που την θεωρεί καλή, και ότι το σταθερό αυτό πλέον χαρακτηριστικό υπονομεύει σοβαρά την εμπιστοσύνη των πολιτών σε έναν βασικό πυλώνα ενός σύγχρονου κράτους δικαίου. Παράλληλα, επισήμαναν ότι η εμπιστοσύνη των πολιτών και των επιχειρήσεων σε έναν από τους βασικότερους θεσμούς του κράτους (σ.σ. τη Δικαιοσύνη) είναι κρίσιμη για τη διασφάλιση της σταθερότητας και της αποτελεσματικότητας κατά την εφαρμογή των κανόνων δικαίου. Τι δεν καταλαβαίνουμε; Εναπόκειται στην εκτελεστική εξουσία, με μια λέξη στην κάθε κυβέρνηση, να διορθώσει την κατάσταση. Ούτε η έκθεση θα διαβάστηκε, ούτε το καμπανάκι της ακούστηκε. 

Τα όσα συνοπτικά ανέφερε ο πρωθυπουργός στη διαφορετική αυτήν τη φορά κυριακάτικη ανάρτησή του στα κοινωνικά δίκτυα δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Ξεχωρίζω ανάμεσα στα άλλα τα παρακάτω από την τοποθέτησή του: «Την Παρασκευή, η Δημοκρατία μας απέδειξε τη δύναμή της. Είναι ένδειξη μεγάλης κοινωνικής ευαισθησίας ότι τόσοι συμπατριώτες μας, κάθε ηλικίας, επέλεξαν να βρεθούν στους δρόμους και στις πλατείες και με τρόπο ειρηνικό να εκφράσουν τα συναισθήματά τους. Οι πολίτες, τόσο αυτοί που διαδήλωσαν όσο και εκείνοι που πένθησαν αθόρυβα, ζήτησαν τα αυτονόητα: Αλήθεια και Δικαιοσύνη για τα θύματα. Ένα κράτος που να λειτουργεί, ώστε να μην ξανασυμβεί τέτοια τραγωδία. Ασφαλείς και σύγχρονες συγκοινωνίες που να αξίζουν στη χώρα». Σαν να μην αφορά την κυβέρνηση η «φωνή λαού» της Παρασκευής, σαν να κοιτάει κι αυτή ως παρατηρητής τα τεκταινόμενα, σαν να πήγε το μήνυμα τελικά σε κάποιο… cloud! 

Υ.Γ.: Αλήθεια, η αναφορά του πρωθυπουργού πως το στοίχημα είναι η ασφάλεια του Ελληνικού Σιδηροδρόμου και «ο πρώτος σταθμός του θα είναι μία άρτια και ασφαλής γραμμή Αθήνα-Θεσσαλονίκη έως το 2027», πώς πρέπει να διαβαστεί; Ότι δεν πρέπει να ανεβούμε σε τρένο μέχρι το 2027;