Skip to main content

Θεσσαλονίκη: Εκδήλωση για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο από τον ΚΕΜΕΣ την ερχόμενη Δευτέρα

Θα διανεμηθούν στους θεατές από το ΚΕΜΕΣ δέκα βιβλία σχετικά με τον Αγγελόπουλο

Βραδιά αφιερωμένη στο έργο του Θόδωρου Αγγελόπουλου διοργανώνουν οι «Σινεφίλ Δευτέρες» του Κέντρο Μελετών και Ερευνών για το Σινεμά στη Θεσσαλονίκη, τη Δευτέρα 10 Ιουλίου στις 20:30 στον θερινό κινηματογράφο «Απόλλων».

Στην έναρξη της βραδιάς θα πραγματοποιηθεί συζήτηση που θα συντονίσει ο Αλέξης Δερμεντζόγλου και θα μιλήσουν οι Βασίλης Κεχαγιάς, δημοσιογράφος και πρόεδρος της «Πανελλήνιας Ένωσης κριτικών κινηματογράφου» (ΠΕΚΚ), Ανδρέας Τύρος, κριτικός κινηματογράφου και πρώην πρόεδρος της ΠΕΚΚ, Στράτος Κερσανίδης, κριτικός κινηματογράφου, δημοσιογράφος και αντιπρόεδρος της ΠΕΚΚ και του ΚΕΜΕΣ, και Πάνος Αχτσιόγλου, κριτικός κινηματογράφου.

Ο Αλέξανδρος Τριανταφύλλου, δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός και συνθέτης, θα παρουσιάσει με τη φυσαρμόνικα του το «Βαλς του γάμου» και άλλες συνθέσεις της Ελένης Kαραΐνδρου από τη συνεργασία της με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο.

Παράλληλα, θα διανεμηθούν στους θεατές από το ΚΕΜΕΣ δέκα βιβλία σχετικά με τον Αγγελόπουλο.

Στη συνέχεια, θα προβληθεί ο «Μελισσοκόμος», που είναι και η πρώτη ελληνική ταινία που προβάλει η κινηματογραφική λέσχη στη δεκαετή πορεία της.

«Ο μελισσοκόμος» γυρίστηκε σε Ελλάδα, Γαλλία και Ιταλία το 1986 και είναι διάρκειας 122 λεπτών.

Στη σκηνοθεσία ήταν ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, στο σενάριο οι Θόδωρος Αγγελόπουλος, Τονίνο Γκουέρα, Δημήτρης Νόλλας. Παίζουν οι Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Νάντια Μουρούζη, Ντίνος Ηλιόπουλος, Σερζ Ρετζιανί, Τζένη Ρουσσέα, Δημήτρης Πουλικάκος. Μουσική: Ελένη Kαραΐνδρου. Φωτογραφία: Γιώργος Αρβανίτης.

Λίγα λόγια για την ταινία:

«O Σπύρος, δάσκαλος σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, μετά το γάμο της κόρης του και την αναχώρηση του γιου του για σπουδές, εγκαταλείπει τη διδασκαλία, το σπίτι και τη γυναίκα του και ξεκινά κι αυτός το "ταξίδι" του, διασχίζοντας τη χώρα με τις κυψέλες του, ακολουθώντας το δρόμο της Άνοιξης, τον δρόμο των μελισσών. Η συνάντησή του με μια κοπέλα θα ζωντανέψει παλιά συναισθήματα κι αναμνήσεις.

Η έβδομη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου είναι ένα προφητικό υπαρξιακό οδοιπορικό, ένα επίκαιρο σχόλιο για τη σύγχρονη κρίση αξιών, με σπουδαίες κατασκευαστικές αρετές και έναν έξοχο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι στον πρωταγωνιστικό ρόλο».

Μετά το τέλος της προβολής θα ακολουθήσει συζήτηση με το κοινό

Στους θεατές θα διανεμηθεί η ακόλουθη κριτική του Αλέξη Δερμεντζόγλου.

«Ο Σπύρος, ένας δάσκαλος στο Βορά της χώρας, που ασχολείται με τα μελίσσια, αρχές μιας άνοιξης παντρεύει την κόρη του, παραιτείται από το σχολείο, εγκαταλείπει την σύζυγο και τον μικρό του γιό, που ετοιμάζεται για σπουδές, και φεύγει προς τη Στερεά Ελλάδα όπου ο καιρός ευνοεί για την εξέλιξη της μελισσοκομίας. Συναντάει μια νέα κοπέλα που επιμένει να την πάρει μαζί του στην περιπλάνηση και στις δουλειές του.

Εκ των υστέρων αντιλαμβάνομαι πως είναι η πιο νεωτερική ταινία της προβληματικής αλλά και της αισθητικής πρότασης του Αγγελόπουλου που στηρίζεται και πάλι στην μουσική αλλά και στην εξαιρετική φωτογραφία μαζί με πολλές αναφορές στο έργο του.

Μια ταινία των μέσων της δεκαετίας του ΄80 όχι μόνον ικανοποιεί όλα τα αιτήματα ενός σύγχρονου σινεμά αλλά θέτει και τα θεμέλια μιας έγκαιρης πρόγνωσης. Όλα τα σύμβολα είναι εδώ, παρόντα. Οι κυψέλες, δηλαδή η κοινότητα, το μοναχικό δένδρο, δηλαδή η τελευταία αντίσταση, το ροκ που συνεπάγεται την αμφισβήτηση, το σινεμά που ζωντανεύει μόνον όταν γίνει μέρος της πραγματικότητας. Κι ακόμα το ξύρισμα του άνδρα από την νέα γυναίκα, δηλαδή ο ευνουχισμός και η υποταγή του. Και επίσης το δάγκωμα της παλάμης του από την ίδια και το αίμα που αναβλύζει δηλαδή η ανάσταση , η παλιννόστηση ως μετωνυμία του αιματηρού παρελθόντος.Και το γνωστό τραγούδι του ροκ «I hit the road…» φεύγω, εγκαταλείπω, ανοίγομαι. ΄Όμως όλα αυτά είναι τυμβωρυχία μπρος στο θαυμαστό ενιαίο φιλμικό σύμπαν του Αγγελόπουλου που το θρυμματίζει συνειδητά. ΄Όλα είναι σινεμά, δρόμος, Αντονιόνι, Βέντερς, Ταρκόφσκι, Ρόζι. Όλα είναι αόριστα και σιωπηλά. Η ιδεολογική καταβολή, η παιδεία που αποχωρεί, ο φίλος που πεθαίνει, οι αδειασμένες παρακαταθήκες.

Υπαρξιακό θρίλερ δρόμου «Ο μελισσοκόμος». Όλα έχουν σωπάσει ή μεταποιηθεί. Η νέα γενιά είναι αμφίσημη. Παραδίδεται όποτε επιθυμεί στις ηδονές, απαιτεί αιφνιδιαστικά και το συναίσθημα. Μόνη ελπίδα πλέον το σύμπαν η μετα-φυσική του Αρσένι Ταρκόφσκι, η αυτοκτονία με ότι πιο πολύ αγαπάς και φροντίζεις. Τα πλάνα σεκάνς αποκτούν μια απαράμιλλη νοηματική αισθητική. Δεν υπάρχει τίποτα παρά θάνατος και σιωπή.

‘Όταν βλέπω τώρα τον «Μελισσοκόμο» καταλαβαίνω απόλυτα τις αντιφάσεις του 2023 τους «Ελιγμούς της χελώνας» (για να αναφερθώ σ΄ένα σύγχρονο ισπανικό θρίλερ που με ενθουσίασε. Όλα απαιτείται να χτισθούν από την αρχή. Το είπε και ο Κάρπεντερ δέκα χρόνια αργότερα στην «Απόδραση από το Λος ΄Αντζελες» (1995).

Για την ώρα σιωπή, δυστοπία και φόβος μπρος στο άγνωστο του σύμπαντος. Τι θα βάλουμε στη θέση της ιδεολογίας; Τι θα τοποθετήσουμε εκεί που χάθηκε η γεωγραφία; Τι θα επιλέξουμε για την απώλεια του έρωτα; Και ιδίως με τί θα γεμίσουμε το πελώριο κενό της Ιστορίας που θρυμμάτισε όλα τα προηγούμενα; Ο Αγγελόπουλος απελπισμένος αποφεύγει να προτείνει κάτι που δεν υπάρχει ακόμα και τώρα. Φαίνεται πως ως μια θολή απάντηση προτείνει τη γνώση, την γνωριμία με το σύμπαν το οποίο απαιτείται να κατανοήσουμε. Θυμίζει κάτι από την καφκική πόρτα της «Δίκης». Το αίτημα προς το σύμπαν έγινε. Για την ώρα δεν υπάρχει θετική απάντηση. Σιωπή σ΄ένα φιλμ που σε παγώνει στην κυριολεξία, σε ενοχοποιεί, σε εγκαλεί σε αυτοκριτική για την έστω άθελη συμμετοχή (σου) στην παγίωση αυτή του έρημου τόπου, για να θυμηθώ και τον Νίκολας Ρέι και την υπέροχη ταινία του. Και φυσικά αφού σημειώνει τα κενά του τέλους της Ιστορίας, γεωγραφίας, ιδεολογίας και έρωτα, συμπληρώνει το πεντάγωνο. Τι υποκαθιστά το κενό του σινεμά; Μα η ίδια η γνώση, η επαναφορά του, η αντιστοίχηση με τον εαυτό μας και η σκληρή σύγκριση των εικόνων του με τις εικόνες που παράγουμε εμείς ως κινούμενες φιγούρες. Στιλ ή στιλιζάρισμα, αυθεντικό ή μακιγιαρισμένο, συμπαντικό πάθος ή πρόσκαιρη παρηγοριά στην μοναξιά; Ιδού η απορία».