Skip to main content

Θεσσαλονίκη: Το ΚΕΜΕΣ προβάλει την ερχόμενη Δευτέρα την ταινία «Μοντέρνοι καιροί» του Τσάρλι Τσάπλιν

Η ταινία είναι ασπρόμαυρη, γυρισμένη στις ΗΠΑ το 1936, διάρκειας 86' λεπτών

Την ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν «Μοντέρνοι καιροί», στο πλαίσιο του αφιερώματος «Ηλιαχτίδες στο σκοτάδι», παρουσιάζουν τη Δευτέρα 12 Ιουνίου στις 21:00 οι «Σινεφίλ Δευτέρες» του Κέντρου Μελετών & Ερευνών για το Σινεμά.

Η ταινία είναι ασπρόμαυρη, γυρισμένη στις ΗΠΑ το 1936, διάρκειας 86' λεπτών. Στη σκηνοθεσία και το σενάριο είναι ο Τσάρλι Τσάπλιν, ενώ παίζει ο ίδιος και οι Πολέτ Γκοντάρ, Χένρι Μπέργκμαν. Η ππροβολή θα πραγματοποιηθεί στον θερινό κινηματογράφο «Απόλλων», στη Θεσσαλονίκη.

Μετά την προβολή θα ακολουθήσει συζήτηση με συντονιστή τον Αλέξη Δερμεντζόγλου και τη συμμετοχή του υποψήφιου βουλευτή του ΚΚΕ και εκπαιδευτικού, Γιάννη Δελή και του δημοσιογράφου, κριτικού κινηματογράφου και αντιπροέδρου του ΚΕΜΕΣ, Στράτου Κερσανίδη.

Στο κοινό θα διανεμηθεί το ακόλουθο κείμενο από τα Cahiers du cinema:

«Η δεύτερη ηχητική ταινία του Τσάπλιν, σε μια εποχή όπου έχει ολοκληρώσει μια περιοδεία του σε όλον τον κόσμο, έχει αποκτήσει συνείδηση των κοινωνικών προβλημάτων που μαστίζουν τη βιομηχανοποιημένη Δύση και αποφασίζει ν' αφήσει το χαρακτήρα του γνωστού Αλήτη που δημιούργησε το 1914 και τον κατέστησε διάσημο και αγαπητό απ' όλους, για να επιδοθεί σε μιαν ιδιοφυή και απολαυστική κριτική του σύγχρονου αστικού μηχανοποιημένου κόσμου. Ένθερμος υποστηρικτής της Αριστεράς, στάση που του στοίχισε, στέφοντας για δεκαετίες το βλέμμα του FBI πάνω του, συνδυάζει σε αυτή την ταινία-σταθμό την καλλιτεχνική έκφραση με ένα δριμύτατο σαρκαστικό πολιτικό «κατηγορώ».

Η εναρκτήρια σκηνή, με την εικόνα των εργαζομένων σε αντιπαραβολή με ένα κοπάδι προβάτων, αλλά και οι σεκάνς της αυτόματης ταΐστρας εργατών και της πτώσης του στο εσωτερικό της μηχανής με τα γιγάντια γρανάζια, προδίδουν το υποκριτικό και σκηνοθετικό του μεγαλείο, παράλληλα με τις ιδεολογικές του ανησυχίες, όπως αυτές εμποτίστηκαν βαθιά από τη μαρξιστική σκέψη. Αγγίζει θέματα που παραμένουν επίκαιρα ακόμα και σήμερα: φτώχεια, ανεργία, απεργίες και απεργοσπάστες, πολιτική αδιαλλαξία, οικονομικές ανισότητες, τυραννία των μηχανών, ναρκωτικά.

Έχοντας υποστεί την απάνθρωπη μεταχείριση των εργοδοτών στις μεγάλες βιομηχανίες, ο ήρωας καταλήγει να περιπλανιέται άνεργος και πεινασμένος. Στο δρόμο συναντά μία φτωχή κοπέλα, την τελευταία του παρτενέρ επί της οθόνης, την οποία ερμηνεύει η σύντροφός του και στη ζωή, εκείνη την περίοδο, Πολέτ Γκοντάρ. Μαζί προσπαθούν να ξεφύγουν από τους αστυνομικούς που τους καταδιώκουν και να ζήσουν τη δική τους ρομαντική πλάνη, μακριά από έναν κόσμο δυστυχίας και αναταραχών. Η περιπλάνησή τους μέσα στην πόλη, όπως και οι απόπειρές τους να βρουν δουλειά, οδηγούν και τους δύο σε μία σειρά ξεκαρδιστικών, ωστόσο γλυκόπικρων περιπετειών.

Η ένταση με την οποία ο Τσάπλιν καταφέρνει να επικοινωνήσει, σε συνεχή εναλλαγή, συναισθήματα χαράς αλλά και μελαγχολίας, σχετίζεται άμεσα με την επιδίωξή του να παρουσιαστεί στο κοινό περισσότερο «ώριμος». Σταθμός στην καριέρα του ίδιου του Τσάπλιν είναι η σκηνή, στην οποία εμφανίζεται για πρώτη και τελευταία φορά να μιλά και συγκεκριμένα να τραγουδά. Αμετανόητος πολέμιος του ομιλούντος σινεμά, ο Τσάπλιν δίσταζε να εισάγει την αγαπημένη του περσόνα στη νέα αυτή εποχή του ηχητικά ενισχυμένου κινηματογράφου.

Οι Μοντέρνοι Καιροί είναι μια ηχητική ταινία, αλλά όχι μια ταινία διαλόγων. Συνέθεσε ένα ακουστικό κολάζ από τους ήχους της πόλης και των εργοστασίων, με ελάχιστες ηχογραφημένες ομιλίες και τηρώντας την χρήση των επεξηγηματικών καρτών ανάμεσα στις σκηνές. Η σεκάνς κατά την οποία ο Τσάπλιν προσλαμβάνεται για να σφίγγει βίδες στη γραμμή παραγωγής ενός εργοστασίου, μπλέκεται στα γρανάζια ενός τεράστιου μηχανήματος και τελικά χάνει τόσο πολύ την ανθρώπινη υπόστασή του από τη δουλειά, ώστε τριγυρίζει στο εργοστάσιο, σφίγγοντας τις μύτες και τα κουμπιά όσων συναντά, είναι μια σκηνή ανθολογίας».