Την ταινία του Ναγκίσα Όσιμα «Το αγόρι» σε ψηφιακά αποκατεστημένη επανέκδοση, παρουσιάζει στο πλαίσιο του αφιερώματος «Σύμπαν θρυμματισμένο, έρημο», το Κέντρο Μελετών και Ερευνών για το Σινεμά.
Η προβολή θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 3 Ιουλίου στις 21:00 στον θερινό κινηματογράφο Απόλλων. Η ταινία είναι έγχρωμη, γυρισμένη το 1969 στην Ιαπωνία. Η διανομή είναι της New Star.
Η σκηνοθεσία είναι του Ναγκίσα Όσιμα, το σενάριο του Τσουτόμου Ταμούρα. Παίζουν οι Φούμιο Ουατανάμπε, Ακίκο Κογιάμα, Τετσούο Άμπε.
Έχει αποσπάσει βραβείο καλύτερης ταινίας στο διεθνές φεστιβάλ κινηματογράφου του Βαγιαδολίδ, βραβείο καλύτερου σεναρίου στα Kinema Junpo Awards και βραβεία β’ γυναικείου ρόλου και σεναρίου στα Mainichi Film Awards.
«Με την ταινία αυτή του αντισυμβατικού Ιάπωνα σκηνοθέτη εγκαινιάζεται το νέο αφιέρωμα του ΚΕΜΕΣ με τίτλο «Σύμπαν θρυμματισμένο, έρημο», που διερευνά με πέντε κορυφαία φιλμ του παρελθόντος, όλα εκείνα τα συμπτώματα που καταγράφηκαν στο σινεμά και σήμερα αποτελούν τα μείζονα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα. Ο κόσμος που έχει χάσει το θεολογικό και φιλοσοφικό ενιαίο του, έχει θρυμματιστεί, κατακερματιστεί σε επιμέρους «κοινωνικότητες», εμμονές και υποταγές. Το συναίσθημα είναι καταδιωκόμενο και το σύμπαν είναι «παγωμένο» και ακινητοποιημένο σε μια μόνιμη εντροπία. Κατάργηση του ιστορικού χρόνου, της γεωγραφίας, της συναισθηματικής επικοινωνίας, κάθε ιδεολογίας, ακόμα και ανθρωπισμού», σημειώνεται στη σχετική ανακοίνωση του ΚΕΜΕΣ.
Λίγα λόγια για την ταινία
«Μια οικογένεια περιπλανιέται από πόλη σε πόλη, βάζοντας τον δεκάχρονο γιο της να πέφτει πάνω σε διερχόμενα αυτοκίνητα, ώστε να ζητά μετά αποζημίωση από τους ανυποψίαστους οδηγούς. Γυρισμένη το 1969, βασισμένη σε αληθινό περιστατικό και δομημένη ως μια περιπλάνηση σε μια Ιαπωνία που βιώνει το μεταπολεμικό οικονομικό της θαύμα, η ταινία είναι καταρχάς ένα σχόλιο για τους χαμένους του "θαύματος", για όσους βρίσκονται στο περιθώριο. Ένα αριστούργημα αισθητικά, ιδεολογικά και κοινωνιολογικά, που επηρέασε όλο το μετέπειτα, σύγχρονο ασιατικό σινεμά».
Μετά την προβολή θα ακολουθήσει συζήτηση όπου ο Αλέξης Δερμεντζόγλου θα αναλύσει το θέμα «Πως "Το αγόρι" επηρέασε το σινεμά των Παρκ Τσαν Γουκ, Μπονγκ Τζουν Χο και Κιμ Κι Ντουκ».
Στο κοινό θα διανεμηθούν δύο κείμενα, του Γιάννη Βασιλείου και του Αλέξη Δερμεντζόγλου.
Κείμενο του Γιάννη Βασιλείου (απόσπασμα κριτικής του από το lifo.gr):
«Το Αγόρι», δεν μου θύμισε κάποια άλλη ταινία του ΄Οσιμα – πάντα, απ’ όσες έχω δει- μερικές παραμένουν δυσεύρετες μέχρι σήμερα, το ξέρατε, μάλιστα, ότι είχε γυρίσει μέχρι και animation; Στον βαθμό που μπορούσες να πάρεις τοις μετρητοίς όσα έλεγε σε συνεντεύξεις του, καθώς στη χώρα του υπήρξε γνωστός και ως «αιρετικός» public speaker, ο Όσιμα απεχθανόταν το σινεμά του Όζου. Έλα όμως που στα εσωτερικά του «Αγοριού» ο χώρος κινηματογραφείται με τον φακό σε απόσταση από τους ηθοποιούς και τοποθετημένος περίπου μισό μέτρο από το έδαφος, όπως στις ταινίες του Όζου· έλα που η στάση του απέναντι στo εξ Αμερικής εισαγόμενο οικονομικό μοντέλο της μεταπολεμικής Ιαπωνίας είναι παρεμφερής με εκείνη του σπουδαίου συμπατριώτη του· και έλα που δανείζεται ακόμα και λίγο από τον ανθρωπισμό του τελευταίου για να αφηγηθεί την ιστορία ενός δεκάχρονου αγοριού, αναγκασμένου να συμμετέχει στην απάτη των γονιών του, οι οποίοι στήνουν ατυχήματα στον δρόμο και παριστάνουν ότι τραυματίστηκαν για να αποσπάσουν εξωδικαστικές αποζημιώσεις από τους οδηγούς.
Αφενός η οικονομική ακμή έφερε ηθική παρακμή, αφετέρου οι θετικές εξωτερικές επιδράσεις της δεν αφορούσαν το βαλάντιο όλων των Γιαπωνέζων – η οικογένεια της ταινίας βρίσκεται στο περιθώριο. Γεμίζοντας το κάδρο με σημαίες, ο Όσιμα επισημαίνει τη γενική (και εθνική) διάσταση της ιστορίας, το ανήλικο αγόρι δε, αν και εκ των πραγμάτων εκπρόσωπος της νέας γενιάς, λειτουργεί ως σύμβολο της αθωότητας και της ηθικά υπέρτερης ανατολικής παράδοσης, ενώ οι γονείς εκπροσωπούν την ηθική σήψη της «αλλαγής» - με τον τρόπο αυτό το ηθικά δέον ταυτίζεται με τη φύση, καθώς ο ανήλικος δεν έχει μάθει ακόμα τους τρόπους των ενηλίκων και, ιδιαίτερα, εκείνον της δυτικοποιημένης νέας εποχής.
Κι όμως, αν και το σινεμά του Όσιμα συνήθως εστιάζει στη χειρότερη πλευρά της ανθρώπινης φύσης, εδώ καταλαβαίνουμε τους γονείς, τους συμπονούμε κατά ένα μέρος, έστω κι αν υιοθετούν συχνά απεχθή συμπεριφορά προς το αγόρι. Ακόμα και όταν έρχεται η τραγωδία, αυτό τούς συγχωρεί και προσπαθεί να αποτρέψει την καταδίκη τους. Κάποια φορμαλιστικά παιχνίδια –η αλλαγή των φίλτρων πχ.– φαντάζουν ξεπερασμένα και επιτηδευμένα σήμερα, μα η πλήρης αλλαγή του format στον επίλογο, όταν δηλαδή ο τρόπος αφήγησης μετατρέπεται σε εκείνον του ειδησεογραφικού ρεπορτάζ, αποδεικνύεται μια ιδιοφυής δημιουργική σύλληψη. Η είδηση μιλά για μια σατανική οικογένεια που έστηνε ατυχήματα και εκμεταλλευόταν αθώους πολίτες, προκαλώντας σε ένα τραγικό συμβάν. Εμείς, όμως, ξέρουμε όλη την αλήθεια, καθώς την παρακολουθήσαμε μέσα από τα μάτια του αγοριού, δηλαδή μέσα από το βλέμμα ενός παρατηρητή εξοπλισμένου με ένα απαραίτητο ανθρώπινο εργαλείο: αυτό της κατανόησης».
Κείμενο του Αλέξη Δερμεντζόγλου, ειδικά γραμμένο για την προβολή του φιλμ:
«Στα 1966 στα πρωτοσέλιδά τους οι Ιαπωνικές εφημερίδες ανέφεραν ένα συνταραχτικό γεγονός: Μια οικογένεια αποτελούμενη από δύο μεσήλικες ενήλικες, ένα 10χρονο παιδί με μπλέ καπέλο και ένα άλλο σε νηπιακή ηλικία, περιόδευαν όλη τη χώρα, βασικά με τρένα, και σκηνοθετούσαν ατυχήματα. Οι φοβισμένοι οδηγοί, για να μην γίνει καταγγελία στην αστυνομία, αποδέχονται τον εκβιασμό να πληρώσουν μεγάλα ποσά.
Ο ΄Οσιμα στον ρόλο του 10χρονου, μετά από έρευνα σε ορφανοτροφεία, ανακάλυψε τον Τετσούο ΄Αμπε. ΄Επαιξε καταπληκτικά τον ρόλο του αλλά όταν τελείωσε το φιλμ δεν αποδέχτηκε τις ευκαιρίες που του προέκυψαν, δεν εμφανίστηκε ξανά στον κινηματογράφο και επέστρεψε στο ορφανοτροφείο.
Στα 1983 ο Γιώργος Σταμπουλόπουλος παρουσίασε στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το «Προσοχή κίνδυνος» με παρόμοιο θέμα γύρω από μια δυσλειτουργική ελληνική οικογένεια.
Ο Όσιμα γύρισε μια υπέροχη ταινία, ένα μελόδραμα με στοιχεία νουάρ. Να καταλήξω πως είναι συναρπαστικά σκληρή ιστορία με συγκινητικά στοιχεία και σαφέστατα κοινωνικές και κατ΄ επέκταση πολιτικές συμπαραδηλώσεις. Και μόνον αυτή η κρίση αδικεί το φιλμ, λειτουργεί ταξινομητικά και το τοποθετεί στην άκρη. Αυτά που αξίζουν να παρατηρήσω, σε μια νεωτερική οπτική του, είναι τα ακόλουθα:
1) Το πόσο επέδρασε στο σύγχρονο σινεμά, ειδικά στο Κορεάτικο, ποια στοιχεία απέσπασαν απ΄ αυτό οι Τσαν Γουν Πάρκ, Κιμ Κι Ντουκ, Πονγκ Τσουν-Χο.
2) Είναι τυπικότατο δείγμα «πειραγμένου» σινεμά.
3) Η αισθητική του είναι πολύ διαφορετική και παρακάμπτει τις τεχνικές του σινεμά τεκμηρίωσης.
4) Παρατηρώ πόσο έχει επηρεαστεί από το «Αγόρι» το σύγχρονο αργόρυθμο ψυχοπαθολογικό θρίλερ, ιδίως το σκανδιναβικό, το γαλλικό, το ιταλικό.
Με εξαιρετικό μοντάζ, με έγχρωμη φωτογραφία, σε ψυχολογικές αντιστοιχίσεις, συνεχείς εναλλαγές και υποδειγματική επιλογή χώρων, σταδιακά το φιλμ κάνει μια μετάβαση στο πεδίο του φανταστικού και της επιστημονικής φαντασίας. Η υποκειμενική παιδική οπτική, οι αναφορές στους εξωγήινους, τα φλάς-πλάνα, οδηγούν από το πραγματικό, στο μεταλαγμένο, στο ψυχολογικό πεδίο. Αμείωτο το ενδιαφέρον, εξελίξεις συναρπαστικές με την ιστορία να παρακάμπτει συστηματικά τον διδακτισμό.
Χωρίς τον Αμπε, και το βλέμμα του, ταινία δεν θα υπήρχε. Κι όταν γράφω για βλέμμα ΄Αμπε, αυτό δικάζει, καταγράφει, εγγράφει, αποτυπώνει, εκλιπαρεί ισχυρά δεσμά, αιτεί για ένταξη οικογένεια…
«Το αγόρι», μια νεοκλασική ταινία στην επανέκδοσή της, άμεσα παίρνει θέση στις κορυφαίες δημιουργίες του σήμερα. Η ματιά πάνω στη δυστοπία μετατρέπεται σε διαπεραστική κραυγή».