Την ταινία του Πιέρ Πάολο Παζολίνι, «Χοιροστάσιο», με τους Ζαν Πιέρ Λεό, Πιέρ Κλεμεντί, Ούγκο Τονιάτσι, Αν Βιαζέμσκι θα παρουσιάσει το Κέντρο Μελετών & Ερευνών για το Σινεμά (ΚΕΜΕΣ), στο πλαίσιο του αφιερώματος στον γαλλικό Μάη.
Η τανία είναι ασπρόμαυρη του 1969, διάρκειας 99 λεπτών. Η διανομή είναι της New Star. Η προβολή θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 22 Μαΐου στις 21:00, στον κινηματογράφο Βακούρα, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.
Οι παράλληλες ιστορίες ενός λήσταρχου στη Σικελία του 15ου αιώνα, ο οποίος μάχεται για τη ζωή του, κι ενός γόνου μεγαλοαστικής οικογένειας στη Γερμανία της δεκαετίας του ’60, ο οποίος βιώνει μια ολική ψυχολογική κατάρρευση. Ένα χρόνο μετά το Μάη του ’68, ο Παζολίνι γυρίζει μία συνταρακτική ταινία, αιχμηρά επικριτική και πεσιμιστικά αλληγορική, που μέσα από τον μηδενισμό της αποδεικνύει πως ανέκαθεν οι άνθρωποι αναγνώριζαν στη βία και στον κοινωνικό κανιβαλισμό έναν μοναδικό κώδικα επικοινωνίας. Στις μέρες μας, η ταινία είναι όχι μόνο επίκαιρη, αλλά δίνει και επαρκείς εξηγήσεις.
Μετά την προβολή θα ακολουθήσει συζήτηση όπου ο Αλέξης Δερμεντζόγλου θα αναλύσει το θέμα: «Η σεξουαλικότητα ως κοινωνική βία εξουσίας».
Στο κοινό θα διανεμηθούν αποσπάσματα κριτικής του Μάκη Γεφυρόπουλου από την “Κατιούσα”.
«Στη ταινία του, Χοιροστάσιο (Porcile,1969), ο ευφυής Παζολίνι ανακρίνει το καπιταλιστικό σύστημα και την κτηνωδία που προκαλεί στη συντριπτική πλειονότητα του λαού, με μόνη εξαίρεση , των ιδιοκτητών εκείνων που ευημερούν, ταΐζοντας τα γουρούνια τους με ανθρώπινη σάρκα. Η ετυμηγορία του είναι κατηγορηματική, βρίσκοντάς τους ένοχους, χωρίς κανένα ελαφρυντικό, καταδικάζοντάς τους στην πυρά της κοινωνικής συνείδησης.
Η ταινία αφηγείται δύο παράλληλες ιστορίες που εκτυλίσσονται σε διαφορετικές εποχές, αλλά η συμβολική τους ταυτίζεται σε ένα αδήριτο πλέγμα που προκαλεί θυμηδία , γιατί περιγράφει μία τραγωδία. Η ζωή του ανθρώπου είναι μία σκέτη τραγωδία, καθότι κωμική σε όλη την εξέλιξη της.
Στην πρώτη ιστορία συναντάμε, στην μεταπολεμική Γερμανία, την οικογένεια του βιομηχάνου, κυρίου Κλοτς (Αλμπέρτο Λιονέλο) και τις περιπέτειες τους καθώς κινδυνεύουν με αφανισμό, ύστερα από την έλευση ενός νέου και ισχυρότερου επιχειρηματία , του Χερντχίτσε (Ούγκο Τονιάτσι).
Σαν να μην του έφταναν τα παιχνίδια εξουσίας, ο Κλοτς ανησυχεί για την πνευματική κατάσταση του ευαίσθητου γιου του Γιούλιαν (Ζαν-Πιερ Λεό), ο οποίος παρουσιάζεται απροσάρμοστος στις απαιτήσεις που απορρέουν από τη κοινωνική θέση του πατέρα του και αδιάφορος στα ερωτικά κελεύσματα της ακτιβίστριας αρραβωνιαστικιάς του, Ίντα (Αν Βιαζέμσκι).
Ο Γιούλιαν , αντιθέτως, αρέσκεται να επισκέπτεται συχνά πυκνά το οικογενειακό χοιροστάσιο, βρίσκοντας καταφύγιο, από τις απογοητεύσεις της καθημερινότητας του, στην ερωτική φωλίτσα των γουρουνιών . Τα χαριτωμένα γουρουνάκια , ωστόσο μάλλον βαριούνται τον ακαμάτη κτηνοβάτη και τον καταβροχθίζουν , χωρίς να αφήσουν πίσω τους, ούτε καν κάποιο κουμπάκι από τα ρούχα του. Βλέπετε για τα γουρούνια, σε αντίθεση με τα πιο επιλεκτικά γούστα των αφεντικών τους, όλες οι τροφές είναι καλοδεχούμενες.
Η ζωή κλείνει το μάτι πονηρά στον «φιλοσοφημένο» αυθάδη κύριο Κλοτς, που ενώ καταφέρνει να διασώσει την περιουσία του ερχόμενος τελικά σε συμφωνία με τον άσπονδο φίλο του, Χερντχίτσε, χάνει τον μοναχογιό του και μάλιστα χωρίς να το πάρει είδηση. Η «επιτυχία» απαιτεί ανθρωποθυσίες στο βωμό του αδηφάγου οικονομικού τερατουργήματος .
Στη δεύτερη ιστορία που εφάπτεται μέσω του μοντάζ, με την πρώτη, μεταφερόμαστε στην Μεσαιωνική Ιταλία του 15ου αιώνα, κάπου στην ηφαιστιογενή Σικελία, για να παρακολουθήσουμε τις παράξενες περιπέτειες ενός νέου άνδρα (Πιερ Κλεμέντι), ο οποίος φαίνεται να έχει δραπετεύσει από την «ασφάλεια» της ανθρώπινης κοινωνίας. Είναι ένα αγρίμι που κινείται διαρκώς. Τρέφεται με φυτά και ζώα, ενώ δε αργεί η ώρα που δολοφονεί περαστικούς ταξιδιώτες για να τους φάει αργότερα με την ησυχία του.
Γύρω του μαζεύονται και άλλοι παράνομοι, που επίσης αρέσκονται να καταβροχθίζουν ανθρώπινες λιχουδιές, δημιουργώντας μία συμμορία κανιβάλων. Οι κανίβαλοι τρομοκρατούν την «εύρυθμη» τάξη, αναγκάζοντας τις Αρχές να προβούν σε ενέργειες καταπολέμησής τους. Τελικά ένα απόσπασμα οπλισμένων εκπροσώπων του νόμου, με προεξέχοντες τους ιερείς , κατορθώνουν να παγιδεύσουν τα μιάσματα, εξοντώνοντας τα.Και έτσι η ειρήνη και η κανονικότητα επιστρέφουν για μία ακόμη φορά στον κόσμο της Ιερής Εξέτασης και του σκοταδισμού…
Ο κύριος Κλοτς είναι ο παραδοσιακός καπιταλίστας, με εκλεπτυσμένους τρόπους, φιλοσοφικές ανησυχίες, ένας ιδιόμορφος «ανθρωπιστής». Είναι περισσότερο φεουδάρχης παρά πραγματικό οικονομικό αρπακτικό, σε αντίθεση με τον παλιό φίλο του και νυν εχθρό κύριο Χερντχίτσε.
Όμως η αρχική τους κόντρα εξανεμίζεται πολύ γρήγορα, εν ριπή οφθαλμού, καθώς τα κοινά τους συμφέροντα είναι πολλά περισσότερα από τις μικρές διαφορές τους, ενώ το ηθικό ποιόν τους είναι καμωμένο με παρόμοια υλικά. Άλλωστε όλα τα γουρούνια είναι ίδια, ανεξαρτήτως χρώματος.
Η απόφαση τους να επεκτείνουν την περιουσία τους, συνεργαζόμενοι, είναι μία φυσιολογική διαδικασία μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής αλυσίδας. Οι επιχειρήσεις από χοιροστάσια και αυτοκινητοβιομηχανίες μέχρι περίπτερα καταβροχθίζουν η μία την άλλη, σε ένα ατέλειωτο φαγοπότι που στοχεύει στην διαρκή απορρόφηση των μικρότερων στο στομάχι των ισχυρότερων, μέχρι στο τέλος να παραμείνει μονάχα ένας παγκόσμιος υπερ-κολοσσός.
Το Χοιροστάσιο θέτει προ των ευθυνών του το καπιταλιστικό σύστημα, που για τον Παζολίνι είναι ένα τεράστιο χοιροστάσιο, με κανίβαλους ιδιοκτήτες με αχόρταγες ορέξεις. Ο χοιροκαπιταλισμός διψάει για αίμα και δεν γνωρίζει όρια και φραγμούς.
Όπως και η συμμορία των κανίβαλων, έτσι και ο σύγχρονος άνθρωπος νιώθει καταπίεση, χωρίς προσωπική ζωή και χώρο δημιουργικής ανάπτυξης της προσωπικότητας του, νιώθει μόνος, αποξενωμένος από την υπόλοιπη κοινωνία. Ένα τιποτένιο γρανάζι στην σιδερένια μηχανή, που καλύπτει μονάχα τις βασικές του ανάγκες, καταδικασμένος να πεθάνει μικρός και ασήμαντος σαν ένας μικροσκοπικός κόκκος άμμου στην αχανή έπαυλη του πλούσιου αφεντικού του.
Όπως και ο νεαρός Κλοτς, έτσι και ο εμπνευστής του βρήκε τον θάνατο από κάποιους «γουρουνανθρώπους». Δολοφονήθηκε στην Όστια της Ρώμης, από φασίστες που ενοχλήθηκαν από την αντιφασιστική του ταινία Σαλό, που έμελλε να είναι και η τελευταία του.
Ωστόσο έζησε τη ζωή του όρθιος και ευθυτενής, με αξιοπρέπεια και όχι γονυπετής, κάθιδρος , λουσμένος στη μιζέρια. Και συνεχίζει να μας διδάσκει μέσα από την ελεγεία της σκηνοθετικής του τεχνικής».