Την ταινία του Μπέλα Ταρ «Ο άνθρωπος από το Λονδίνο», με τους Τίλντα Σουίντον, Μίροσλαβ Κρόμποτ, Έρικα Μποκ θα παρουσιάσει το Κέντρο Μελετών & Ερευνών για το Σινεμά (ΚΕΜΕΣ), στο πλαίσιο του αφιερώματος «νουάρ...περιπλανήσεις».
Η ταινία είναι ασπρόμαυρη του 2007, διάρκειας 139 λεπτών. Η διανομή είναι της New Star. Η προβολή θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 29 Μαΐου στις 21:00, στον κινηματογράφο Βακούρα, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.
Ο Μαλόιν, ένας φιλήσυχος υπάλληλος σε έναν παραθαλάσσιο σιδηροδρομικό σταθμό, γίνεται μάρτυρας ενός φόνου και κάτοχος μιας βαλίτσας γεμάτης χρήματα. Αποφασίζει να μην απευθυνθεί στην αστυνομία, κάποιοι όμως θα αρχίσουν να αναζητούν τα χαμένα.
Μία ακόμα σπουδή πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση και το σινεμά, επίτευγμα υψηλής αισθητικής, με βαθύτατες ηθικές και φιλοσοφικές διερευνήσεις, εκπληκτική ασπρόμαυρη φωτογραφία και εντυπωσιακά μονοπλάνα, ενορχηστρωμένα από τον πολυβραβευμένο και επιδραστικό Ούγγρο δημιουργό.
Πριν από τη προβολή της ταινίας θα κληρωθούν για τους θεατές δέκα αντίτυπα του βιβλίου του Ζορζ Σιμενόν «Ο άνθρωπος από το Λονδίνο».
Μετά την προβολή θα ακολουθήσει συζήτηση όπου ο Αλέξης Δερμεντζόγλου θα αναλύσει το θέμα «Το στριπτίζ της αστικής ευπρέπειας από την πένα του Σιμενόν».
Στο κοινό θα διανεμηθούν δύο κριτικές. Του Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλου (LIFO) και της Νίκης Πρασσά (camera stylo).
Ακολουθεί η κριτική του Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλου:
«Όταν ζεις μια ταινία του Μπέλα Ταρ, είτε επιβιώνεις είτε όχι. Δεν έχεις άλλη επιλογή», όπως είπε και η φίλη Αθηνά Τσαγγάρη. Προσωπικά, πνίγηκα στα κρύα ασπρόμαυρα νερά της Βαλτικής - έστω κι αν η αρχική, τουλάχιστον 30λεπτη σεκάνς του Ούγγρου Μπέλα Ταρ (δεν χρονομετρούσα κιόλας), γυρίστηκε στην Κορσική. Μπροστά στο σινεμά του, ο Λιντς φαίνεται απόλυτα κατανοητός, ο Λεός Καράξ Δαλιανίδης, και ο μαθητής και πιστός οπαδός του, ο Γκας Βαν Σαντ, αμερικανάκι.
Η μεγαλύτερή μου ένσταση σε αυτή την αόριστη διασκευή ενός παλιού μυθιστορήματος του Ζορζ Σιμενόν είναι η υπόθεση και η αλαζονική έλλειψη χρήσης και χρησιμότητάς της. Ο Ταρ είναι γνωστός για τις εικαστικές του συνθέσεις που προσκαλούν σε μια αποδέσμευση από τα σεναριακά δεκανίκια των διαλόγων και των τετριμμένων εξισώσεων του δράματος, της πολυλογίας, της υπόθεσης, της ανάγκης για νατουραλισμό, συναίσθημα, πλοκή και καθορισμένα βήματα που οδηγούν σε μια λίγο πολύ αναμενόμενη λύση. Εδώ την πατάει μεγαλειωδώς γιατί χρησιμοποιεί μια ιδέα πλοκής σαν πρόσχημα και τη συνθλίβει με αινιγματικά κενά (κοινώς τρύπες) σε ό,τι αφορά τον κεντρικό χαρακτήρα, τον Μαλόιν, με κακό ντουμπλάρισμα στα ουγγρικά της Τίλντα Σουίντον (για ποιο λόγο να την προσλάβει αν δεν τη χρησιμοποιούσε βουβή ή να την αφήσει να ακουστεί και να εκφραστεί;), και κυρίως με το λάθος να βάλει εμάς να αναλύουμε με κανονικούς όρους την ταινία του, ενώ κατά βάθος δεν θα ήθελε να ανακατευθεί με κανονικότητες. Σχεδιασμός ήχου και στιλπνότητα εικόνας που οδηγούν σε παρατεταμένη δυσφορία εγκαθίστανται από την αρχή αλλά εξατμίζονται μόλις ο Μαλόιν προσπαθεί να μας εισάγει στη μίζερη ζωή του και στο τι θα κάνει με τα χρήματα που συνέλλεξε και στέγνωσε από την απέραντη μαύρη θάλασσα.
Όντως ο Ταρ είναι με το καλημέρα από τις περιπτώσεις δημιουργών που προκαλούν αφόρητα χασμουρητά ή άμετρο θαυμασμό. Εδώ βοηθάει την πρώτη κατηγορία».
Ακολουθεί η κριτική της Νίκης Πρασσά:
«Ερχόμενη για πρώτη φορά αντιμέτωπη με το έργο του Μπέλα Ταρ, πίστεψα πως έχω ανακαλύψει έναν ξεχασμένο δημιουργό της δεκαετίας του ’60, ίσης αξίας με τις οπτικοποιημένες φιλοσοφικές αναζητήσεις του Μπέργκμαν. Αρκούσε ωστόσο μία απλή έρευνα για να διαπιστώσω πως το Damnation ήταν γυρισμένο το 1988, ενώ από κει και πέρα δέσμευσε το πάθος μου κάθε νέα του προσπάθεια.
«Ο άνθρωπος από το Λονδίνο» είναι η πρώτη ταινία του Ούγγρου σκηνοθέτη που έφτασε να διαγωνιστεί στο φεστιβάλ Καννών, παρά τα πολλά προβλήματα κατά την διάρκεια των γυρισμάτων της – με σημαντικότερο όλων την αυτοκτονία του Γάλλου παραγωγού που σταμάτησε πρόσκαιρα την χρηματοδότησή της. Εν έτει 2007 ο Ταρ διασκευάζει μαζί με τον επί έτη σταθερό συνεργάτη του, Lazlo Krasznahorkai ένα μυθιστόρημα του Ζορζ Σιμενόν – περίφημου συγγραφέα του επιθεωρητή Μαιγκρέ – αστυνομικής πλοκής, χωρίς να διστάζει να διαπραγματευτεί με τους δικούς του μεταφυσικούς όρους μια τετριμμένη ιστορία κλοπής, φόνου και ένοχων μυστικών.
Η υπόθεση του κειμένου αφορά στην περιπέτεια ενός καθημερινού ανθρώπου, εργάτη – φύλακα στις σιδηροδρομικές γραμμές, ο οποίος τυχαίνει να γίνεται μάρτυρας μιας εγκληματικής πράξης, που αφήνει στα χέρια του δράστη “αίμα” και στα δικά του μια βαλίτσα γεμάτη χρήματα. Μπροστά σε αυτή την ευκαιρία ο Maloin ξεκινάει ένα ταξίδι προς τον φόβο, την αγωνία και τις τύψεις, έχοντας υφαρπάξει κάτι που ομολογουμένως δεν του ανήκει. Η κάμερα τον ακολουθεί στο σπίτι του, κατασκοπεύει τις ταραγμένες διαπροσωπικές του σχέσεις τόσο με την σκληροτράχηλη σύζυγο όσο και με την υπάκουη αλλά άβουλη κόρη του, διασχίζοντας μαζί του τα στενά μιας πανέμορφης πόλης. Όσο στριμωγμένη είναι η κοινωνική τάξη στην οποία ανήκει ο ήρωας, άλλο τόσο στενές είναι οι δίοδοι μέσα από τις οποίες καταλήγει στο μπαρ-στέκι του, για να παίξει σκάκι με τον φίλο-ιδιοκτήτη του (η έβδομη σφραγίδα δεν θα μπορέσει ποτέ να πάψει να μου έρχεται στο νου σε κάθε παρόμοια σκηνή).
Τυχοδιώκτης από απελπισία, ο χαρακτήρας του Σιμενόν παλεύει με το προτετελεσμένο της μοίρας του προκειμένου να ανατρέψει την τραγική κατάληξη αυτής. Βλέπετε όσο εκείνος ξοδεύει για να ντύσει την κόρη του, υπάρχουν άτομα μπλεγμένα στην ιστορία, μαζί κι ένας Άγγλος επιθεωρητής που βιάζονται να ανακαλύψουν την χαμένη περιουσία.
Ο Ταρ βαδίζει στον δρόμο που έχει μάθει τα τελευταία τριάντα χρόνια, σε ένα περιβάλλον ασπρόμαυρο, με πλάνα που επιμένουν πάνω σε ένα πρόσωπο, αιχμαλωτίζοντας την ένταση μιας σιωπής, παγιδεύοντας την κίνηση μέσα στην ακινησία και στολίζοντας με μουσική ιδιαιτερότητα ένα σύμπαν άχρωμο, άοσμο, ζοφερό. Αυτό που ο Αγγελόπουλος κάνει υπερασπιζόμενος τις πολιτικές του θέσεις, ο Ταρ το πράττει διερευνώντας ζητήματα κοινωνικά. Θέλει, λέει ο ίδιος, να αποδώσει στους ανθρώπους την χαμένη τους αξιοπρέπεια, αλλά περισσότερο από το ηθικό τους περιεχόμενο τα έργα του κατακτούν με την αισθητική τους χάρη τις πνευματικές μας ορέξεις.
Η πραγματικότητα είναι εκείνο που τον ενδιαφέρει να συλλάβει με τον φακό του, και όχι η ψευτιά μιας ερμηνείας προς τέρψιν του θεατή. Ο ίδιος άλλωστε δηλώνει πως πρωταρχικό κίνητρό του για να φτιάξει μία ταινία υπήρξαν οι ανικανοποίητες ανάγκες του από τις χολιγουντιανές υπερπαραγωγές της εποχής – και όχι μόνο. Είναι όντως αξιοθαύμαστη η ανθεκτικότητά του σε σειρήνες εμπορικότητας ή καλλιτεχνικής αναγνώρισης. Γι’ αυτό και χρησιμοποιεί άγνωστους στο ευρύ κοινό ηθοποιούς, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Στον Άνθρωπο από το Λονδίνο θα σας παγώσει με το βλέμμα της μια εκπληκτική Τίλντα Σουίντον, αν και προσωπικά δεν γίνεται να προσπεράσω την έκφραση του Istvan Lenart.
Φυσικά αλησμόνητες είναι οι νότες του Mihaly Vig,συμπατριώτη του Ταρ συνθέτη, ποιητή και τραγουδοποιού, ο οποίος μάλιστα έπαιξε και τον βασικό ρόλο στο Satantango. Ο Ταρ δεν επιθυμεί να χρησιμοποιήσει τον λόγο εκεί που μιλάει η σιωπή, και αφήνει την μελωδία ενός ακορντεόν να αποκλιμακώσει την πνιγηρή ατμόσφαιρα μίας συνθήκης που τρώει τις σάρκες του δρώντος υποκειμένου.
Ένα παράθυρο που χύνει άπλετο φως στο δωμάτιο κλείνει για να βυθίσει την οθόνη στο σκοτάδι, ενώ στο μπαρ όπου εκτυλίσσεται μεγάλο μέρος τους δράματος ξεκινώντας από μια διαλογική σκηνή, μας αποκαλύπτεται καθώς ανοίγει το κάδρο ένας ολόκληρος κόσμος παντελώς ανυποψίαστων αλλά και εντελώς υποψιασμένων περιφερειακών προσώπων. Ένας γέρος τρώει την σούπα του, ο ιδιοκτήτης ακουμπάει με το χέρι του το στήθος μιας γηραιάς κυρίας, εικόνες – λεπτομέρειες που φέρνουν αλήθεια στην μυθοπλασία. Η οπτική αλλάζει όταν ο φακός συλλαμβάνει την λαθραία ματιά των παρατηρητών μιας σκηνής.
Η ηρεμία των πλάνων σε αντίθεση με την αναταραχή των εσωτερικών σκέψεων, ο αβίαστος ρυθμός – σαν μια προσπάθεια του Ταρ να μας ξεμάθει το λαχάνιασμα – των κάτι λιγότερο από 150 λεπτών του φιλμ καθώς και η τραγικότητα της ιστορίας του – με την κάθαρση πολύ μακριά από την οικονομική “παρηγοριά” ένοχων και αθώων μαζί, με την απαλή αφηγηματική γραμμή έρχονται σ αντίθεση με έναν κόσμο γεμάτο υποψίες δυσκολιών βιοπορισμού – η κόρη εξαναγκάζεται σε επαγγελματικά καθήκοντα που εξοργίζουν τον πατέρα με την ανοχή της μάνας -, εγκλωβισμού σε αποτυχημένες σχέσεις – πατέρας – και προδοσίας.
Ο Ταρ είναι ένας πραγματικός φιλόσοφος, και δεν απογοητεύει με τα πλάνα του όσους επιμένουν να βυθίζονται στη μαγεία του. Και η μαγεία έτσι όπως την αποκαλύπτει δεν είναι παρά η βαθειά ανθρώπινη διάσταση των προσώπων του έργου του. Όταν ο Τέρενς Μάλικ κάνει λυρική ποίηση με δέντρα της ζωής, ο Ταρ έχει ήδη υπογράψει το ελεγειακό Άλογο, σαν αποχαιρετισμό στα όπλα, και μαζί ύμνο εις την αλήθεια της κινηματογραφικής στιγμής καθώς αυτή βάζει πλώρη για την αιωνιότητα».