Skip to main content

Θεσσαλονίκη: Το ΚΕΜΕΣ προβάλει την ταινία «Όλα πάνε καλά» του Γκοντάρ την ερχόμενη Δευτέρα

Η προβολή θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 15 Μαΐου στις 21:00 στον κινηματογράφο Βακούρα

Την ταινία του Ζαν Λικ Γκοντάρ «Όλα πάνε καλά», με τους Ιβ Μοντάν, Βιτόριο Καπριόλι και Τζέιν Φόντα θα παρουσιάσει το Κέντρο Μελετών & Ερευνών για το Σινεμά (ΚΕΜΕΣ), στο πλαίσιο του μίνι αφιερώματος για τον γαλλικό Μάη.

Η τανία είναι έγχρωμη του 1972, διάρκειας 95 λεπτών. Η διανομή είναι της New Star. Η προβολή θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 15 Μαΐου στις 21:00 στον κινηματογράφο Βακούρα, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.

Μετά την προβολή θα ακολουθήσει συζήτηση όπου ο Αλέξης Δερμεντζόγλου θα αναλύσει το θέμα: «Ο άλλος Γκοντάρ. Φάρσα ή ανατροπή;»

Λίγο λόγια για την ταινία:

«Ένας Γάλλος σκηνοθέτης και μία Αμερικανίδα δημοσιογράφος βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε ένα εργοστάσιο σαλαμιών που έχουν υπό κατάληψη οι απεργοί εργάτες του, και αναρωτιούνται αν όλα πάνε καλά στην πολιτική, την τέχνη και τις προσωπικές τους σχέσεις.

Τέσσερα χρόνια μετά την καταστολή του Μάη του ’68 στη Γαλλία, ο Γκοντάρ, με το γνωστό ανατρεπτικό του στιλ, μας παρουσιάζει ότι τελικά "τίποτα δεν πάει καλά". Έξοχη ταινία, με εντονότατη κριτική για την αποτυχία εγκαθίδρυσης ριζοσπαστικών θεσμών, ακραία ιδεολογική θέση και τις υποβλητικές ερμηνείες δύο «ιερών τεράτων» του σινεμά, του Ιβ Μοντάν και της Τζέιν Φόντα. Η διαχρονικότητα του ερωτήματος "όλα πάνε καλά;", είναι αυτή ακριβώς που κάνει σήμερα την ταινία επίκαιρη όσο ποτέ».

Στο κοινό θα διανεμηθεί η ακόλουθη κριτική του Πάρι Μνηματίδη, ειδικά γραμμένη για την προβολή:

«Παρακολουθώντας κανείς το εν λόγω φιλμ μπαίνει στον πειρασμό να ρωτήσει: χωρίζεται άραγε το σινεμά του Godard σε δύο περιόδους, πριν και μετά τον Μάη του 1968; Εντοπίζεται εδώ ένας κυνισμός που αφορά σχεδόν όλα τα πολιτικά στρατόπεδα της χώρας του, ακόμη και αυτό της Αριστεράς, που θα φαινόταν αδιανόητος από τον ρομαντικό οραματιστή του «Τρελού Πιερό» λίγα μόλις χρόνια πριν; Ή μήπως έχει ακόμη λίγη πίστη μέσα του για ορισμένες κοινωνικές ομάδες (προσοχή στον μονόλογο της εργάτριας); Επίσης, ήρθε άραγε μαζί με την ιδεολογική ωρίμανσή του και μια εσωτερική απομυθοποίηση της τέχνης που υπηρέτησε, όπως διακρίνεται από τη μεταμοντέρνα και αντισυμβατική σεναριακή δομή που επιλέγει εδώ;

Ο Godard του «Όλα Πάνε Καλά» είναι ένας κινηματογραφιστής που κουβαλάει οργή σχεδόν για τα πάντα, όχι μόνο για το κεφάλαιο και την μπουρζουαζία αλλά και για όσους δηλώνουν αντικαπιταλιστές ενώ συνδράμουν στην ηγεμονία του εν λόγω συστήματος για λίγο υλικό κέρδος παραπάνω (η σκηνή με τα βιβλία στο σουπερμάρκετ), για όσους κρύβονται πίσω από την ιδιότητά τους ως μέλη της εργατικής τάξης για να δώσουν άλλοθι σε προβληματικές νοοτροπίες τους, ακόμη και για τον ίδιο του τον εαυτό που συμβιβάστηκε μέσω του χαρακτήρα του Yves Montand. Όμως ενίοτε παρατηρεί κανείς πως ο ίδιος προσέχει να μην είναι αφοριστικός απέναντι στο οτιδήποτε, όχι τόσο από ελπίδα αλλά μάλλον από σεβασμό. Διότι στο πρόσωπο της Jane Fonda μπορεί να σκιαγραφείται μια Αμερικανίδα που αντιμετωπίζει τη θεματολογία με την οποία καταπιάνεται ως δημοσιογράφος κάπως εξωτικά και από απόσταση ασφαλείας, ταυτόχρονα όμως είναι πολίτης της μεγαλύτερης ιμπεριαλιστικής δύναμης στον κόσμο που αρνείται να αναπαράγει ένα πολύ συγκεκριμένο, ωραιοποιημένο, διαστρεβλωτικό αφήγημα γύρω από εκείνη. Αυτή η αμφισβήτηση εκ των έσω, αν υπολογίσει κανείς το μέγεθος του προσωπικού ρίσκου, είναι αντικειμενικά αξιοθαύμαστη, και ίσως η έμμεση σύγκριση στην οποία προχωρά ο Godard ανάμεσα στα πρόσωπα του πρωταγωνιστικού ζεύγους να είναι κι ένας τρόπος να ασκήσει κριτική στον εαυτό του σε αντιπαράθεση με το πόσο σθεναρά αντιστάθηκε η Fonda στον πόλεμο του Βιετνάμ, σηκώνοντας μόνη της ολόκληρο το βάρος μιας τέτοιας απόφασης σε καιρούς επικράτησης του νιξονισμού. Τελικά ποια χώρα είναι το εργαστήριο της επανάστασης, η Γαλλία που απλά αντάλλαξε τον de Gaulle για τον Pompidou και συνέχισε την καθημερινότητά της όπως πριν ή οι ΗΠΑ που εντός τους διαμορφώθηκε ένα αντιπολεμικό κίνημα με παγκόσμια επιρροή κόντρα σε αυτό που διατύπωνε η διάσημη φράση ως «σιωπηρή πλειοψηφία»; Το ενδιαφέρον πάντως θα ήταν να ακολουθούσε ένα σίκουελ δέκα χρόνια μετά, το 1982, λόγω αντιστροφής των θέσεων,

Και φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει ο στοχασμός του τύπου «πόσα άλλαξαν μετά το '68». Μήπως τελικά οι εκάστοτε επικεφαλής σε όλους τους τομείς απλά βρήκαν μια ευκαιρία να ενισχυθούν περισσότερο προχωρώντας σε προσαρμογή σύμφωνα με τις νέες συνθήκες; Μήπως η ανάγκη για εξέγερση και ανατροπή του status quo επισκίασε ασφυκτικά την εξίσου επιτακτική ανάγκη για μια βαθιά ιδεολογική κατάρτιση; Είχαμε επανάληψη της ιστορίας (ως φάρσα;) σχεδόν έναν αιώνα μετά την Κομμούνα; Με όλα αυτά τα δεδομένα στο τραπέζι γίνεται ακόμη πιο ξεκάθαρος και ο τόνος του τίτλου. Και η τελική επίγευση είναι εξαιρετικά πικρή, γιατί γίνεται αντιληπτό πως ένας δημιουργός ο οποίος μοιάζει να έχει κατασταλάξει πλέον βρίσκεται παράλληλα αντιμέτωπος με την πνευματική στασιμότητα, από τη στιγμή που οι ζυμώσεις τελείωσαν και ο ίδιος έφτασε σε ένα απώτατο σημείο σοφίας.

Είναι ένα μάθημα από μόνο του το να παρατηρήσει κάποιος τη μετεξέλιξη μιας οπτικής από το «Με Κομμένη την Ανάσα» στο «Όλα Πάνε Καλά». Είναι ουσιαστικά η μετατροπή του χαρισματικού σπουδαστή σε κυνικό καθηγητή. Κι ένα μεγάλο μέρος της απόλαυσης βρίσκεται στις παραμορφώσεις της γκονταρικής αντανάκλασης στον καθρέφτη, τόσο σχετικά με την ταινία κατασκευαστικά όσο και στο πώς προβάλλει τον ίδιο στον πρωταγωνιστή του».