Skip to main content

Θεσσαλονίκη: Το ΚΕΜΕΣ προβάλει την ταινία «Pieta» στον θερινό κινηματογράφο «Απόλλων»

Η προβολή θα πραγματοποιηθεί στον θερινό κινηματογράφο «Απόλλων», στη Θεσσαλονίκη.

Την ταινία του Κιμ Κι Ντουκ «Pieta», στο πλαίσιο του αφιερώματος «Σύμπαν θρυμματισμένο, έρημο» παρουσιάζουν τη Δευτέρα 17 Ιουλίου στις 21:00 οι «Σινεφίλ Δευτέρες» του Κέντρου Μελετών και Ερευνών για το Σινεμά.

Η προβολή θα πραγματοποιηθεί στον θερινό κινηματογράφο «Απόλλων», στη Θεσσαλονίκη. Η ταινία γυρίστηκε στη Νότια Κορέα το 2012, είναι έγχρωμη, διάρκειας 104 λεπτών και είναι διανομής της AMA FILMS.

Σενάριο και σκηνοθεσία είναι του Κιμ Κι Ντουκ και παίζουν οι Γιο Μιν Σο, Κανγκ Εουνγίν, Κιμ Γιάε Ροκ, Λι Γέονγκ Γιν.

Βραβεία: Χρυσό Λιοντάρι καλύτερης ταινίας και άλλα τρία βραβεία στο Φεστιβάλ Βενετίας. Βραβείο σκηνοθεσίας στο Διεθνές φεστιβάλ κινηματογράφου του Ντουμπάι. Βραβείο κοινού στη Γιο Μιν Σο στα Ασιατικά κινηματογραφικά βραβεία. Βραβεία καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας και γυναικείας ερμηνείας από την Ένωση κριτικών κινηματογράφου της Κορέας. Βραβείο Satellite καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας από τη Διεθνή Ακαδημία Τύπου.

Λίγα λόγια για την ταινία:

«Έχοντας προσληφθεί ως μπράβος από τοκογλύφους, ένας άντρας εκφοβίζει και απειλεί αυτούς που χρωστάνε ώστε να επιστρέψουν τα χρήματα που έχουν δανειστεί. Μια ημέρα, μια γυναίκα εμφανίζεται μπροστά του και ισχυρίζεται ότι είναι η μητέρα του. Ο άντρας την απορρίπτει ψυχρά στην αρχή, όμως σταδιακά την δέχεται στη ζωή του. Τότε είναι που αποφασίζει να εγκαταλείψει τη δουλειά του και να ζήσει μια φυσιολογική ζωή.

Η “Pieta” πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ Βενετίας το 2012, κερδίζοντας το Χρυσό Λιοντάρι καλύτερης ταινίας και ενθουσιάζοντας κοινό και κριτικούς, προκαλώντας συζητήσεις γύρω από τη μεγάλη επιστροφή του Κιμ Κι Ντουκ με μία από τις καλύτερες ταινίες της καριέρας του, ένα ουμανιστικό μελόδραμα στη μορφή μιας αποτρόπαιας ταινίας εκδίκησης».

Μετά την προβολή θα ακολουθήσει συζήτηση όπου ο Αλέξης Δερμεντζόγλου θα αναλύσει το θέμα «Η διαδρομή της Θείας Χάριτος: Από τον Μπρεσόν στον Κιμ Κι Ντουκ».

Στους θεατές θα διανεμηθεί η κάτωθι κριτική του Πάρι Μνηματίδη, γραμμένη ειδικά για την προβολή.

«Το «Pieta» είναι μια ξεχωριστή περίπτωση στη φιλμογραφία του Kim Ki-duk, γι’ αυτό άλλωστε και τόσο ενδιαφέρουσα. Εδώ οι εκλάμψεις οπτικής ποίησης που εντοπίζονται, για τις οποίες φημιζόταν τόσο, είναι μετρημένες και θα έλεγε κανείς πως επίτηδες πνίγονται από ένα αστικό τοπίο αδυσώπητο, με άσχημα χρώματα, που δεν συμβαδίζει με την εικόνα μιας χώρας που θεωρείται καπιταλιστικό πρότυπο όπως η Νότια Κορέα. Η ιδιότητα του κεντρικού ήρωα ως τοκογλύφος και το όλο σετ συμπεριφορών του στο πώς διεκπεραιώνει αυτόν τον ρόλο σίγουρα αποτελεί κι ένα πολιτικό σχόλιο για τη σκληρότητα όλων εκείνων των θεσμών και παραθεσμικών κέντρων που ισχυροποιήθηκαν παγκοσμίως κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης που ξεκίνησε το 2008. Και οι διάφορες μικρολεπτομέρειες σχετικά με τα όσα βρίσκονται στο διαμέρισμά του (το μαχαίρι που καρφώνεται στο σκίτσο που απεικονίζει μια γυναίκα, το ακίνητο χέλι στο ενυδρείο) έχουν τη δική τους σημασία στο πεδίο του συμβολισμού.

Και πάλι ο Kim καταπιάνεται με τα στοιχεία του ανδρικού ψυχισμού που αντιλαμβάνεται ο ίδιος ως κεντρικά, και κυρίως την τάση προς τη βία. Διατυπώνει πως το εν λόγω γνώρισμα είναι το κύριο επικοινωνιακό συνάλλαγμα του φύλου, είναι επιβολή, είναι αγάπη υπό ένα διαστρεβλωτικό πρίσμα, είναι παραδόξως μέχρι και δημιουργικότητα. Και φυσικά ο νόμος της περνάει από τα υψηλότερα στα χαμηλότερα στρώματα σαν αλυσίδα, αναπαράγεται και λειτουργεί σαν φαύλος κύκλος.

Αλλά ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο να είναι η σχέση ανάμεσα στους πρωταγωνιστές, οιδιπόδεια σε σημεία που σπάνια τολμάει να φτάσει το σινεμά εν γένει (υπάρχουν σκηνές που τεστάρουν τα όρια του θεατή), εξαρτησιογόνα σε βαθμό τέτοιο που αντιστρέφει τον εσωτερικό τους κόσμο, στη μεν περίπτωση του Gang-Do τον φέρνει σε επαφή με την ανάγκη για αποδοχή, στη δε περίπτωση της Mi-Son τη φέρνει πιο κοντά στη σκοτεινή της πλευρά. Είναι μια ακραία συνθήκη, όπου η τρυφερότητα περνάει μέσα από την ταπείνωση, οι δυναμικές εξουσιαστή κι εξουσιαζόμενου εναλλάσσονται συνεχώς και τελικά μέσα από αυτήν την αλληλεπίδραση αλλάζουν θεμελιωδώς, αγγίζοντας τα όρια της ύπαρξής τους.

Η οπτική της νοτιοκορεατικής κοινωνίας εδώ χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα μελανά χρώματα, από τον διάχυτο μισογυνισμό των αντρών μέχρι την υιοθέτηση ενός υλισμού σε ένταση τέτοια που εξευτελίζει και αποκτηνώνει το άτομο. Η κατακλείδα της ιστορίας φαινομενικά είναι άκρως πεσιμιστική για το μέλλον του συγκεκριμένου συνόλου, δεν πρέπει να λησμονείται όμως η αγκαλιά που προηγείται του φινάλε, που μπορεί και να υπονοεί ότι σε μια ενδεχόμενη αναθεώρηση των εθνικών αντιλήψεων έτσι όπως διαμορφώθηκαν από το 1953 και στο εξής μέσα από πολλά κύματα (πραξικοπήματα, κρίση του 1997), δεν θα «καούν» μαζί με τα ξερά και τα χλωρά... Κοινώς, ελπίδα υπάρχει, ακόμη και αν η πορεία προς τη μετάβαση περιέχει κι επώδυνες θυσίες.

Το φιλμικό όραμα του Kim Ki-duk έχει και στην εν λόγω περίπτωση μια πολύ ισχυρή σφραγίδα εντοπιότητας. Είναι ένα σινεμά που ασχολείται με εγχώρια ζητήματα με τρόπο που δεν ενδιαφέρεται για δυτικότροπα ανοίγματα όσον αφορά το ύφος και την αισθητική προκειμένου να γίνει ένα γκελ και με άλλες κινηματογραφικές αγορές. Εκεί είναι που υπάρχει μια διαφοροποίηση και με άλλους συμπατριώτες του που ανέκαθεν είχαν τα μάτια τους στραμμένα κι εκτός Ασίας σε επίπεδο επιρροών, όπως ο Park Chan-wook και ο Bong Joon-ho. Δεν σημαίνει όμως πως με το «Pieta» δημιουργεί τέχνη που διέπεται από εσωστρέφεια, κάθε άλλο. Εξερευνεί την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση με μια αντίληψη παγκοσμιότητας, και οι αναφορές που λοξοκοιτάζουν προς Δύση δεν λείπουν όπως μαρτυράει και ο τίτλος. Και ξεκινώντας από τη στέρηση της αγάπης, ολοκληρώνει μια πολύ ενδιαφέρουσα παραβολή για το πώς τελικά η ύπαρξή της ίσως να είναι η κινητήρια δύναμη της βίας στον κόσμο. Μια άποψη σίγουρα προβοκατόρικη, αλλά που στηρίζεται μέσω του σεναριακού μύθου πάνω σε μια επιχειρηματολογία που δεν θα μπορούσε να αποκαλεστεί αυθαίρετη».