Ο Μαργαρίτης Σχοινάς κατάγεται από τη Χαλκιδική, όπου ακόμη κάνει διακοπές τα καλοκαίρια, αλλά μπορεί να θεωρηθεί Θεσσαλονικιός. Στη Θεσσαλονίκη πήγε σχολείο -από το δημοτικό μέχρι το πανεπιστήμιο-, οι στενότεροι συγγενείς του και αρκετοί φίλοι του ζουν στην πόλη, είναι οπαδός του Άρη. Ταυτόχρονα, όμως, ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν λείπει από τη Θεσσαλονίκη πολλά χρόνια. Δεκαετίες ολόκληρες την παρακολουθεί εκ του μακρόθεν –κυρίως από τις Βρυξέλλες- και ως επισκέπτης. Πρόκειται για μία συνθήκη, που έχει τα θετικά και τα αρνητικά της. Το κυριότερο είναι ότι, πλέον, έχει αποκτήσει ματιά και λογική Ευρωπαίου, που του επιτρέπει να εντάσσει τα θέματα της Θεσσαλονίκης στην μεγάλη εικόνα. Συγχρόνως δεν ζει τους σύγχρονους ρυθμούς της πόλης, ούτε των ανθρώπων της –τόσο των απλών πολιτών, όσο και των παραγόντων της. Εξ’ αυτού πολύ λογικά και φυσιολογικά του διαφεύγουν στοιχεία μικροϊστορίας, τα οποία προκύπτουν από λεπτομέρειες της καθημερινότητας. Διότι σε μια πόλη σαν τη Θεσσαλονίκη, μια περιφερειακή πόλη –έστω δεύτερη τη τάξει- σε μια χώρα ασυντόνιστη και χωρίς σαφή περιφερειακό στρατηγικό προσανατολισμό, πολλά εξαρτώνται από τους ανθρώπους, οι οποίοι καταφέρνουν να φτάσουν σε θέση να διαχειρίζονται τις καταστάσεις. Είτε πρόκειται για αιρετούς (υπουργούς, βουλευτές, αυτοδιοικητικούς, εκπροσώπους συλλογικοτήτων), είτε πρόκειται για τοποθετημένους θεσμικούς παράγοντες, στον δημόσιο, τον ευρύτερο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα.
Με αυτά τα δεδομένα οι αναφορές του Μ. Σχοινά στη Θεσσαλονίκη από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του Συνδέσμου Εξαγωγέων (ΣΕΒΕ), το βράδυ της περασμένης Πέμπτης, έχουν δύο αναγνώσεις. Ο κομισάριος έχει απόλυτο δίκιο στις εκτιμήσεις του για το σπουδαίο μέλλον που μπορεί να οικοδομήσει η Θεσσαλονίκη, με κριτήριο κάποια αντικειμενικά δεδομένα που διαθέτει η πόλη, όπως είναι –για παράδειγμα- η γεωγραφική θέση και τα πανεπιστήμια. Στην ίδια κατεύθυνση συνηγορούν τόσο το θεωρητικό πλαίσιο που έχει αναπτυχθεί τις τελευταίες τρεις δεκαετίες για το ρόλο και τις προοπτικές της Θεσσαλονίκης στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, όσο και οι ιδέες για την ανάληψη συγκεκριμένων πρωτοβουλιών και την υλοποίηση έργων με… ονοματεπώνυμο. Στον αντίποδα, κάτι το οποίο δεν μπορεί να αντιληφθεί πλήρως και επομένως να ακριβολογήσει ο Μ. Σχοινάς, είναι η βαρύτητα των προσώπων, τα οποία (υποτίθεται ότι) κρατούν τα κλειδιά για την υλοποίηση του πλάνου, αλλά και ο συνδυασμός υπεραισιοδοξίας, επιπολαιότητας, ανοργανωσιάς, αλλά και μικροσυμφερόντων που –όλα μαζί ή κάποια από αυτά- επηρεάζουν τις εξελίξεις.
Λιμάνι και Thess Intec
Στα δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα για τον δυναμισμό και τις καλές προοπτικές της Θεσσαλονίκης στα οποία αναφέρθηκε στην ομιλία του ο Μ. Σχοινάς, το λιμάνι και το τεχνολογικό πάρκο 4ης γενιάς Thess Intec, η ιδιαιτερότητα της ματιάς του Μ. Σχοινά φάνηκαν σε όσα είπε και σε όσα δεν αναφέρθηκε. Για το λιμάνι είπε ότι δεν έχει φθάσει ακόμη στην πλήρη ανάπτυξη της δυναμικής του, κάτι που θα συμβεί στο μέλλον. Εκείνο που δεν είπε για το συγκεκριμένο θέμα –προφανώς γιατί δεν ήξερε ή γιατί δεν ήθελε ή γιατί δεν ήταν δουλειά του να τα πει- είναι οι λόγοι της στασιμότητας. Το ότι η ιδιωτικοποίηση της ΟΛΘ ΑΕ πριν από 5,5 χρόνια δεν έχει ακόμη καλύψει τους βασικούς λόγους για τους οποίους έγινε. Λόγοι που σχετίζονται με τις λεγόμενες υποχρεωτικές επενδύσεις και κυρίως την επέκταση της 6ης προβλήτας, που δεν έχει καν ανατεθεί. Επίσης, ότι για να αναπτυχθεί ουσιαστικά το λιμάνι πρέπει να ολοκληρωθούν από το ελληνικό δημόσιο η οδική και η σιδηροδρομική του σύνδεση με τα βασικά δίκτυα της χώρας. Κι αν το θέμα της οδικής συνδέσεως έχει πάρει το δρόμο του -τα έργα γίνονται και σε λιγότερο από δύο χρόνια τα φορτηγά θα μπαινοβγαίνουν χωρίς να διέρχονται από τον αστικό ιστό-, για τη σιδηροδρομική σύνδεση ο ορίζοντας είναι ακόμη μακρινός, θολός και αβέβαιος. Ότι κάποτε θα γίνει είναι μάλλον βέβαιο. Το πόσα χρόνια –ή μήπως δεκαετίες;- απαιτούνται είναι άγνωστο. Το πιο βασικό, όμως, που ίσως να αγνοεί ένας Θεσσαλονικιός από τις Βρυξέλλες είναι ότι αυτή η εκκρεμής κατάσταση δείχνει να βολεύει τους πάντες. Τους μεν ιδιώτες της ΟΛΘ ΑΕ διότι είναι σαφές πως δε βιάζονται ιδιαιτέρως να τοποθετήσουν υψηλά κεφάλαια στην κατασκευή του έργου, αντιθέτως όλη αυτή την πενταετία εισπράττουν υψηλά κέρδη και μερίσματα, αφού το λιμάνι ως φυσικό μονοπώλιο εξυπηρετεί φορτία και εισπράττει έσοδα. Το δε δημόσιο –το κράτος των χιλιάδων τεχνικών έργων σε εξέλιξη, όπως διαφημίζονται- διότι η σιδηροδρομική σύνδεση είναι δύσκολο, απαιτητικό, σύνθετο, ακριβό έργο και ως εκ τούτου όσο παρακάτω το σπρώξουμε τόσο το καλύτερο. Έτσι κι αλλιώς αυτοί που (υποτίθεται ότι) έχουν αναλάβει την προετοιμασία του έχουν επιβάλλει αργόσυρτους ρυθμούς. Ούτως ή άλλως για ό,τι κάνουν και για ό,τι δεν κάνουν πληρώνονται το μισθό τους, ενώ οι περισσότεροι σχεδιάζουν και διευθύνουν από την Αθήνα.
Ο χρόνος και τα λεφτά
Σε ό,τι αφορά το Thess Intec η πληροφόρηση που κόμισε στη Γενική Συνέλευση του ΣΕΒΕ ο κ. Σχοινάς έφτασε στη Θεσσαλονίκη μέσω Ισραήλ. Όπως είπε, σε πρόσφατη επίσκεψη του στη χώρα άκουσε από τον επικεφαλής ενός σημαντικού οικοσυστήματος καινοτομίας και τεχνολογίας –η συγκεκριμένη χώρα έχει υψηλότατες επιδόσεις στο συγκεκριμένο επιστημονικό και επιχειρηματικό πεδίο- ότι αδημονεί να έρθει στη Θεσσαλονίκη και να στηρίξει την συγκεκριμένη πρωτοβουλία. Ταυτόχρονα, αν και δεν το είπε, ο κ. Σχοινάς είναι μάλλον απόλυτα σίγουρος ότι ένα έργο που χρηματοδοτείται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας με 35 εκατ. ευρώ θα προχωρήσει οπωσδήποτε και εντός των χρονοδιαγραμμάτων. Εκείνα που δεν ξέρει, δεν θέλει ή δεν μπορεί να πει, είναι ότι πρόκειται για μια πολύ καλή και παραγωγική ιδέα, που αλλιώς ξεκίνησε και αλλιώς προχωράει, με μόνο μπούσουλα επί της ουσίας τη χρηματοδότηση. Κατ’ αρχήν εξαγγέλθηκε από τον Κ. Μητσοτάκη ως έργο που θα υλοποιηθεί με ιδιωτικά κεφάλαια και γι’ αυτό το δημόσιο παραχώρησε δωρεάν περίπου 700 στρέμματα. Αν αυτού με αφορμή την πανδημία το κράτος εκχωρεί 35 εκατ. ευρώ από το ταμείο Ανάκαμψης. Στην ίδια εξαγγελία του τότε πρωθυπουργού –Σεπτέμβριος 2019- είχε τεθεί από τον Κ. Μητσοτάκη χρονικό διάστημα δύο ετών για να υπάρξουν χειροπιαστά αποτελέσματα, που θα σηματοδοτούν την προσπάθεια. Ήδη βρισκόμαστε στην σχεδόν κλεισμένη τετραετία και το εγχείρημα παραμένει στη γραμμή εκκίνησης, έχοντας διανύσει κάποια λίγα μέτρα, με τον ορίζοντα του να είναι επίσης μακρινός και σε βάθος χρόνου. Μέχρι τότε πολλοί –πολιτικοί, αυτοδιοικητικοί, ιδιώτες- που αγκαλιάζουν το πρότζεκτ σαν προσωπικό τους λάφυρο, κάτι σαν το δικό τους… Άγιο Δισκοπότηρο, θα συσκέπτονται, θα εμφανίζονται, θα εξαγγέλλουν, θα τριγυρίζουν και θα μιλούν για το έργο μέχρι να το πιστέψουν οι ίδιοι και να πείσουν και όλους τους υπόλοιπους, ότι κάποια στιγμή θα γίνει. Κάποτε…