Skip to main content

Τι μας έμεινε από τη φετινή προεκλογική περίοδο και πώς πάμε στις κάλπες

Τι ακούσαμε, τι κέντρισε το ενδιαφέρον, τι απασχόλησε την κοινή γνώμη, ποια είναι τα ζητήματα που αναμένεται να βαρύνουν για την τελική απόφαση

Σε ήρεμο κλίμα κινήθηκε η φετινή προεκλογική εκστρατεία. Η όποια λεκτική ένταση μεταξύ των κομμάτων και των αρχηγών τους δεν έλειψε, αλλά δεν ξέφυγε από τα συνηθισμένα ή έστω δεν πόλωσε το γενικό κλίμα στην κοινωνία σε βαθμό... διχασμού (ευτυχώς).

Αυτό ως μια γενική εικόνα, παρότι χρησιμοποιήθηκαν βαριές εκφράσεις και χαρακτηρισμοί, από όλες τις πλευρές, παρότι φτάσαμε μέχρι και το σημείο να γίνεται λόγος για εξεταστικές επιτροπές, για κυβερνήσεις ειδικού σκοπού, για σκάνδαλα και πάει λέγοντας και είναι ανοιχτό το ενδεχόμενο να πάει ακόμη πιο ακραία μετεκλογικά... Ας ελπίσουμε πως όχι.

Η χώρα και οι περισσότεροι πολίτες έμειναν μακριά από το νοσηρό κλίμα και θεωρώ ότι με περισσότερη ψυχραιμία από τους κομματικούς μηχανισμούς έβγαλαν τα συμπεράσματά τους και έκαναν τις επιλογές τους, τις οποίες θα τις δούμε πλέον στις κάλπες.

Η Δημοκρατία λειτούργησε. Ο διάλογος ήταν ευρύς και ακούστηκαν καθαρά οι θέσεις όλων. Ο πολίτης που ενδιαφέρεται για το τι πρεσβεύει κάθε κόμμα και κάθε πολιτικός αρχηγός, για το τι του επιφυλάσσει για την επόμενη μέρα, για τα σενάρια διακυβέρνησης της χώρας, για τις προτάσεις όλων για όλα, έχει γνώση και μπορεί με τα δικά του κριτήρια να πάρει τη δική του απόφαση για το ψηφοδέλτιο που θα ρίξει στην κάλπη.

Στη Θεσσαλονίκη, που μπήκε κι αυτή τη φορά στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των κομμάτων, είναι θετικό ότι τα ζητήματά της, τα σημαντικά έργα, η καθημερινότητα και οι προοπτικές της περιοχής και των κατοίκων της, βρήκαν χώρο και χρόνο στον δημόσιο προεκλογικό διάλογο. Όλοι τα έχουν όλα στην ατζέντα τους κι αυτό δεν είναι ευκαταφρόνητο. Το γεγονός όμως ότι έχουμε ξεκάθαρες τοποθετήσεις βοηθά στην αξιολόγηση, όσων επιλέγουν με προτεραιότητα σε αυτά τα κριτήρια.

Είναι προφανές ότι κεντρικό ζήτημα της προεκλογικής εκστρατείας είναι αυτό της οικονομίας. Της οικονομίας της χώρας και των νοικοκυριών. Μισθοί, επιβαρύνσεις, συντάξεις, ακρίβεια, θέσεις εργασίας ή ανεργία, εισοδήματα, λογαριασμοί, επιδόματα, επενδύσεις, ιδιωτικοποιήσεις και κρατικοποιήσεις μπήκαν εμφατικά στο τραπέζι και όλες οι παρατάξεις έχουν καταθέσει τις προτάσεις τους, τις εξαγγελίες τους, τα προγράμματά τους. Οι Έλληνες και την 21η Μαΐου θα ψηφίσουν με βάση κυρίως την τσέπη τους και την εμπιστοσύνη τους θα τη δώσουν σε εκείνους που θεωρούν ότι τους δίνουν την καλύτερη δυνατή προοπτική για την επόμενη μέρα, για την επόμενη τετραετία.

Η Voria συμμετείχε ενεργά και ολοκληρωμένα σε αυτόν τον προεκλογικό διάλογο. Έδωσε βήμα σε όσους περισσότερους υποψήφιους βουλευτές των κομμάτων μπορούσε, κυρίως όμως έδωσε βήμα στους έξι αρχηγούς των κοινοβουλευτικών κομμάτων, μέσα από προσωπικές συνεντεύξεις για να καταθέσουν στους πολίτες τις απόψεις τους, τις θέσεις τους, τις προτάσεις τους. Καθένας εκ των κ.κ. Κυριάκου Μητσοτάκη, Αλέξη Τσίπρα, Νίκου Ανδρουλάκη, Δημήτρη Κουτσούμπα, Κυριάκου Βελόπουλου και Γιάνη Βαρουφάκη έδειξε διάθεση να παραχωρήσει μια προεκλογική συνέντευξη και να απαντήσει στα ερωτήματα των δημοσιογράφων της ιστοσελίδας, βοηθώντας όχι μόνο τη δική του προβολή στο κοινό της Βόρειας Ελλάδας, αλλά και το Μέσο να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των επισκεπτών, με τη μεγαλύτερη δυνατή αξιοπιστία και ευρύτητα.

Πώς πηγαίνουμε όμως πλέον στις κάλπες; Τι μας έμεινε από την προεκλογική περίοδο, που ήταν τυπικά σύντομη, ενός μηνός (22 Απριλίου προκηρύχθηκαν οι εκλογές), αλλά ατύπως διήρκεσε πολλούς μήνες;

Αυτό το ερώτημα μπορεί να μοιάζει απλοϊκό, όμως δεν είναι. Και δεν είναι επειδή απαντώντας σε αυτό φτάνει καθένας από εμάς στην ευθύνη που επωμίζεται την Κυριακή 21 Μαΐου 2023. Στην τελική απόφασή του για το μέλλον της χώρας και το δικό του την επόμενη μέρα και πιθανώς την επόμενη τετραετία.

Η προεκλογική εκστρατεία είχε πολλές διακυμάνσεις σε επίπεδο συνθημάτων, εξαγγελιών, προγραμμάτων, αλλά κυρίως θεμάτων επικαιρότητας. «Φωτοβολίδων», που πολλές από αυτές πιθανότατα δε θα μας απασχολούν το επόμενο διάστημα, πλην όμως έκλεψαν τα φώτα της δημοσιότητας και αποτέλεσαν τον πυρήνα της προεκλογικής εκστρατείας. Η λεγόμενη μάχη των εντυπώσεων έβγαλε νικητές και ηττημένους. Πάντα βγάζει. Η τοποθέτηση όμως κάθε πολιτικού αρχηγού και κάθε κόμματος στην πλευρά των νικητών και των ηττημένων είναι προσωπικό ζήτημα του καθενός. Δεν αναφέρομαι σε όσους δεν χρειάζονται προεκλογική ενημέρωση για να αποφασίσουν, αλλά έχουν λάβει ήδη τις αποφάσεις τους δηλώνοντας ή αισθανόμενοι οπαδοί κάποιου από τα κόμματα. Αναφέρομαι σε εκείνη την κρίσιμη μάζα των πολιτών, οι οποίοι μετακινούνται μεταξύ των κομμάτων, περιμένουν κάτι να ακούσουν για να αποφασίσουν, δεν έχουν πρόβλημα να επιλέξουν τελικά στην κάλπη κάποιο ψηφοδέλτιο, που δεν είναι σε κάθε εκλογική αναμέτρηση το ίδιο. Οι πολίτες αυτοί είναι άλλωστε που δίνουν τις νίκες και τις ήττες στις εκλογές, είναι αυτοί που βγάζουν κυβερνήσεις. Τα κομματικά στελέχη και οι πιστοί οπαδοί των κομμάτων έχουν προστεθεί στο σακούλι των υπολογισμών των ψήφων πριν το άνοιγμα της κάλπης ακόμη, συνιστούν τη σταθερή δύναμη κάθε κόμματος και δύσκολα αλλάζουν τη στάση τους στην κάλπη. Αν θέλουν να εκφράσουν δυσαρέσκεια για την ηγεσία του κόμματός τους δεν το κάνουν συνήθως ψηφίζοντας κάποιο άλλο κόμμα, αλλά απέχοντας από την εκλογική διαδικασία της Κυριακής.

Στη μάχη των εντυπώσεων λοιπόν είχαμε την αποχώρηση του πρώην πρωθυπουργού, Κώστα Καραμανλή, από το ψηφοδέλτιο της Α' Θεσσαλονίκης της ΝΔ για πρώτη φορά μετά το 1989, την απόφαση του ξαδέλφου του Κώστα Καραμανλή του Αχιλλέα να είναι υποψήφιος στις Σέρρες παρότι είχε παραιτηθεί από υπουργός Μεταφορών μετά το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών, την ανακίνηση των υποκλοπών μετά το ντιμπέιτ και τις αναφορές για εξεταστικές επιτροπές, τον «άγνωστο Χ» για πρωθυπουργό, το σύστημα πληρωμών «Δήμητρα», τα «τοπικά νομίσματα», τις κυβερνήσεις μειοψηφίας, την κυβέρνηση ειδικού σκοπού, τον αποκλεισμό κομμάτων από τις εκλογές και κυρίως του κόμματος Κασιδιάρη, την υπόθεση Κατρούγκαλου και τα «κρυφά προγράμματα», τον πολιτικό πολιτισμό του debate, μέχρι και το πολύ Tik Tok...

Υπήρξε και πολλή ουσία που έμεινε από αυτή την προεκλογική περίοδο. Όχι μόνο εντυπώσεις. Όχι μόνο τα ζητήματα που ανέδειξε η τρέχουσα επικαιρότητα, τα οποία δεν είναι φυσικά μόνο εντυπώσεων, αλλά πολλά από αυτά μείζονος πολιτικής ουσίας. Αν θέλουμε όμως να μιλήσουμε για ουσία πρέπει να επικεντρωθούμε στον προγραμματικό λόγο των κομμάτων και των αρχηγών τους. Και σε αυτό το πεδίο είχαμε ευρύτατο διάλογο σε αυτή την προεκλογική περίοδο κι αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό, διότι αποτελεί ένα αντικειμενικό κριτήριο επιλογής ψήφου. Ειδικά τα οικονομικά προγράμματα.

Εκεί μας έμεινε το ζήτημα της κοστολόγησης του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Το κόμμα και ο αρχηγός του πιέστηκαν πολύ για να δώσουν εξηγήσεις. Κατ' άλλους έπεισαν, κατ' άλλους όχι. Το συγκεκριμένο ζήτημα θα μπει εμφατικά και μετεκλογικά και αποτελεί ένα από τα κυρίαρχα ζητήματα σε όσους προβληματίζονται για την κυριακάτικη επιλογή τους. Και δεν μπορούμε να μην καταγράψουμε επίσης ότι πηγαίνουμε με μια... σκιά στις κάλπες, για το ενδεχόμενο «κρυφό πρόγραμμα» του κόμματος της σημερινής αξιωματικής αντιπολίτευσης, λόγω των όσων είπε ο κ. Κατρούγκαλος και αποδοκιμάστηκαν με τον πλέον εμφατικό και επίσημο τρόπο από το ίδιο το κόμμα. Είναι από τις «εντυπώσεις» που έμειναν, διότι είναι και πολύ πρόσφατη...

Κατά τα άλλα, οι οικονομικές εξαγγελίες τόσο του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ, όσο και των άλλων κομμάτων δίνουν ένα στίγμα των προθέσεών τους και αν μπορούσε κάτι να τα ομαδοποιήσει είναι ότι στο σύνολό τους είναι αισιόδοξα για την τσέπη μας και την εθνική οικονομία.

Επίσης, μας έμεινε η διάθεση για κυβερνήσεις συνεργασίας από όλους. Στα λόγια όμως, όχι στην πράξη. Η ΝΔ έκανε την επιλογή να βγει από το κάδρο της συγκεκριμένης κουβέντας, αφενός επειδή ήθελε να πάει στις κάλπες με το αφήγημα της αυτοδυναμίας, επιδεικνύοντας ισχύ, αφετέρου επειδή η πιθανότητα έκλεισε τόσο από την ίδια, όσο και από τον μοναδικό εν δυνάμει «συνεργάτη» της, το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής.

Από την πλευρά του ο ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ και ο πρόεδρός του, επέλεξαν να παίξουν το χαρτί της κυβέρνησης συνεργασίας μέχρι τέλους. Αφενός για να μειώσουν τον φόβο της ακυβερνησίας την επόμενη μέρα, αφετέρου για να δείξουν τη διάθεση για συνεννόηση για το καλό της χώρας και βέβαια τη σταθερή βούλησή τους για «προοδευτική διακυβέρνηση».

Το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής και ο αρχηγός του επέλεξαν την αυτόνομη πορεία και λογικά, διότι οποιαδήποτε άλλη τακτική θα οδηγούσε στη συμπίεση των εκλογικών ποσοστών του από δεξιά και αριστερά. Έτσι έκλεισε κάθε παράθυρο μετεκλογικής κυβερνητικής συνεργασίας, ζητώντας λογικά το μεγαλύτερο δυνατό ποσοστό για να μπορέσει να αναδειχθεί σε ρυθμιστικό πόλο της επόμενης μέρας και να έχει τη δύναμη να επιβάλλει μεγάλο μέρος των προγραμματικών θέσεών του.

Ποιος τα πήγε καλά με τις επιλογές του θα το δούμε από τα αποτελέσματα της κάλπης, καθώς το συγκεκριμένο ζήτημα, μπορεί να μοιάζει με παιχνίδι σεναρίων, όμως έχει μεγάλη πολιτική ουσία, διότι μιλάμε για την προοπτική της διακυβέρνησης της χώρας την επόμενη μέρα.

Ειπώθηκαν πολλά για την ακυβερνησία, την κυβερνησιμότητα, την αυτοδυναμία και τις κυβερνήσεις συνεργασίας, μέχρι και κυβέρνηση ειδικού σκοπού ακούσαμε. Εισπράξαμε ή μας έμεινε η δυσκολία στη συνεργασία των υφιστάμενων κομμάτων, η αδυναμία υποχωρήσεων για την εύρεση της χρυσής τομής και βέβαια η αδιέξοδη αυτή κουβέντα, από τη στιγμή που δεν προηγήθηκε ο πραγματικός προγραμματικός διάλογος με στόχο μια κυβερνητική συνεργασία. Θα μείνουμε δηλαδή με την απορία εάν τελικά βάσει προγραμματικών θέσεων ήταν δυνατό να συγκυβερνήσουν περισσότερα του ενός κόμματος.

Μας έμεινε και η εξωτερική πολιτική και άμυνα, όπου όμως το αφήγημα όλων των κομμάτων δεν διαφέρει τόσο πολύ στα γενικά χαρακτηριστικά του και η εκτίμηση είναι ότι γι' αυτό το λόγο δεν κάνει τη διαφορά στους ψηφοφόρους. Κυρίως εδώ μέτρησε ο διαγκωνισμός των δυο μεγάλων κομμάτων για τα πεπραγμένα τους όσο κυβέρνησαν στα ελληνοτουρκικά, στους εξοπλισμούς, στη διπλωματία κτλ. Αυτό ως κριτήριο είναι για πολλούς ισχυρό και λογικά διότι μιλάμε για μείζον ζήτημα πολιτικής, για μείζον εθνικό ζήτημα.

Αναλόγως πήγε και το θέμα των υποδομών. Όλοι θέλουν να φτιάξουν τις υποδομές και αναγνωρίζουν τα ελλείμματα σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, παρά τις διαφοροποιήσεις τους. Άρα μία η άλλη. Οι συγκρίσεις αφορούν μόνο σε κυβερνητικά πεπραγμένα και σε αυτό το επίπεδο τελικά θα γίνουν οι αξιολογήσεις των ψηφοφόρων. Αυτό το κριτήριο θα βαρύνει...

Μας έμεινε και η αγωνιώδης προσπάθεια όλων των κομμάτων να πάρουν με το μέρος τους τους νέους ψηφοφόρους. Πόσες φορές ακούσαμε για τον αριθμό τους (περίπου 430.000 πανελλαδικά); Ο τρόπος που απευθύνθηκε στους νέους κάθε πολιτικός αρχηγός ήταν μάλιστα διαφορετικός και οι αναλύσεις των ειδικών για το πώς ψήφισαν τελικά οι νέοι (και πόσοι πείσθηκαν να ψηφίσουν) θα έχουν μεγάλο ενδιαφέρον. Θα καθορίσουν όμως το αποτέλεσμα; Κρατήστε μικρό καλάθι. Το όφελος για τους νέους ήταν το προεκλογικό ενδιαφέρον που εισέπραξαν από τους πολιτικούς, η ανάδειξη της αξίας τους και η δυνατότητά τους με την επιλογή τους να καθορίσουν ως ένα σημαντικό ίσως βαθμό τα πολιτικά πράγματα στη χώρα.

Αυτά ήταν τα κυρίαρχα ζητήματα ουσίας, που έμειναν ή που έπεσε το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, διότι υπάρχουν κι άλλοι πολλοί τομείς της πολιτικής, στους οποίους η κοινωνία, ο ψηφοφόρος δίνει βαρύτητα, όπως τα θέματα διαφάνειας, δικαιοσύνης, παιδείας, υγείας, περιβάλλοντος, δημογραφικού, καθημερινότητας και πολλά άλλα. Τα κόμματα είναι αλήθεια ότι κατέθεσαν τις προτάσεις τους αναλυτικά στην κοινωνία σε αυτή την προεκλογική περίοδο για όλα τα ζητήματα πολιτικού ενδιαφέροντος.

Σχεδόν όλοι έχουμε πια μια ολοκληρωμένη εικόνα και οι περισσότεροι έχουν κατασταλάξει στο ψηφοδέλτιο που θα ρίξουν την Κυριακή στην κάλπη.

Πέρα όμως από το ψηφοδέλτιο, ανάλογη ευθύνη αναλαμβάνει καθένας από εμάς και για τον σταυρό που θα βάλει, ανεξαρτήτως ψηφοδελτίου. Επιλέγουμε ποιος θα εκπροσωπήσει την τοπική κοινωνία στην επόμενη Βουλή. Ελπίζω, τα παραδείγματα της τελευταίας κοινοβουλευτικής θητείας, να έδωσαν ένα μάθημα σε όλους μας, για τη σημασία του σταυρού προτίμησης... Τα παθήματα πρέπει να γίνονται μαθήματα κι εμείς ως ψηφοφόροι να ωριμάζουμε, όπως ωριμάζει και η Δημοκρατία μας, αν θέλουμε ένα καλύτερο αύριο για εμάς, τα παιδιά μας και τον τόπο μας.

Καλή ψήφο την Κυριακή σε όλους όποιο κόμμα, όποιον υποψήφιο κι αν επιλέξει.

Και μην ξεχνάτε: η αποχή δεν είναι στάση, δεν είναι διαμαρτυρία, δεν είναι έκφραση, δεν στέλνει μηνύματα σε κανέναν.