Skip to main content

Τι πρέπει να μάθουμε και τι να ξεμάθουμε στην Ελλάδα!

Οι διαμεσολαβητές (κράτος, τράπεζες, Ε.Ε.) που διαχειρίζονται λεφτά τρίτων (φορολογουμένων και καταθετών) συχνά εμφανίζουν μειωμένα αντανακλαστικά.

Γράφει ο Επενδυτής

Όλα τα προηγούμενα χρόνια δεν έλειπαν οι χρηματοδοτικοί πόροι. Δημόσιος δανεισμός, πιστωτική επέκταση και επιδοτήσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) παρείχαν άφθονη ρευστότητα και επενδυτικά κεφάλαια. Το βασικό έλλειμμα, έχει διαπιστωθεί πλέον, ότι βρισκόταν στον τρόπο κατανομής αυτών των πόρων. Υπήρχαν αδυναμίες στη διαχείριση από την πλευρά του κράτους (πόροι από δημόσιο δανεισμό και χρήση των φόρων), στις τράπεζες (μέσω της διαχείρισης των καταθέσεων) αλλά και στο μοντέλο των επιδοτήσεων της Ε.Ε.

Οι διαμεσολαβητές (κράτος, τράπεζες, Ε.Ε.) που διαχειρίζονται λεφτά τρίτων (φορολογουμένων και καταθετών) συχνά εμφανίζουν μειωμένα αντανακλαστικά στον τρόπο αξιολόγησης των επενδύσεων και κατανομής των σχετικών πόρων, ενώ δεν λείπουν και τα φαινόμενα σύγκρουσης συμφερόντων αλλά και διαφθοράς. Επιπλέον το μοντέλο του παρελθόντος που έθετε στο επίκεντρο τις τράπεζες και το κράτος δεν μπορεί πλέον να λειτουργήσει.
Άρα απαιτείται μια νέα πρόταση.

Η εφαρμογή ενός μοντέλου αδιαμεσολάβητης σχέσης ανάμεσα στον πολίτη (που παράγει τον πλούτο) και τις επιχειρήσεις (που έχουν ανάγκη τις επενδύσεις) μπορεί να έχει καλύτερα αποτελέσματα. Το μοντέλο της άμεσης χρηματοδότησης της χρηματιστηριακής αγοράς μπορεί να συμβάλλει στην καλύτερη κατανομή των πόρων.

Πολλοί ελεύθεροι άνθρωποι, με διαφορετικές οπτικές, γνώσεις, ιδέες αλλά και επιδιώξεις, μπορούν να συμβάλλουν καλύτερα στην αντιμετώπιση προβλημάτων που δεν έχουν μοναδική λύση. Στα περίπλοκα κοινωνικά προβλήματα – όπως οι επενδύσεις – απαιτείται να συμμετάσχουν όσο το δυνατόν περισσότερα δημιουργικά μυαλά - και αυτά ακριβώς προσφέρει η αγορά!

Επιπλέον στην παρούσα συγκυρία υπάρχει σοβαρή ανάγκη επέκτασης των διαθέσιμων τοπικά πόρων. Είτε για ενίσχυση της ρευστότητας, είτε για επενδυτικά κεφάλαια ή ακόμα για την κάλυψη της συνεχιζόμενης απομείωσης της αξίας των παραγωγικών συντελεστών.

Η χρηματιστηριακή αγορά μπορεί να προσελκύσει με μεγαλύτερη ευκολία πόρους από το εξωτερικό (έμμεσες επενδύσεις) και να δημιουργηθούν early wins. Οι εφαρμογή των Ευρωπαϊκών Οδηγιών έχουν καταστήσει την τοπική αγορά ευθυγραμμισμένη με τις διεθνείς και ευρωπαϊκές πρακτικές και άρα αναγνωρίσιμη και ασφαλή στα μάτια των διεθνών επενδυτών.

Ένα τρίτο σημείο είναι η προώθηση της μετοχικής ιδέας. Ο εργαζόμενος γίνεται μέρος της ευημερίας, αφού με την επένδυσή του στις μετοχές των επιχειρήσεων, συμβάλλει σε αυτή.

Oι επιχειρηματίες πρέπει να μάθουν να μιλούν και μια άλλη γλώσσα, εκτός από αυτή των τραπεζών, τη γλώσσα των επενδυτών και κυρίως τη γλώσσα των διεθνών επενδυτών. Αλλά και οι πολίτες, από τα σχολικά τους χρόνια πρέπει να μπορούν να γράψουν «έκθεση για την επένδυση» και όχι μόνο «έκθεση για την αποταμίευση». Με τον τρόπο αυτό μπορεί να αλλάξει το μοντέλο της οικονομίας και από αυτό της «κατανάλωσης» να μετατραπεί σε αυτό της «παραγωγής» το οποίο είναι το μόνο που μπορεί να δημιουργεί αποτελέσματα με βιώσιμο τρόπο.

Η κοινωνία πρέπει να είναι προετοιμασμένη να μάθει, αλλά κυρίως να ξεμάθει όλα αυτά που μέχρι πρότινος αποτελούσαν τη συμβατική και ασφαλή προσέγγιση της επιτυχίας. Πρέπει όμως και να ξαναμάθει αυτά που θα εξασφαλίσουν την επιβίωση και την ανάπτυξη στο νέο περιβάλλον.