Αν και οι αποφάσεις του Περιφερειακού Συμβουλίου Κεντρικής Μακεδονίας –όπως και κάθε Περιφερειακού Συμβουλίου- κρίνονται μόνο στο πεδίο της υλοποίησης, η πρόσφατη ανακοίνωση ότι ξεκινούν οι διαδικασίες για να συνδεθούν με το δίκτυο φυσικού αερίου οι Σέρρες, το Κιλκίς, η Βέροια, η Κατερίνη και τα Γιαννιτσά είναι από μόνη της ενδιαφέρουσα.
Πρόκειται για μια πολύ καλή είδηση, που αν ισχύσει θα ωφελήσει πολύ τις τοπικές κοινωνίες. Αφενός, τα νοικοκυριά, διότι θα έχουν τη δυνατότητα να εξυπηρετηθούν με ένα καύσιμο πρακτικό και φθηνότερο από το πετρέλαιο. Αφετέρου, τις επιχειρήσεις, διότι με τη χρήση φυσικού αερίου θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητά τους και ταυτόχρονα θα μειώσουν το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα. Κάτι που θα συμβάλλει στην αναβάθμισης της πράσινης λειτουργίας, που οφείλουν να έχουν, ειδικά όταν εξάγουν στην Ευρώπη και άλλες αγορές του ανεπτυγμένου κόσμου. Εννοείται ότι η πιο σημαντική επίπτωση από τη χρήση του φυσικού αερίου είναι το καθαρότερο περιβάλλον.
Με δεδομένο ότι ο αγωγός που μεταφέρει ρωσικό φυσικό αέριο στην Ελλάδα περνάει από την Κεντρική Μακεδονία, ενώ σε δύο περίπου μήνες ξεκινάει η κατασκευή του αγωγού ΤΑΡ, που θα μεταφέρει στην Ευρώπη φυσικό αέριο από το Αζερμπαϊτζάν και θα διασχίζει ολόκληρο το βορειοελλαδικό τόξο, ο προβληματισμός αφορά τους λόγους που η επέκταση του δικτύου έχει καθυστερήσει.
Αν πρόκειται για επιλογή της Πολιτείας με βάση τις προτεραιότητες, είναι μέγα λάθος. Αν, όμως, πρόκειται για σκόπιμη καθυστέρηση υπέρ συμφερόντων που συνδέονται με καύσιμα άλλου τύπου τότε είναι τεράστιο έγκλημα. Το φυσικό αέριο δεν εμπλουτίζει απλώς την ποικιλία ενεργειακών πηγών για την Ελλάδα. Μέχρι ένα βαθμό αλλάζει τον τρόπο που σκεφτόμαστε και λειτουργούμε. Όπως ακριβώς τα δίκτυα ύδρευσης με το τρεχούμενο νερό αναβάθμισαν θεαματικά την καθημερινότητα των ανθρώπων, έναντι της περιόδου που το νερό διακινούσε ο νερουλάς ή ερχόταν με στάμνες από το πηγάδι και τη βρύση της πλατείας του χωριού. Και πρόσφεραν ευκαιρίες.
Αν κοιτάξει κανείς μια ακτινογραφία της Ιταλίας θα διαπιστώσει ότι το πλέγμα των παντός τύπου αγωγών φυσικού αερίου διαθέτει την πυκνότητα που έχουν στο ανθρώπινο σώμα οι φλέβες του αίματος. Απόδειξη της σημασίας που δίνει μια παραγωγική χώρα στο συγκεκριμένο ζήτημα. Κι ας ανήκει στο ευρωπαϊκό νότο. Και ας είναι συχνά έρμαιο οικονομικών συμφερόντων, πολλά από τα οποία ακουμπούν τη Μαφία ή είναι η ίδια η Μαφία. Είναι χαρακτηριστικό ότι για τον ΤΑΡ, που θα έχει συνολικό μήκος 791 χιλιόμετρα, μόλις τέσσερα από αυτά θα χρειαστεί να κατασκευαστούν στην Ιταλία, στην περιοχή San Foca, όπου θα υπάρξει διασύνδεση με το υφιστάμενο δίκτυο αγωγών, που οδηγούν στην Κεντρική Ευρώπη. Τα 478 χλμ.του αγωγού θα βρίσκονται στην Ελλάδα, τα 204 χλμ. στην Αλβανία και τα 105 χλμ. κάτω από την Αδριατική –σε μέγιστο βάθος 802 μέτρων.
Σε μια χώρα –επομένως και σε μία περιοχή- που επιδιώκει την οικονομική ανάπτυξη οι υποδομές αποτελούν τη βάση. Στην Ελλάδα δυστυχώς ακόμη το παλεύουμε. Στη Β. Ελλάδα περισσότερο. Ο περίφημος δρόμος Πάτρα – Αθήνα – Θεσσαλονίκη – Εύζωνοι παραμένει ημιτελής στα Τέμπη, όπου τα τούνελ χάσκουν μεν, χωρίς να είναι ακόμη λειτουργικά δε. Οι εργασίες συνεχίζονται. Οι κάθετοι άξονες της Εγνατίας βρίσκονται στα χαρτιά. Το ίδιο και οι διασυνδέσεις της Εγνατίας με τα λιμάνια του βορειοελλαδικού τόξου. Σε ορισμένες περιπτώσεις γίνονται εργασίες. Το σιδηροδρομικό δίκτυο είναι ελλιπές και όπου υπάρχει έχει τα χάλια του και χρειάζεται συντήρηση. Τα δίκτυα οπτικών ινών καλύπτουν μικρό κομμάτι της Β. Ελλάδος, όπου το γρήγορο ίντερνετ θα έπρεπε να είναι εργαλείο ανταγωνιστικότητας για τις εξωστρεφείς επιχειρήσεις. Το μετρό της Θεσσαλονίκης θα ολοκληρωθεί στην καλύτερη περίπτωση με εννέα ή δέκα χρόνια καθυστέρηση.
Στα χρόνια της κρίσης, τώρα που επιτέλους οι άνθρωποι σε αυτή τη χώρα ψάχνονται στα δύσκολα για το τι μπορούν και το τι δεν μπορούν να κάνουν, ενώ οι πολιτικές δυνάμεις συμφωνούν για την ανάγκη να επινοηθεί ένα νέο παραγωγικό πρότυπο, οι μεγάλες ελλείψεις τραυματίζουν. Και πονάνε. Πολύ περισσότερο, που όλοι γνωρίζουν για τον πακτωλό των κοινοτικών χρημάτων που εισέρευσαν στην Ελλάδα και αντί να συμπληρώσουν τα ουσιαστικά κενά, κατευθύνθηκαν σε μη παραγωγικά έργα, τα οποία προ Κοινότητας χρηματοδοτούσαν ως χορηγοί εύποροι συμπολίτες ή Έλληνες του εξωτερικού. Για παράδειγμα οι πέτρινες βρύσες στις πλατείες των χωριών και οι παιδικές χαρές. Δεδομένου, μάλιστα, ότι τις μεγαλύτερες ελλείψεις υποδομών είχε ανέκαθεν η Β. Ελλάδα, δεν προκαλεί εντύπωση ότι είναι μια περιοχή που πληρώνει πανάκριβο τίμημα γι’ αυτή την πραγματικότητα.