Πολλά αλλάζουν στο μέχρι πρότινος σαθρό βασίλειο της Δανιμαρκίας. Μπαναλιτέ και κοινοτοπία, αλλά χειροπιαστή πραγματικότητα. Ο επιθανάτιος ρόγχος της νοσηρότητας στην Τούμπα είναι πιο εκκωφαντικός από ποτέ.
Η αδιαφορία αποπέμπεται κλοτσηδόν. Η νωχέλεια αποχαιρετά μ’ αναφιλητά. Η αγνωμοσύνη εξοστρακίζεται σε άλλες θάλασσες, σε μακρινές χερσονήσους. Η φιλαυτία τιμωρείται δια πελέκεως. Τουναντίον, η αυταπάρνηση καλωσορίζεται. Η εγρήγορση αποδίδει κι ανταποδίδει. Η ευγνωμοσύνη, απ’ τις άλλες θάλασσες, απ’ τις μακρινές χερσονήσους, επιβραβεύεται. Ο αλτρουισμός επιστρέφει και εγκαθίσταται.
Και το βασίλειο της Δανιμαρκίας συμμαζεύει ένας ντόπιος, ένας Δανός, με τη «μαγική του σκούπα». Ο Φρανκ Άρνεσεν ξεσκονίζει ράθυμες, «ψηλωμένες» βεντέτες και δείχνει το πεδίο δράσης σε αεικίνητους, ονειροπόλους αμούστακους . Πετά τα εκτυφλωτικά επίχρυσα απ’ τα «πάνω ράφια» και εξορύσσει καθάρειο χρυσό απ’ τα έγκατα. Απορρίπτει «χολιγουντιανές υπερπαραγωγές», «θρίλερ» και «επιστημονική φαντασία». Συγγράφει το ομορφότερο «παραμύθι».
Δεν κατάφερε ποτέ του να ολοκληρώσει το πρωτόλειο πόνημά του. Στο Λονδίνο, το σύντομο πέρασμά του από την Τότεναμ και η πενταετία στην Τσέλσι δεν αποδίδουν λυσιτελές έργο, με κύριο αίτιο στη δεύτερη στάση το διαφιλονικούμενο κλίμα και την ξιφούλκηση με τον Ζοζέ Μουρίνιο. Στη Γερμανία, εξ αρχής κάτι δεν «κολλάει». Στην Ουκρανία, η αποκρουστικά δαψίλεια διάθεση, ο άκρατος νεοπλουτισμός και ο εμφύλιος δεν ευδοκιμούν για παραμύθι. Στην Ελλάδα, όμως, ένα παραμύθι πάντα επικονιάζει τη φαντασία. «Προκειμένου να πατάς στέρεα στη γη, πρέπει το ένα σου πόδι να ‘ναι έξω απ’ αυτή», γράφει, άλλωστε, ο Ελύτης.
Τα παραμύθια, ως γνωστόν, απηχούν στα παιδιά, αντηχούν στις ψυχές τους. Γι' αυτό οι γωνίες τους πρέπει να 'ναι λείες κι όχι τραχιές, να 'ναι στρόγγυλες και όχι τετράγωνες. Στο δικό του, το «ασπρόμαυρο» παραμύθι, όπως ο συμπατριώτης του, Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, πλάθει χαρακτήρες που διαπνέονται από ειλικρίνεια, που εμφορούνται από ευγένεια, φιλαλληλία κι ανόθευτο αυθορμητισμό, που εμφωλεύουν θέληση και, προπαντός, καλπάζουσα φαντασία. Για να μαγεύσει τα «παιδιά».
Η εισαγωγή και η πρώτη παράγραφος στο παραμύθι του Άρνεσεν ξετρέλανε το «μέσα» του Ίγκορ Τούντορ, ένα «παιδί» στην προπονητική, 37, μόλις, Μαΐων. Η διάθεσή του να τελειώσει το έργο του, απ’ το δικό του πόστο, με το «και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», είναι εμφανής και διαυγής με το καλημέρα, απ’ τα πρώτα ξεσπάσματα παιδικής, άδολης ευχαρίστησης σε κάθε γκολ που επιτυγχάνει ο ΠΑΟΚ, απ’ την ορμή με την οποία εκτινάσσεται -όταν και όποτε κάθεται- απ’ τον πάγκο για να καθοδηγήσει, να συμβουλεύσει, ν’ αφυπνίσει, να μαλώσει, να διαμαρτυρηθεί. Απ’ την επιμονή του να φύγουν οι «Δράκοι», αυτοί που οι φωτιές που φτύνουν καίνε πραγματικά κι όχι «στα ψέμματα».
Δίχως τους «Δράκους» πια στο σβέρκο τους, οι πιτσιρικάδες εμπνεύστηκαν απ’ το παραμύθι, τους εμφύσησε θράσος και τόλμη, άρπαξαν την ευκαιρία απ’ τα μαλλιά και την κάθισαν δίπλα τους, να της πιουν το μεδούλι. Ο Πέλκας μπροστάρης, ο Μυστακίδης, ο Κωνσταντινίδης, ο Κάτσε, ο Κίτσιου, ο Κουλούρης, ο Κοροβέσης, ο Χαρίσης όσο πρόλαβε κι όσο θα μπορέσει.
Κι αυτοί που έρχονται απ’ έξω. Ροντρίγκες, Ζάιρο, Σάμπο. Πιτσιρικάδες είναι. Δίχως τρανές παραστάσεις. Με θέληση για διάκριση. Με πρωτύτερη απογοήτευση για οδηγό στο μέλλον, με όρεξη και διάθεση για δόξα, μ’ όνειρα πολλά κι ανεκπλήρωτα. «Κολλάνε» στο παραμύθι του Άρνεσεν, τους θέλει «χαρακτήρες» του. Και θέλει κι άλλους.
Η φαντασία ορίζει κι οργιάζει σ’ ένα παραμύθι. Ξεχειλίζει για τη σύνταξή του, ξεπηδά απ’ τις σελίδες του, ξεδιπλώνεται και «στοιχειώνει» τα όνειρα των αναγνωστών - μικρών, μεγάλων. Κι ο «μεγάλος» ψήνεται, αρέσουν στον μεγαλομέτοχο αυτά τ’ ατόφια, τον «ζεσταίνουν» τα ενωτικά, τα συμπαγή κι οι οικογένειες. Δηλώνοντας, όπου σταθεί κι όπου βρεθεί, μαξιμαλιστής, και με παρακαταθήκη τη δυσάρεστη εμπειρία που βάδισε βασανιστικά την τελευταία τριετία, είναι δεδομένο πως θα ενισχύσει μια προσπάθεια που βγαίνει αβίαστα στο χορτάρι.
Το πιο σημαντικό όλων, όμως, το βασικότερο κέρδος, είναι πως το παραμύθι του Φρανκ Άρνεσεν διεγείρει, συνεπαίρνει και συσπειρώνει ξανά τον κόσμο του ΠΑΟΚ. Δειλά - δειλά, οι οπαδοί του ΠΑΟΚ, βλέπουν -επιτέλους- ένα πραγματικό όραμα να ξεδιπλώνεται μπροστά τους, χωρίς μεγαλόπνοες φανφάρες και εξωραϊσμούς, χωρίς ανερμάτιστα ανεμομαζώματα και ασυνάρτητα πλάνα, αλλά με συνέπεια, συνέχεια και συνοχή. Αυτό, εφόσον ευοδωθεί στο έπακρο, αν μη τι άλλο, θ’ αρκεί από μόνο του για να το καταστήσει το πιο όμορφο παραμύθι, με το πιο γλυκό τέλος. «Κι έπαιζαν αυτοί καλά, κι εμείς, στις κερκίδες, καλύτερα», θα ‘ταν αυτό, όπως έλεγε παλιά και μια ψυχή.