Skip to main content

Βία και παρενόχληση στους χώρους εργασίας: Αν όχι τώρα, πότε;

Υποχρεωτική η θέσπιση μέτρων κατά της βίας και της παρενόχλησης σε όλες τις επιχειρήσεις άνω των 20 ατόμων σύμφωνα με το Ν. 4808/2021

του δρα Βίκτωρα Τσιλώνη*

Η φαντασία πολλές φορές ξεπερνάει την πραγματικότητα. Αλλά στις περιπτώσεις των ασφυκτικά αυξανόμενων περιστατικών βίας και παρενόχλησης, η πραγματικότητα υπερβαίνει τη φαντασία, δημιουργώντας ένα κλίμα μόνιμου μαγικού ρεαλισμού. Σχεδόν καθημερινά κατακλύζουν το ενημερωτικό περιβάλλον ειδήσεις με επίκεντρο την εκδήλωση σεξουαλικής, ηθικής, λεκτικής και ψυχολογικής βίας και παρενόχλησης, η οποία είναι δυστυχώς η μάστιγα της εποχής, χωρίς κανένα περιθώριο αμφισβήτησης και διαφωνίας. Οι διαστάσεις δε τις οποίες μπορεί να λάβει αυτού του είδους η κακοποιητική συμπεριφορά στο πλαίσιο της εργασιακής σχέσης είναι τρομακτικές.

Αναμφίβολα, στο κομμάτι αυτό υπεισέρχεται το στοιχείο της εξουσίας από τη μια πλευρά, η δύναμη και η υπεροχή του εργοδότη έναντι στην «υπό» κατάσταση του εργαζομένου. Δεν είναι άλλωστε τυχαία η δημιουργία και πλέον ευρεία χρήση του όρου ηθική παρενόχληση (στα αγγλικά “mobbing”) η οποία τοποθετείται αποκλειστικά στον χώρο εργασίας και επεξηγεί κάθε ηθική και καταχρηστική παρενόχληση που εκδηλώνεται με λόγια, πράξεις, γραπτά μηνύματα και μπορεί να ζημιώσει την προσωπικότητα, την αξιοπρέπεια ή τη σωματική ή ψυχική ακεραιότητα του ατόμου, να θέσει σε κίνδυνο την εργασία του ή να διαταράξει το εργασιακό κλίμα.

Πρόκειται για συστηματική, μεθοδική και συνεχή (τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα και για μεγάλο χρονικό διάστημα) άσκηση ψυχολογικής βίας, ηθικής βίας, διαμόρφωση εχθρικού και ταπεινωτικού εργασιακού περιβάλλοντος και επιβολή διακριτικής μεταχείρισης και τρομοκρατίας, η οποία προσβάλει την προσωπικότητα, την αξιοπρέπεια και τη σωματική και ψυχική ακεραιότητα του εργαζόμενου. Έτσι ο εργαζόμενος οδηγείται συχνά σε ολοκληρωτική εξάντληση (burn-out) προκειμένου να εξαναγκαστεί τελικώς σε παραίτηση.

Επομένως η ανάγκη άμεσης και μεθοδευμένης προσέγγισης και εξάλειψης του φαινομένου αυτού εκπληρώθηκε μέσα από την ψήφιση του Ν.4808/2021 τον Ιούνιο του 2021 και τη θέση του σε ισχύ από τις 15 Σεπτεμβρίου 2021. Αποτελεί αναμφίβολα το πρώτο βήμα προς την συντονισμένη αντιμετώπιση και την προσπάθεια πάταξης και εξάλειψης κάθε φαινομένου βίας και παρενόχλησης οποιονδήποτε και αν στοχοποιεί.

Εξετάζοντας αναλυτικά τις διατάξεις του Ν. 4808/2021, διαπιστώνει κανείς άμεσα ότι ο νέος νόμος προβλέπει ότι όλες οι επιχειρήσεις που απασχολούν προσωπικό άνω των 20 ατόμων, υποχρεούνται από τα μέσα Σεπτεμβρίου 2021 και μετά να έχουν πλέον Πολιτική για την Πρόληψη, την αποτελεσματική Αντιμετώπιση και την Καταπολέμηση των μορφών συμπεριφοράς βίας και παρενόχλησης στο εργασιακό περιβάλλον. Μάλιστα εφόσον στην επιχείρηση υπάρχει ή επιβάλλεται να υπάρχει Κανονισμός Εργασίας, η συγκεκριμένη πολιτική θα πρέπει υποχρεωτικά να αποτελεί παράρτημά του. Δυστυχώς, βέβαια, σήμερα ούτε ένα 5% των επιχειρήσεων δεν έχουν συμμορφωθεί σε σχέση με αυτή τους την υποχρέωση, μολονότι ομολογουμένως πρέπει επίσης να υπογραμμιστεί ότι η έλλειψη εξειδικευμένων νομικών συμβούλων στα θέματα της βίας και της παρενόχλησης είναι δεδομένη και εν πολλοίς αναπόφευκτη.

Βέβαιο είναι πως βασικός στόχος του Ν. 4808/2021 ήταν η επιταγή ενός πιο ασφαλούς πλαισίου για κάθε εργαζόμενο και ο εξοπλισμός του με περισσότερες δυνατότητες. Τέτοιου είδους κακοποιητικές συμπεριφορές έχουν πλέον πειθαρχικές, διοικητικές, αστικές και ποινικές προεκτάσεις.

Σύμφωνα με το νέο νόμο, ο εργαζόμενος έχει περισσότερες οδούς να ακολουθήσει σωρευτικά και συγκεκριμένα:

1. δικαίωμα δικαστικής προστασίας
2. υποβολή αίτησης για διενέργεια διαδικασίας εργατικής διαφοράς στην Επιθεώρηση Εργασίας, στο πλαίσιο των κατά νόμο αρμοδιοτήτων της
3. αναφορά στο Συνήγορο του Πολίτη, στο πλαίσιο των κατά νόμο αρμοδιοτήτων του, και
4. καταγγελία εντός της επιχείρησης στο υπεύθυνο πρόσωπο («πρόσωπο αναφοράς» σύμφωνα με το Ν. 4808/2021) ή υπηρεσία που έχει οριστεί από τον εργοδότη για τη διαχείριση τέτοιων περιστατικών.

Αγγίζοντας την 4η δυνατότητα του κάθε εργαζομένου, θα θέλαμε να τονίσουμε τη σημασία στην επιλογή του υπεύθυνου προσώπου, του «προσώπου αναφοράς» για την υποδοχή και διαχείριση σχετικών καταγγελιών. Ο νόμος αφήνει ανοιχτή αυτή τη δυνατότητα επιλογής, ωστόσο οφείλουμε να εφιστήσουμε την προσοχή των επιχειρήσεων σε αυτό το κομμάτι. Το έργο που ανατίθεται στο «πρόσωπο αναφοράς» είναι απαραίτητο να διεκπεραιώνεται πραγματικά και όχι τυπικά, να υπάρχει ουσιαστική και εκ βαθέων προσέγγιση στο κάθε περιστατικό και καμία σκοτεινή και αμφισβητήσιμη πλευρά!

Ως εκ τούτου, το «πρόσωπο αναφοράς» απαιτείται να είναι άτομο με τεχνογνωσία, νομική κατάρτιση και εξειδικευμένη γνώση, και κυρίως άτομο που να εμπνέει εμπιστοσύνη και να μην εμπλέκεται συναισθηματικά με τους εργαζομένους εγείροντας σημεία αμφισβήτησης για την ακεραιότητα και αποτελεσματικότητά του.

Πέραν του προσώπου αναφοράς και του σημαντικότατου έργου του Εσωτερικού Μηχανισμού Διαχείρισης Εσωτερικών Παραπόνων και Καταγγελιών, η Πολιτική κατά της Βίας και της Παρενόχλησης θα πρέπει να προσδιορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εργαζομένων και του εργοδότη και να υιοθετεί συγκεκριμένα μέτρα, ρυθμίσεις και μηχανισμοί για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της βίας και της παρενόχλησης στην εργασία. Η Πολιτική αυτή οφείλει να εκφράζει τη δέσμευση της επιχείρησης να επιδείξει μηδενική ανοχή στη βία και στην παρενόχληση στους χώρους εργασίας και να δημιουργήσει ένα σύγχρονο χώρο εργασίας, στο οποίο όλοι οι εργαζόμενοι θα αισθάνονται ασφαλείς και παραγωγικοί.

Επιπρόσθετα, αξίζει να σημειωθεί ότι η έμπρακτη στήριξη του νομοθέτη στο θύμα καταδεικνύεται από την επιλογή του το βάρος απόδειξης να βαραίνει το θύτη και όχι το θύμα. Πιο αναλυτικά στο άρθρο 15 του Ν. 4808/2021 (το οποίο με τη σειρά του παραπέμπει στο άρθρο 24 παρ. 1 του Ν. 3896/2010), κατοχυρώνεται το βάρος απόδειξης του θύτη περί της μη εκδήλωσης βίαιης ή παρενοχλητικής συμπεριφοράς. Συνεπώς ο νομοθέτης δείχνοντας αμέριστη κατανόηση στην ταλαιπωρία του θύματος, το απαλλάσσει από την υποχρέωση απόδειξης της βίαιης και παρενοχλητικής συμπεριφοράς που υπέστη, «εμπνέοντάς» το έτσι να σταματήσει να ανέχεται κάθε είδους παρενοχλητική και βίαιη συμπεριφορά, από όποιον και αν εκδηλώνεται, όποιο σκοπό και αν έχει, όποια θέση και αξίωμα τυχόν κατέχει ο θύτης.

Εν κατακλείδι, είναι πολύ σημαντικό να τονιστεί η ισοδύναμης βαρύτητας σημασία τόσο της πρόληψης όσο και της καταστολής τέτοιων φαινομένων. Όσο πιο αποτελεσματική και άμεση είναι η πρόληψη στον εργασιακό χώρο, τόσο πιο στοχευμένα θα αντιμετωπίζονται τέτοια περιστατικά αλλά ενδεχομένως και να αποτρέπονται. Μόνο έτσι μπορεί να υπάρχει πραγματικά συμμόρφωση με την κείμενη ελληνική νομοθεσία και συνάμα πραγματική και ουσιαστική προστασία των εργαζομένων.

*Ο Βίκτωρ Τσιλώνης είναι διευθύνων εταίρος της εξειδικευμένης δικηγορικής εταιρίας NEWLAW σε θέματα βίας και παρενόχλησης