Skip to main content

Ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης με το βλέμμα στους εργαζόμενους

Για να μιλάμε για βιώσιμη ανάπτυξη στη Θεσσαλονίκη, θα πρέπει να εξασφαλίσουμε εργασιακές συνθήκες μιας σύγχρονης εποχής

Χρόνια τώρα συζητάμε για το πώς η Θεσσαλονίκη θα γίνει βιώσιμη πόλη και με ποιον τρόπο θα αναπτυχθεί ισόρροπα, θα εξομαλυνθούν οι όποιες αδικίες έχουν γίνει όλα αυτά τα χρόνια στα δυτικά του νομού, τι παρεμβάσεις θα γίνουν στα ανατολικά και με ποιον τρόπο θα καταστεί ανθρώπινο το ταλαιπωρημένο κέντρο της πόλης.

Έργα που χιλιοειπώθηκαν στο παρελθόν και αποδείχτηκαν ασκήσεις στο χαρτί, εξαγγελίες που εξαγγέλλονται ξανά και ξανά, λόγια και υποσχέσεις που ειπώθηκαν από κυβερνητικά χείλη και πάρθηκαν πίσω.

Για τους εργαζόμενους της πόλης η κατάσταση είναι μη βιώσιμη εξαιτίας διαφόρων λόγων για τους οποίους εμείς, οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, δυστυχώς εκτός από το να τους επισημαίνουμε, δεν μπορούμε να κάνουμε πολλά.

Για να μιλάμε λοιπόν για βιώσιμη ανάπτυξη της πόλης, θα πρέπει η ζωή σε αυτή να είναι βιώσιμη.

Προφανώς και τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα, τους οποίους έχω την τιμή να εκπροσωπώ από την θέση του προέδρου του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Θεσσαλονίκης, απασχολούν τα προβλήματα που σχετίζονται με την οικονομία. Ακρίβεια, ενεργειακή κρίση, πληθωρισμός, επιπτώσεις της πανδημίας είναι τα κυρίαρχα προβλήματα που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι συνάδελφοί μου οι οποίοι με μεγάλη δυσκολία τα βγάζουν πέρα. Εδώ και δώδεκα χρόνια οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα αντιμετωπιζόμαστε ως «πρόβλημα» -θυμόμαστε όλοι τι έγινε τα χρόνια των μνημονίων και της οικονομικής κρίσης- και όχι ως η «λύση» του προβλήματος. Επομένως, δεν μπορούμε να μιλάμε για πολιτικές βιώσιμης ανάπτυξης όταν στο πρώτο δεκαπενθήμερο ο μισθός τελειώνει και οι ανάγκες και οι υποχρεώσεις πολλαπλασιάζονται.

Από τη μια βλέπουμε λοιπόν στη Θεσσαλονίκη εταιρείες κολοσσούς να επενδύουν σε αυτή, δημιουργώντας θέσεις εργασίας, σχετικά καλά αμειβόμενες κι από την άλλη βλέπουμε επιχειρήσεις που εκδιώκουν και εκδικούνται τους εργαζόμενούς τους. Για να μιλάμε λοιπόν για βιώσιμη ανάπτυξη, θα πρέπει να εξασφαλίσουμε ως Πολιτεία, ως Συνδικάτα, ως κόμματα, ως Τοπική Αυτοδιοίκηση εργασιακές συνθήκες μιας σύγχρονης εποχής και όχι τέτοιες που θυμίζουν Μεσαίωνα.

Για να μιλάμε για μια βιώσιμη ανάπτυξη θα πρέπει να εξασφαλίσουμε στους εργαζόμενους πως το απόγευμα θα επιστρέψουν στο σπίτι και στην οικογένειά τους από τη δουλειά και δεν θα πέσουν θύμα εργατικού δυστυχήματος. Γνωρίζουμε όλοι, ότι το 2022 ήταν από τις «μαύρες χρονιές» και θρηνήσαμε πολλούς συναδέλφους μας. Θα πρέπει λοιπόν ως πόλη, παρά τις διάφορες διαφωνίες και μεταξύ μας αντιθέσεις, να εξασφαλίσουμε ασφαλείς χώρους εργασίας, να απαιτήσουμε περισσότερους και ουσιαστικότερους ελέγχους, ενίσχυση του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας.

Για να μιλάμε για βιώσιμη ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης θα πρέπει να εξασφαλίσουμε ότι η καθημερινότητά μας είναι... βιώσιμη. Για παράδειγμα, ότι οι μετακινήσεις με τις αστικές συγκοινωνίες δεν θα θυμίζουν Γολγοθά. Τα προβλήματα των συγκοινωνιών στην πόλη γνωστά και διαχρονικά. Διαπιστώνουμε ωστόσο, ότι κάθε χρόνο που περνά συζητάμε ξανά και ξανά για τον προβληματικό ΟΑΣΘ, τα παλιά λεωφορεία, τις εξελίξεις στις εργασίες του Μετρό Θεσσαλονίκης. Μένουμε όμως στις διαπιστώσεις και δυστυχώς δεν βλέπουμε θετικές εξελίξεις. Γιατί δεν είναι βιώσιμη η καθημερινότητα στην πόλη όταν οι εργαζόμενοι αναγκάζονται να στοιβάζονται στα λεωφορεία του ΟΑΣΘ, να καθυστερούν στη δουλειά τους με ό,τι αυτό συνεπάγεται ή για να είναι τυπικοί θα πρέπει να μετακινούνται με ταξί δίνοντας για την μετακίνησή τους, το μεροκάματο.

Ενίσχυση του ΟΑΣΘ λοιπόν, ολοκλήρωση του Μετρό και επέκτασή του και στα δυτικά εκτός από τα ανατολικά και αντιμετώπιση του τεράστιου κυκλοφοριακού προβλήματος, που τείνει να γίνει εντονότερο κι από εκείνο της Αθήνας. Αυτά δεν πρέπει να γίνουν αύριο. Έπρεπε να είχαν λυθεί ήδη από χθες!

Μέριμνα της Πολιτείας αλλά και πρωτοβουλίες των τοπικών αρχών, ώστε να υπάρξουν προγράμματα ουσιαστικής βοήθειας και στήριξης των εργαζόμενων γυναικών που θέλουν παράλληλα με την δουλειά να δημιουργήσουν τη δική τους οικογένεια.

Ελεύθεροι και πράσινοι χώροι. Ένα άλλο πρόβλημα της Θεσσαλονίκης. Είναι αναγκαία η υλοποίηση ενός σχεδίου σε επίπεδο πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης που θα ενισχύει την αναλογία πρασίνου ανά κάτοικο. Πάρκα, μικρότερα και μεγαλύτερα, φυτεύσεις, λουλούδια θα πρέπει να ξεφυτρώσουν σε κάθε γειτονιά.

Παράλληλα, είναι αναγκαίο τα έργα τα οποία έχουν δρομολογηθεί να γίνουν, να υλοποιηθούν βάσει σχεδιασμών. Δεν μπορεί η Θεσσαλονίκη να παραμείνει πόλη των υποσχέσεων.

Θα ήθελα να κλείσω με ένα άλλο ζήτημα, το οποίο προσωπικά θεωρώ σημαντικότερο όλων. Στην πρόσφατη απογραφή φάνηκε ότι ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης μειώθηκε. Όχι σε τέτοιο βαθμό όπως στην υπόλοιπη χώρα, αλλά μειώθηκε. Ένας λόγος είναι οι λιγότερες γεννήσεις σε σχέση με τους θανάτους. Ένας δεύτερος αναφέρεται στις μετακινήσεις πληθυσμού από και προς την πόλη. Δυστυχώς, η απογραφή του 2021 αποκαλύπτει όλα όσα αναφέραμε και όλα εκείνα για τα οποία προειδοποιούσαμε την περίοδο των μνημονίων της περασμένης δεκαετίας. Η φυγή του νεαρόκοσμου, των φρέσκων μυαλών μας, των επιστημόνων μας στο εξωτερικό. Το λεγόμενο brain drain. Για να υπάρξει λοιπόν βιώσιμη ανάπτυξη και στην πόλη θα πρέπει από τη μια να ανακόψουμε αυτό το κύμα φυγής προς το εξωτερικό, καθώς ο κίνδυνος νέου κύματος παραμένει λόγω του υψηλού κόστους διαβίωσης και των χαμηλών μισθών παραμένει και μεγαλώνει λόγω της ακρίβειας και της ενεργειακής κρίσης και από την άλλη να δώσουμε κίνητρα επιστροφής. Η πόλη χρειάζεται φρέσκες ιδέες, άριστους επιστήμονες, πολίτες του κόσμου που θα εφαρμόσουν στην Θεσσαλονίκη τις καλές πρακτικές του εξωτερικού, εξειδικευμένο και καταρτισμένο προσωπικό με εμπειρία. Τους έχει ανάγκη στο παρόν, για να έχει μέλλον.

Κι ας μην ξεχνάμε πως μια πόλη είναι βιώσιμη όταν... ανασαίνουν οι πολίτες της!

*Ο Χάρης Κυπριανίδης είναι πρόεδρος του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Θεσσαλονίκης