Skip to main content

Το ανήσυχο Σαββατοκύριακο των Βαλκανίων και οι χαμένες ευκαιρίες της Θεσσαλονίκης

Η Γκορντάνα Σιλιάνοφσκα, ο Ταγίπ Ερντογάν και ο Έντι Ράμα αυτό το Σαββατοκύριακο έδωσαν μαθήματα βαλκανικής -δηλαδή ανατολίτικης- νοοτροπίας

Στα τέλη της δεκαετίας του 2000 ο τότε πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και μετέπειτα πρωθυπουργός, Γιώργος Παπανδρέου, ο άνθρωπος στον οποίο έτυχε ο… μουντζούρης της πιο πρόσφατης χρεοκοπίας της χώρας και των Μνημονίων, ονειρευόταν την Ελλάδα ως Δανία του ευρωπαϊκού νότου. Στο μυαλό του είχε τότε σύγχρονα πράγματα, όπως η πράσινη ανάπτυξη και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η κοινωνική δικαιοσύνη, το κράτος πρόνοιας, αλλά και -στο πλαίσιο μιας οικονομίας της γνώσης- οι καλές δουλειές και οι ικανοποιητικοί μισθοί. Παρά το ότι ο Γιώργος Παπανδρέου είχε διατελέσει επί αρκετά χρόνια στο υπουργείο Εξωτερικών, αρχικά ως υφυπουργός και αργότερα ως αναπληρωτής υπουργός και φυσικά ως υπουργός, στην προκειμένη περίπτωση επέλεξε να αγνοήσει τόσο τη γεωγραφία, όσο και την ιστορία. Ή -ακόμη χειρότερα- πίστεψε ότι με πολιτικές αποφάσεις, προτροπές, κάποιες υπογραφές και μερικά -για την ακρίβεια αρκετά- εκατομμύρια ευρώ, τα ταραγμένα Βαλκάνια, συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας, θα μετατραπούν σε δημιουργική και παραγωγική γειτονιά. Με τις χώρες της περιοχής, βγαίνοντας από τον Ψυχρό Πόλεμο, να προσεγγίζουν τον σύγχρονο δυτικό τρόπο σκέψης και να ασπάζονται την ευρωπαϊκή νοοτροπία. Κάτι που σημαίνει ότι τα έχουμε καλά με όλους τους γείτονες, σεβόμαστε τις συνθήκες, αναγνωρίζουμε το διεθνές δίκαιο και πιστεύουμε -έστω ως ένα βαθμό- στη συλλογική πορεία σε μια λογική win - win, δηλαδή αμοιβαίου οφέλους. Προφανώς ο Γ. Παπανδρέου θέλησε να εμπλουτίσει την πολιτική του με οραματικά στοιχεία, ώστε το αφήγημα να είναι ελκυστικό, τόσο στο εσωτερικό της χώρας, όσο και στο εξωτερικό. Διότι αναμφίβολα τα ρημαγμένα από τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού και τις εμφύλιες διαμάχες Βαλκάνια του 20ου αιώνα θα μπορούσαν -τουλάχιστον θεωρητικά- να αποτελέσουν χώρο ελληνικής επιρροής στην πορεία τους προς την ελεύθερη οικονομία της αγοράς και τη δημοκρατία.

Εθνικιστές και υπερεθνικιστές

Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έγινε. Ούτε η Ελλάδα είχε τη βούληση και τις δυνατότητες να ηγηθεί της περιοχής -μάλλον είχε άλλες προτεραιότητες-, αλλά ούτε οι κοινωνίες των βαλκανικών χωρών έδειξαν κάποιο ουσιαστικό ενδιαφέρον εκσυγχρονισμού. Αντίθετα απαλλαγμένες από τη Σοβιετική καταπίεση και τον σοσιαλιστικό διεθνισμό 70 χρόνων «ξέθαψαν» τους εθνικισμούς του 19ου αιώνα, ενώ προσέγγισαν την Ευρωπαϊκή Ένωση αποκλειστικά με όρους ταμείου και επιδοτήσεων. Στην ηγεσία των χωρών αυτών αναδείχθηκαν στην καλύτερη περίπτωση εθνικιστές και στη χειρότερη υπερεθνικιστές, οι οποίοι πιστεύουν σε μεγαλεία τα οποία όταν δεν προέρχονται εκ… Θεού, τα δικαιούνται από την ιστορία.   

Όλα αυτά, που είχαν καιρό να μας απασχολήσουν με ένταση, ξέσπασαν σαν να ήταν συντονισμένα το περασμένο σαββατοκύριακο. Ποτέ στο πρόσφατο παρελθόν το «Εδώ είναι Βαλκάνια / δεν είναι παίξε γέλασε», που πρωτοέγραψε ο Εγγονόπουλος και τραγούδησε μοναδικά ο Σαββόπουλος, δεν ήταν τόσο επίκαιρο ως σύνθημα, όσο τις τελευταίες 48 ώρες. Οι ηγέτες της Τουρκίας, της Αλβανίας και της Βόρειας Μακεδονίας -όπως είναι το συνταγματικό όνομα του κράτους των Σκοπίων- με άμεσες δηλώσεις και πράξεις τους απέδειξαν ότι η Χερσόνησος του Αίμου και η βορειοανατολική Μεσόγειος, παρά το ότι βρισκόμαστε στο τέλος του πρώτου τέταρτου του 21ου αιώνα, δεν έχουν ακόμη ξεμπλέξει με τις ατζέντες του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα. Κάτι που αυτονόητα καθιστά τις σημερινές σχέσεις προβληματικές και το μέλλον δυσοίωνο. Διότι τη στιγμή που ο υπόλοιπος ανεπτυγμένος κόσμος αγωνίζεται να ξεπεράσει καθολικά προβλήματα επιβίωσης του πλανήτη, όπως είναι η κλιματική αλλαγή και η καταστροφή του περιβάλλοντος, αλλά και να οικοδομήσει νέες ισορροπίες σε καθοριστικούς τομείς όπως είναι η πράσινη ανάπτυξη, η ψηφιακότητα, το διεθνές εμπόριο και η αξιοποίηση των δυνατοτήτων του διαστήματος, η Ελλάδα στη γειτονιά της έχει χώρες που συστηματικά υπονομεύουν υπογεγραμμένες συνθήκες, ονειρεύονται αναθεωρήσεις συνόρων, περιφρονούν το διεθνές δίκαιο, αδιαφορούν για το κράτος δικαίου, αναπολούν αυτοκρατορικά μεγαλεία και -ως μη όφειλαν- «μεταφράζουν» με τον τρόπο τους την ιστορία και τον πολιτισμό των γειτόνων τους. Ως αποτέλεσμα η Ελλάδα ξοδεύει ενέργεια, διαθέτοντας οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους, αλλά και πολιτικό κεφάλαιο, την οποία αφαιρεί από άλλες πιο δημιουργικές και αναπτυξιακές δραστηριότητες.

Η χαμένη Θεσσαλονίκη
 
Σε αυτό το σκληρό κόσμο της μεγάλης εικόνας των Βαλκανίων η Θεσσαλονίκη είναι η μεγάλη χαμένη. Ως το αστικό και οικονομικό κέντρο της Ελλάδας με τη μεγαλύτερη γεωγραφική και εν μέρει ψυχολογική εγγύτητα με τις γειτονικές χώρες, που προκύπτει από τη συνάφεια ανθρώπων και κοινωνιών που δημιουργούν οι επισκέψεις και οι ελαφρού τύπου οικονομικές δοσοληψίες (τουρισμός, εμπόριο, ακίνητα), είχε να κερδίσει τα περισσότερα, εάν οι καταστάσεις εξελίσσονταν με βάση την ορθολογική προσέγγιση του ευρωπαϊκού -και γενικότερα του σύγχρονου δυτικού- πνεύματος. Αντ’ αυτού οι σχέσεις και τα συνακόλουθα οφέλη περιορίζονται στα βασικά, προς απογοήτευσιν των ρομαντικών και των αιθεροβαμόνων, οι οποίοι αυτοϊκανοποιούνται τοκίζοντας σε σχέδια επί χάρτου και ασκήσεις μαθηματικού χαρακτήρα για μια Θεσσαλονίκη «πρωτεύουσα» ή έστω «επίκεντρο» των Βαλκανίων, χωρίς να καταδέχονται να κατέβουν στο… πεζοδρόμιο, όπου παίζονται τα πραγματικά παιχνίδια. Και για να είμαστε ειλικρινείς, όλα αυτά τα βασικά ανάμεσα στη Θεσσαλονίκη και τους βαλκάνιους γείτονες υπήρχαν και πριν το 1990, σε ολόκληρο τον τελευταίο αιώνα -βεβαίως με τα πάνω τους και τα κάτω τους-, λόγω των επιταγών της ιστορίας και της γεωγραφίας.

Έτσι κι αλλιώς τα κράτη δεν έχουν δυνατότητα να επιλέξουν ή να αλλάξουν τους γείτονές τους. Έχουν, όμως, τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν την παρουσία και τη δυναμική τους λιγότερο -όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Ελλάδος και των Βαλκανίων- ή περισσότερο -όπως δεν συμβαίνει στην περίπτωση της Ελλάδος και των Βαλκανίων. Η Γκορντάνα Σιλιάνοφσκα, ο Ταγίπ Ερντογάν και ο Έντι Ράμα το περασμένο σαββατοκύριακο έδωσαν μαθήματα βαλκανικής -δηλαδή ανατολίτικης- νοοτροπίας. Η δογματική εμμονή στην ιστορία και την… προϊστορία, αλλά και η οικειοποίηση του πολιτισμού, ακόμη κι όταν ο παραλογισμός «κτυπάει ταβάνι», το ανατολίτικο παζάρι, στο πλαίσιο του οποίου μπορεί κανείς να διεκδικεί οτιδήποτε, ακόμη και να απειλεί ανοιχτά, βασιζόμενος αποκλειστικά και μόνο στη δική του αντίληψη πραγμάτων και το απύθμενο θράσος να ανακατεύεται στα εσωτερικά -πολιτικά, οικονομικά, ιστορικά- ζητήματα των άλλων, δεν οδηγούν πουθενά. Κάνουν μόνο ζημία. Έστω κι αν με τα λόγια δεν συμβαίνει κάτι -ασφαλώς όταν δοθεί ευκαιρία θα μετρήσουν κι αυτά- οι χαμένες ευκαιρίες μόνο ως απώλειες καταχωρούνται.