Skip to main content

Άνθρωποι και σκουπίδια: Η ελληνική νοοτροπία και η περίπτωση της Κρήτης

Κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας...

Η Κρήτη βρίσκεται στην καρδιά της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Η γεωγραφική της θέση της προσφέρει ιδανικές συνθήκες για την προσέλκυση τουρισμού -περί τα 5 εκατ. επισκέπτες πηγαίνουν κάθε χρόνο στο νησί για διακοπές-, αλλά και για αγροτική παραγωγή. Μέσω αυτών των δύο οικονομικών τομέων η Κρήτη είναι μια από τις πιο πλούσιες περιφέρειες της χώρας, ενώ κατά τη διάρκεια της δεκαετούς οικονομικής κρίσης αποδείχθηκε εξαιρετικά ανθεκτική. Συγχρόνως η γεωπολιτική της θέση την καθιστά σημαντική για την ευρύτερη Μέση Ανατολή, κάτι που αποδεικνύεται από την πολύχρονη παρουσία της αμερικανικής βάσης στη Σούδα, με ό,τι σημαίνει αυτό για την ασφάλεια του νησιού. Ταυτόχρονα η Κρήτη, ακριβώς λόγω της γεωγραφικής της θέσης που της εξασφαλίζει τα παραπάνω πλεονεκτήματα, είναι η κοντινότερη ελληνική περιοχή στη Βόρεια Αφρική και γι’ αυτό τις τελευταίες εβδομάδες της έξαρσης του μεταναστευτικού από τη συγκεκριμένη περιοχή, δέχεται καθημερινά δια θαλάσσης εκατοντάδες απελπισμένους παράτυπους μετανάστες. Όπως συνέβη το 2020 με τον Έβρο που δέχθηκε «εισβολή» από την Τουρκία μέσω του ποταμού, αλλά και όπως συνέβαινε για χρόνια από το 2015 με τα νησιά του Βορειανατολικού Αιγαίου, κυρίως τη Λέσβο, λόγω της εγγύτητας με τις ασιατικές ακτές της Τουρκίας.

Άνθρωποι και σκουπίδια...

Το πρόβλημα είναι σημαντικό και -όπως και σε όλες τις προηγούμενες περιπτώσεις- δεν αφορά μόνο μια περιοχή, αλλά ολόκληρη τη χώρα, που βρίσκεται στα ανατολικά σύνορα της Ευρώπης. Η δημιουργία, λοιπόν, κλειστής δομής γι’ αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίοι στην πραγματικότητα επιθυμούν να προωθηθούν στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη, είναι μια ανάγκη που επιβάλλεται για πολλαπλούς λόγους, την οποία «υπέστησαν» για κάποιο διάστημα όποιες περιοχές της χώρας υπήρξαν κατά καιρούς είσοδοι μαζικών ανθρώπινων ροών. Διότι όπως αποδείχθηκε στο βάθος του χρόνου -το μεταναστευτικό στη Μεσόγειο βρίσκεται σε έξαρση για πάνω από δέκα χρόνια- δεν γίνεται αλλιώς. Η λογική «μακριά από τον τόπο μας και οπουδήποτε αλλού στη χώρα» δεν έχει λογική, ούτε υπακούει σε οποιαδήποτε δεοντολογία. Κι όμως τις τελευταίες ημέρες παρακολουθούμε τους παράγοντες της Κρήτης, από την αυτοδιοίκηση μέχρι τον τουρισμό, απολύτως συντονισμένα να αρνούνται τη δημιουργία «μόνιμης» κλειστής δομής για μετανάστες. Το επιχείρημα που προβάλλεται είναι η ζημιά που μπορεί να δημιουργηθεί στον τουρισμό, αλλά μάλλον η πραγματικότητα είναι βαθύτερη και σχετίζεται με την άρνηση της τοπικής κοινωνίας να συνυπάρξει με μερικές χιλιάδες φτωχοδιάβολους, έστω έγκλειστους. Διότι οι εικόνες που κάνουν σήμερα τον γύρο του κόσμου, με τους παράτυπους μετανάστες, οι οποίοι σήμερα «φιλοξενούνται» μαζικά σε ανοιχτές προβλήτες και γήπεδα, δημιουργούν αρνητικές εντυπώσεις και είναι ζημιογόνες για τον τουρισμό. Όχι η οργανωμένη και φυλασσόμενη φιλοξενία τους με ανθρώπινους όρους, που στην ουσία θα τους καταστήσουν «αόρατους» από τους… πελάτες των ξενοδοχείων και των μπιτς μπαρ της Κρήτης. Η υπόθεση -κυρίως η νοοτροπία- θυμίζει τι ακριβώς συνέβαινε ανά την Ελλάδα τις προηγούμενες δεκαετίες με τα σημεία κατασκευής υποδομών για την υποδοχή και τη διαχείριση των απορριμμάτων, που κανείς δήμος δεν ήθελε στην επικράτεια του, προβάλλοντας -συνήθως- γελοία επιχειρήματα που σχετίζονταν με το περιβάλλον. Ως αποτέλεσμα οι παράνομες χωματερές να μολύνουν ανεξέλεγκτα και συγχρόνως να κοστίζουν στην Ελλάδα πρόστιμα εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, που ήταν το τίμημα για να χτίσουν πολιτικές καριέρες διάφοροι αυτοδιοικητικοί και τοπικοί βουλευτές.

Άνθρωποι και σκουπίδια στο ίδιο τσουβάλι, λοιπόν, για κάποια τμήματα της ελληνικής κοινωνίας. Για κάποια «κακομαθημένα παιδιά» της πραγματικότητας και όχι μόνο της ιστορίας. Διότι ένα από τα βασικά αρνητικά στοιχεία, που δεν επιτρέπουν στην Ελλάδα να προχωρήσει και να πλησιάσει τα ανεπτυγμένα κράτη, είναι η απόλυτη προτεραιότητα του ιδιωτικού συμφέροντος, έναντι του δημόσιου. Όπως στα μικρότερα μέρη -κυρίως στα χωριά- ο καθένας δηλώνει όσα χωράφια θέλει, όση και όποια παραγωγή θέλει, όσα ζώα «νομίζει» ότι έχει για να εισπράξει άκοπα τα κοινοτικά χρήματα -δηλαδή να βάλει χέρι στο δημόσιο ταμείο-, έτσι ακριβώς δεν γουστάρει στα πόδια του ούτε τα σκουπίδια, που και ο ίδιος παράγει, αλλά ούτε και τους μετανάστες, οι οποίοι φτάνουν στη χώρα μας από ανάγκη και στις περιοχές που εξ αντικειμένου βολεύει, ενώ συχνά «αξιοποιούνται» ως εργατικά χέρια για τις πιο δύσκολες και κοπιώδεις εργασίες που αποφεύγουν οι Έλληνες.

Είναι προφανές -αν και όχι απόλυτα κατανοητό- ότι σε αυτή τη ζωή ο καθένας θέλει την ησυχία του και μάλιστα με τον τρόπο που ο ίδιος την ορίζει. Μόνο που κάτι τέτοιο στην κοινωνία των πολλών και διαφορετικών συμφερόντων και προτεραιοτήτων είναι αδύνατο. Εξίσου αδύνατο είναι στο πλαίσιο της λειτουργίας ενός κράτους, οι διαχειριστές του οποίου υποχρεούνται από τον ρόλο τους να κοιτούν την μεγάλη εικόνα. 

Οικονομικό συμφέρον και νοοτροπία

Ο τρόπος της αντίδρασης για τους μετανάστες στην Κρήτη, σε συνδυασμό με την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, καθώς όσα έχουν μέχρι σήμερα αποκαλυφθεί αφορούν κατά βάσιν το νησί, δείχνει ότι «κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας». Είναι η θρυλική φράση στην πρώτη πράξη του Άμλετ, που ο Σαίξπηρ βάζει στο στόμα του αξιωματικού Μάρκελλου για τη στηλιτεύσει την απάτη, τη διαφθορά και το κακό. Ας το προσέξει αυτό η Κρήτη και η Ελλάδα ολόκληρη. Διότι την ιστορία την κινούν κατά βάσιν δύο παράγοντες. Ο ένας είναι το οικονομικό συμφέρον, που είναι απολύτως κατανοητή έννοια και γι’ αυτό συνήθως βρίσκεται η άκρη. Ο άλλος, πιο ασαφής και σαφώς βαθύτερος, είναι η νοοτροπία, που ακόμη και στην εποχή της ψηφιακότητας και των δικτυώσεων, θέλει δυο – τρεις γενιές και καλά σχολεία για να αλλάξει. Και δυστυχώς ακόμη δεν έχουμε καν ξεκινήσει, ενώ ούτε για τα σχολεία μας (πρέπει να) είμαστε ιδιαιτέρως υπερήφανοι.