Skip to main content

Από τη Ροτόντα μέχρι την Απελλού η αρχαιολογική… γραφειοκρατία βαραίνει τη σύγχρονη Θεσσαλονίκη

Η αναστολή εργασιών για ένα δημόσιο ή ιδιωτικό έργο για λόγους αρχαιολογικών ευρημάτων στο κέντρο της πόλης, είναι συνηθισμένη και διαχρονική υπόθεση, τουλάχιστον τις τελευταίες έξι δεκαετίες

Η ιστορία μπορεί να βαραίνει έναν τόπο με πολλούς τρόπους. Θετικά και δημιουργικά, όταν στην κοινωνία και τον έξω κόσμο υπάρχει η αίσθηση της συνέχειας και το παρελθόν σηματοδοτεί -έστω σε κάποια επίπεδα- το παρόν. Και αρνητικά, όταν η επίκληση της ιστορίας γίνεται αποκλειστικά για μουσειακούς και… γραφειοκρατικούς λόγους. Κάτι σαν απόδειξη μιας πολιτιστικής ταυτότητας που δεν υπάρχει στον παρόντα χρόνο, παρά μόνο ως δάνειο από την ιστορία. Όπως ακριβώς συμβαίνει στη Θεσσαλονίκη, όπου τα μνημεία απλώς θυμίζουν ένα ένδοξο και μακραίωνο παρελθόν, το οποίο «σκεπάζει» σχεδόν απόλυτα ένα μέτριο -και σε πολλές περιπτώσεις προβληματικό- παρόν. 

Επειδή, λοιπόν, η Θεσσαλονίκη πορεύεται αδιαλείπτως ως πόλη εδώ και 24 αιώνες, η αναστολή εργασιών για ένα δημόσιο ή ιδιωτικό έργο για λόγους αρχαιολογικών ευρημάτων στο κέντρο της πόλης είναι συνηθισμένη και διαχρονική υπόθεση, τουλάχιστον τις τελευταίες έξι δεκαετίες. Πρόκειται για επεισόδια  του σήριαλ με την αρχαιολατρεία και βυζαντινολατρεία γραφειοκρατικού τύπου που «ανεβαίνει» ως κλασική παράσταση στην πόλη. Ένα φαινόμενο που όπως ήταν λογικό λόγω του μεγέθους του έργου έφτασε στα άκρα του κατά την περίπου 20ετή κατασκευή του μετρό. Οι αρχαιολογικές ανακαλύψεις και όλα όσα διημείφθησαν γύρω από αυτές ευθύνονται για σημαντικό ποσοστό της υπερ12ετούς καθυστέρησης στην ολοκλήρωση της βασικής γραμμής. Από τη μια οι αυστηροί αρχαιολογικοί νόμοι και οι… κέρβεροι της αρχαιολογικής γραφειοκρατίας, και από την άλλη η ιστορική υπερευαισθησία τμήματος της κοινωνίας της πόλης, είχαν ως αποτέλεσμα να χαθούν πολλά χρόνια, πολλά λεφτά και πολλές ευκαιρίες. Για να καταλήξουμε τελικά στο αποτέλεσμα που στην ουσία είχε προδιαγραφεί από την αρχή. Και αν για ένα ιδιωτικό έργο -μια οικοδομή, ένα ξενοδοχείο- λίγοι ενδιαφέρονται, για ένα δημόσιο έργο οι επιπτώσεις των καθυστερήσεων είναι εξαιρετικά δυσάρεστες για πολύ κόσμο. 

Οι αντιφάσεις που υπάρχουν στην υπόθεση του εντοπισμού τεκμηρίων της παλαιότερης Θεσσαλονίκης είναι πολλές. Κατ’ αρχάς όλοι αναγνωρίζουν ότι στο ιστορικό κέντρο της πόλης είναι αδύνατον να σκάψει κανείς χωρίς να βρει σημάδια από τη Θεσσαλονίκη των προηγούμενων 23 – 24 αιώνων. Είναι, μάλιστα, σαφές ότι η ανοικοδόμηση της πόλης τον 20ο αιώνα -κυρίως μετά την καταστροφική πυρκαγιά του 1917- έγινε επειδή άνθρωποι και υπηρεσίες στον μεσοπόλεμο, αλλά και τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, δεν είχαν τόσο μεγάλες αρχαιολογικού χαρακτήρα ευαισθησίες. Ίσως διότι τότε οι ανάγκες για ανοικοδόμηση και στέγαση ήταν εξαιρετικά πιεστικές. 

Image

Το κτήριο που στεγάζεται σήμερα η Ζώνη Καινοτομίας Θεσσαλονίκης, στην οδό ήπιας κυκλοφορίας Φιλικής Εταιρείας, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, ακριβώς πάνω από τα τείχη της πόλης. Ένα από τα ελάχιστα παραδείγματα συνύπαρξης αρχαιοτήτων και σύγχρονης οικοδόμησης.    

 

Δεδομένο, επίσης, θεωρείται ότι πολλά από τα αρχαία που αποκαλύπτονται θα έμεναν για πάντα θαμμένα στο αιώνιο σκότος και τη σιωπή τους, εάν δεν έβγαιναν στο φως εξαιτίας εργολαβικών εργασιών, τόσο δημοσίων, όσο και ιδιωτικών έργων. Για παράδειγμα οι δαπάνες για τις αρχαιολογικές εργασίες στα έργα του μετρό προσέγγισαν τα 200 εκατ. ευρώ, περίπου όσο το κόστος κατασκευής του Μουσείου Ακρόπολης στην Αθήνα, ίσως και περισσότερα. Είναι προφανές ότι αυτά τα χρήματα δεν θα ήταν ποτέ διαθέσιμα για ανασκαφές στο λειτουργικό κέντρο της Θεσσαλονίκης. Αλλά βρέθηκαν ελέω… μετρό.

Περίπου το ίδιο ισχύει και για όλα τα άκτιστα οικόπεδα στο κέντρο της πόλης, που δεν είναι και πολλά. Οι προοπτικές ανασκαφών σε αυτά είναι τελείως ανύπαρκτες, εάν κάποια στιγμή δεν ξεκινήσει κάποιο κατασκευαστικό έργο. Οι λίγο παλαιότεροι ίσως να θυμούνται τον σάλο που είχε ξεσπάσει στα τέλη της δεκαετίας του 1980 με την αποκάλυψη αρχαίων σε ένα οικόπεδο, στην οδό Απελλού 5, κοντά στην πλατεία Ναυαρίνου. Η απόφαση του υπουργείου Πολιτισμού να καταχωθούν τα ευρήματα -πρόκειται για ένα κτήριο θεαμάτων, το μεγαλύτερο στη Θεσσαλονίκη μετά τον υστερορωμαϊκό Ιππόδρομο και πρωιμότερο του ανάκτορου του Γαλερίου- ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών, δημιούργησε εντάσεις και οδήγησε στην ακύρωση της κατασκευής πολυόροφης οικοδομής. Σήμερα, 35 χρόνια μετά, το οικόπεδο της Απελλού 5 παραμένει φυσικά αδόμητο. Είναι χορταριασμένο, κανένα αρχαίο κτίσμα δεν είναι ορατό και από καιρού εις καιρόν ο χώρος μοιάζει σκουπιδότοπος (βλ. κεντρική φωτογραφία)!  

«Κλειδί» στις περιπτώσεις εντοπισμού αρχαιοτήτων εντός πολεοδομικών συγκροτημάτων είναι η ταχύτητα προσδιορισμού της σημασίας τους. Διαδικασία που συνήθως καθυστερεί αρκετά δημιουργώντας παρενέργειες, καθώς οι εκκρεμότητες δεν επιτρέπουν τη λήψη αποφάσεων. Διότι -όπως και οι ίδιοι οι αρχαιολόγοι αναγνωρίζουν- δεν έχουν όλα τα ερείπια την ίδια σημασία. Αντιθέτως συχνά, η σημασία ενός δημόσιου ή ιδιωτικού κατασκευαστικού έργου συνδέεται άμεσα με τον χρόνο ολοκλήρωσης του, δηλαδή την ταχύτητα κατασκευής του και επομένως τις όσο το δυνατόν λιγότερες καθυστερήσεις. Όσο οι δύο αυτές ταχύτητες δεν συντονίζονται, τόσο θα υπάρχει πρόβλημα, καθώς θα καταγράφονται δυσαρέσκειες, εν πολλοίς δικαιολογημένες.   

Για τη Θεσσαλονίκη τεράστιο ζήτημα είναι η δημιουργική αξιοποίηση της ιστορικής διαδρομής της πόλης, άρα και των αρχαιολογικών ευρημάτων που την σηματοδοτούν και την πιστοποιούν. Κι εδώ υπάρχει σαφές πρόβλημα, αφού ακόμη και τα πιο σημαντικά και διάσημα χνάρια του παρελθόντος «ζουν» στο σήμερα είτε παραχωμένα, όπως τα αρχαία της Απελλού, είτε  «παραπεταμένα» σε μια γωνιά. Σε πολλές περιπτώσεις σημαντικά κτήρια επιβιώνουν σε ένα κάκιστο περιβάλλον, που χαρακτηρίζει ο άθλιος περίγυρος. Για παράδειγμα η Ροτόντα. Όχι μόνο για τα κτήρια που υπάρχουν και τα οποία εν πάση περιπτώσει έχουν κτιστεί και αυτό δεν αλλάζει, όσο για τις ανθρώπινες δραστηριότητες που αναπτύσσονται γύρω και πέριξ ενός από τα πιο εμβληματικά μνημεία της πόλης, μάλλον του πιο χαρακτηριστικού. Από τα λαϊκά παζάρια και τα πρόχειρα καφεστιατόρια, μέχρι το άναρχο πάρκινγκ, τις δοσοληψίες ναρκωτικών και τον μετριότατο φωτισμό η περιοχή της Ροτόντας απωθεί περισσότερο, παρά ελκύει κατοίκους και επισκέπτες. Και δεν είναι η μόνη περίπτωση. Αποτελεί, μάλλον, τον κανόνα, που επιβεβαιώνεται από κάποιες εξαιρέσεις. 

Η κληρονομιά των παλαιών στους νεότερους έχει αξία όταν αναδεικνύεται και όχι όταν απλώς υπάρχει. Διότι, με βάση τη ροή του χρόνου, το παρελθόν έχει οπωσδήποτε και μετά βεβαιότητος υπάρξει! Ειδικά στις περιπτώσεις πόλεων όπως η Θεσσαλονίκη, με αδιάληπτη ιστορική παρουσία και βαρύτητα, η αξία των αρχαιολογικών ευρημάτων δεν είναι μόνο ο εντοπισμός και η αποκάλυψή τους, αλλά η όσο το δυνατόν πιο αρμονική ένταξή τους στο σύγχρονο περιβάλλον και τις λειτουργίες της πόλης στον παρόντα χρόνο.