Skip to main content

Από τη Θεσσαλία μέχρι τη Φοιτητική Εστία Θεσσαλονίκης η καθυστέρηση έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο

Δύο ιστορίες που μας δείχνουν ότι στην Ελλάδα η έννοια του χρόνου είναι σχετική και πάντα κόντρα στη λογική και εις βάρος του κοινωνικού συνόλου

Η ζωή αλλάζει / δίχως να κοιτάζει / τη δική σου / μελαγχολία. / Δ. Σαββόπουλος
 

Δύο ειδήσεις αυτών των ημερών, αν και φαινομενικά άσχετες μεταξύ τους, αποκωδικοποιούν τη σχέση που έχει ο τόπος μας, η Ελλάδα, με τον χρόνο και την έννοια του επείγοντος. Η πρώτη αναφέρει ότι στη Θεσσαλία, μια περιοχή που πνίγηκε από τις σφοδρές κακοκαιρίες Ντάνιελ και Ελίας το 2023, τα έργα για την ουσιαστική αποκατάσταση των βασικών υποδομών που καταστράφηκαν τότε θα ξεκινήσουν -σύμφωνα με τον αρμόδιο υπουργό- στα τέλη Μαρτίου, περίπου 18 μήνες -ή ενάμιση χρόνο- από την καταστροφή. Και θα ολοκληρωθούν σε ένα με δύο χρόνια, αναλόγως της δυσκολίας κάθε έργου.

Θα χρειαστούν, δηλαδή, τρία με τέσσερα χρόνια από τη ζημιά κι αυτό ενώ τα απαιτούμενα κονδύλια υπάρχουν. Η δεύτερη είδηση είναι πολύ μικρότερης σημασίας, με την έννοια ότι αφορά μικρό αριθμό ανθρώπων, αλλά έχει ανάλογα χαρακτηριστικά. Πριν από τέσσερις μήνες, τον περασμένο Οκτώβριο, ένα ασανσέρ σε μία από τις φοιτητικές εστίες της Θεσσαλονίκης «έπεσε» κάποιους ορόφους, ευτυχώς χωρίς να τραυματιστεί κανείς. Λίγες ημέρες μετά πραγματογνώμονες έκαναν έλεγχο και διαπίστωσαν ότι στο επίμαχο ασανσέρ υπήρξε μια μηχανική αστοχία. Το ασανσέρ αυτό παραμένει μέχρι σήμερα εκτός λειτουργίας και εύλογα μπορεί να αναρωτηθεί κανείς γιατί συμβαίνει αυτό. Χάλασε ένα μηχάνημα, διαπιστώθηκε η βλάβη, που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα φτιαχνόταν γρήγορα, ώστε να ξαναρχίσει η λειτουργία του.

Πρόκειται για δύο ειδήσεις, ή μάλλον για δύο ιστορίες, αφού πρόκειται για υποθέσεις σε εξέλιξη, που μας δείχνουν ότι στην Ελλάδα η έννοια του χρόνου είναι σχετική και πάντα κόντρα στη λογική και πάντα εις βάρος του κοινωνικού συνόλου που αφορούν.

Μας δείχνουν, επίσης, ότι η περίφημη ευελιξία και η ακόμη πιο περίφημη προσαρμοστικότητα, έννοιες για τις οποίες οι Έλληνες υπερηφανευόμαστε κόντρα στους… κουτόφραγκους που βαδίζουν by the book, συνιστούν έναν ακόμη αστικό -ή μάλλον εθνικό- μύθο. Ένα ακόμη παραμύθι από τα πολλά με τα οποία τρεφόμαστε αιώνες τώρα. Στη μεν Θεσσαλία, όπου το πρόβλημα είναι μεγάλο και οι διαδικασίες σχετικά πολύπλοκες, δεν φάνηκε να ενεργοποιείται κανένας μηχανισμός επιτάχυνσης. Εκτός ίσως από την τελευταία φάση, το μοίρασμα των έργων στους μεγάλους κατασκευαστές της χώρας.

Κάτι που, όμως, στεναχώρησε τους μικρότερους, οι οποίοι διεκδικώντας κομμάτι από την πίτα προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη, η οποία με τη σειρά της έχει τους δικούς της ρυθμούς, αναλλοίωτους στο πέρασμα δεκαετιών, εάν όχι αιώνων. Ζήσε Μάη μου… Όσο για το ασανσέρ της Θεσσαλονίκης, πρόκειται για περίπτωση που η επιστήμη… σηκώνει τα χέρια. Όποιοι κι αν έχουν την ευθύνη σε διάφορα επίπεδα για την επισκευή και την επαναλειτουργία του θα «κινητοποιούνταν» μάλλον διαφορετικά και πιο γρήγορα εάν επρόκειτο για το ασανσέρ της πολυκατοικίας στην οποία βρίσκεται το σπίτι τους. Ή αν χαλούσε το προσωπικό ή υπηρεσιακό τους αυτοκίνητο.   

Είναι προφανές ότι η βραδυπορία στην Ελλάδα αφορά τις κινήσεις του δημοσίου τομέα, δηλαδή της Πολιτείας. Αν και συχνά ακόμη και ιδιώτες καθυστερούν αδικαιολόγητα, για το κράτος -για την πολιτική εξουσία και την διοικητική δομή- οι εκκρεμότητες αποτελούν ζωτική τροφή, πραγματικό οξυγόνο. Διότι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο αυτές οι καθυστερήσεις έχουν… αξία. Άλλος τη λέει κόστος, άλλος τίμημα, σημασία έχει ότι πληρώνονται. Κάποιοι βγάζουν μεροκάματο και… σιτίζονται εις υγείαν των κορόιδων που ταλαιπωρούνται. Που έχουν δίκιο αλλά δεν μπορούν να το βρουν. Διότι τόσο οι κάτοικοι της Θεσσαλίας όσο και οι φιλοξενούμενοι στη φοιτητική εστία με το χαλασμένο ασανσέρ με κάποιους τρόπους τη δουλειά τους την κάνουν. Οι μεν ζουν, μετακινούνται, εργάζονται, σπουδάζουν και γενικώς δραστηριοποιούνται στην περιοχή τους, οι δε ανεβοκατεβαίνουν στα δωμάτιά τους.

Μόνο που και οι μεν και οι δε βασανίζονται επί αδικαιολόγητα μακρύ χρονικό διάστημα, ενώ είναι σαφές ότι τα προβλήματά τους θα μπορούσαν να ξεπεραστούν γρηγορότερα. Τουλάχιστον με ρυθμούς Ολυμπιακών Έργων. Διότι πολλοί θυμούνται πως όταν δύο χρόνια πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας του 2004 οι τότε αρμόδιοι της ελληνικής Πολιτείας και της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής συνειδητοποίησαν ότι με τον ρυθμό που κατασκευάζονταν τα έργα μέχρι εκείνη τη στιγμή η διοργάνωση βρισκόταν στον αέρα, τα προώθησαν αίροντας όποιο νομικό ή διαδικαστικό εμπόδιο υπήρχε. Με αποτέλεσμα τα πάντα να είναι έτοιμα στην ώρα τους και οι Αγώνες να μην αντιμετωπίσουν κανένα πρόβλημα. Στην περίπτωση των Ολυμπιακών Αγώνων -βλέπετε- τις κινήσεις της χώρας παρακολουθούσαν και έλεγχαν οι ξένοι, αφού η Ελλάδα είχε αναλάβει τότε μια μείζονα διεθνή υποχρέωση και δεν θα μπορούσε να εκτεθεί στα μάτια ολόκληρου του πλανήτη. Ενώ στη Θεσσαλία και τη φοιτητική εστία Θεσσαλονίκης, όπως και σε πλείστες άλλες μικρές και μεγάλες περιπτώσεις εσωτερικού χαρακτήρα και ενδιαφέροντος, όταν δηλαδή βρισκόμαστε μεταξύ μας, επικρατεί -για να το πούμε ευγενικά- χαλαρότητα. Ακόμη κι όταν βρισκόμαστε με την πλάτη στον τοίχο, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις της Θεσσαλίας και της φοιτητικής εστίας. Και είναι κρίμα, διότι σε μια εποχή που «το γρήγορο ψάρι τρώει το μικρό» και τα άμεσα αντανακλαστικά επιβραβεύονται, στην Ελλάδα παραμένουμε στις δημόσιες υποθέσεις μας νωχελικοί, αμέριμνοι και γραφειοκράτες. Σα να «σπρώχνουμε» απλά τον χρόνο να περνάει και τον βίο να πορεύεται.        

Καλό μήνα!