Βαρύ το καθήκον που πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη να παραστεί χθες σε χωριό του Κιλκίς στην κηδεία του αδικοχαμένου συγκυβερνήτη του Canadair που κατέπεσε στην Κάρυστο. Εξίσου βαρύ το καθήκον της Προέδρου της Δημοκρατίας Κατερίνας Σακελλαροπούλου, που σήμερα θα βρεθεί σε περιοχή των Χανίων για την κηδεία του κυβερνήτη. Ποιος είπε ότι είναι εύκολο να ασκείς εξουσία και να κατέχεις αξιώματα; Διότι όσο καλά κι αν πηγαίνουν τα πράγματα, όσες εκλογές κι αν έχει κερδίσει κάποιος, όση αναγνώριση κι αν αντιλαμβάνεται από την κοινωνία ο ίδιος ή κάποιος άλλος, πάντα υπάρχουν οι στιγμές που ένας άνθρωπος δεν μπορεί να πει τίποτα, ενώ όλοι οι άλλοι περιμένουν να πει κάτι. Και αυτή η προσμονή των άλλων σε αντίθεση με τη δική του διάθεση και θέληση δημιουργεί αφόρητη πίεση. Βλέπετε, ακόμη και στην κορυφή της πυραμίδας της εξουσίας βρίσκονται άνθρωποι, οι οποίοι συχνά εκ της θέσεώς τους έρχονται σε δύσκολη θέση. Μόνο που δεν μπορούν να κάνουν τίποτα για να το αποφύγουν κι έτσι προσπαθούν να το κρύψουν. Οπότε τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα για τους ίδιους, αλλά και για όλους τους άλλους. Άστα, βράστα…
Καθάρισε το σιντριβάνι στο πάρκο της... ελονοσίας στην Κηφισιά
Την Τετάρτη γράφαμε για το πάρκο της ελονοσίας στην Κηφισιά και την Πέμπτη γάργαρο νερό έτρεχε από τη μεγάλη βρύση. Το στάσιμο νερό που είχε μετατρέψει το σιντριβάνι στο πάρκο Μάνου Χατζιδάκι σε έλος απομακρύνθηκε, τα σκουπίδια που είχαν συσσωρευτεί μαζεύτηκαν και το σιντριβάνι... σχεδόν έλαμψε. Δεν είναι η πρώτη φορά που το σιντριβάνι αυτό εμφανίζει εικόνα βάλτου και οι κάτοικοι της περιοχής που αναζητούν εκεί μια ανάσα δροσιάς, καθώς δίπλα του υπάρχουν ψηλά δέντρα και παγκάκια, φοβούνται ότι θα ξαναγεμίσει σκουπίδια και στάσιμο νερό.
Το Cafe Αριστοτέλους είχε εντοπίσει από την Τρίτη το βρόμικο σιντριβάνι και την Τετάρτη έγραφε για την άθλια εικόνα που παρουσίαζε, αλλά και για την εστία μόλυνσης που είχε μετατραπεί. Χθες, Πέμπτη, το μεσημέρι η εικόνα ήταν διαφορετική. Μάλλον ο δήμος φρόντισε για τα προφανή. Το σιντριβάνι είναι πλέον καθαρό (αν λειτουργούσε κιόλας...), σε κάποια σημεία μάλιστα φαίνεται και η μπλε μπογιά με την οποία έχει βαφτεί -αλλά έχει ξεθωριάσει- ο πυθμένας του. Αδιάψευστος μάρτυρας η (νέα) φωτογραφία.

Μπουρίνια στο Άγιον Όρος....
Σε αυξημένη επιφυλακή είναι πυροσβέστες, δασοπυροσβέστες, αλλά και πολλοί εθελοντές που μπήκαν χθες στο Άγιον Όρος, το οποίο βρίσκεται στο κόκκινο για τον κίνδυνο εκδήλωσης πυρκαγιάς. Ισχυροί άνεμοι, αλλά κι ένα μπουρίνι τις προηγούμενες μέρες, θέτουν σε επαγρύπνηση τους μοναχούς που φοβούνται πως... μια σπίθα αρκεί, να φέρει την καταστροφή. Το έχουν ζήσει στο παρελθόν και μάλιστα ουκ ολίγες φορές. Το ανάγλυφο της περιοχής με την πυκνή βλάστηση είναι ιδανικός τόπος για να εξαπλωθεί μια μικρή φωτιά και να πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Ειδικά μάλιστα αν πέσει ένας κεραυνός, μπορεί να σπείρει την καταστροφή. Έτσι από την Πέμπτη υπάρχει γενικός συναγερμός και συνεχείς περιπολίες ακόμη και από τους ίδιους τους μοναχούς με τα αυτοκίνητα των μονών. Η αναστάτωση στο Περιβόλι της Παναγίας δεν οφείλεται μόνο στη μεταστροφή των καιρικών συνθηκών. Στις αρχές του μήνα υπέβαλε την παραίτησή του ο Πολιτικός Διοικητής, Θανάσης Μαρτίνος, αλλά έκτοτε ούτε φωνή ούτε ακρόαση για τον αντικαταστάτη του. Ο πρώην υφυπουργός Πολιτικής Προστασίας, απόστρατος αξιωματικός της ΕΛΑΣ, Λευτέρης Οικονόμου, φέρεται ως φαβορί για τη θέση, αλλά δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν πως όσο πιο πολύ ακούγεται το όνομά του, τόσο πιο πολύ καίγεται.
Τα κλικ, τα εισιτήρια και το… φέσι
Έτσι όπως πάμε με τα ηλεκτρονικά κλεισίματα των αεροπορικών εισιτηρίων πρέπει να έχουμε το νου μας πολύ παραπάνω, από ότι ίσως νομίζουμε. Γιατί πολλές φορές το φτηνό, αποδεικνύεται ακριβό. Νεαροί έκλεισαν ιντερνετικά αεροπορικά εισιτήρια για προορισμό εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το είχαν ξανακάνει αρκετές φορές. Είναι κι εξοικειωμένοι με το διαδίκτυο. Παρακολουθούσαν τις προσφορές καιρό και ήξεραν ποια στιγμή να μπουν για να κάνουν το κλικ. Ωστόσο αποδείχθηκαν… ερασιτέχνες. Το αρχικό δέλεαρ της έκπτωσης των λίγων ευρώ για τη μετάβασή τους, στο τέλος χάθηκε, αφού η τιμή του εισιτηρίου… πέταξε. Ερωτήσεις του τύπου «θέλετε παράθυρο;», «θέλετε να είστε πρώτος που θα μπείτε;», «θέλετε να πάρετε βαλίτσα;», είναι τα τετραγωνάκια που κλήθηκαν να συμπληρώσουν. Σε κάθε κλικ τσιμπούσε και η τιμή. Εκείνο, πάντως, που δεν ρωτάει το σύστημα -παρά το ότι βρισκόμαστε στην καρδιά του καλοκαιριού- είναι εάν ο επιβάτης θα φοράει μακρύ παντελόνι ή… βερμούδα, για να υπολογίζεται η χρέωση για τη σκάλα ή το κλιματιστικό. Συμπέρασμα: η έκδοση ενός αεροπορικού εισιτηρίου, που κάποτε ήταν απλή υπόθεση, τώρα είναι μια πολύπλοκη -συχνά μπερδεμένη- υπόθεση. Κι όπως όλοι γνωρίζουν, όσο πιο μπερδεμένο είναι ένα σύστημα, τόσο περισσότερα καλείται να καταβάλει όποιος το χρησιμοποιεί.
Η Θεσσαλονίκη στην… Ευρώπη και,
Μπορεί να βρισκόμαστε στην καρδιά του καλοκαιριού, πολλοί Θεσσαλονικείς να έχουν εγκαταλείψει την πόλη και τα οχήματα που κυκλοφορούν στο κέντρο της πόλης να είναι λιγότερα, ωστόσο οι ασχήμιες επιμένουν. Τα διπλοπαρκαρισμένα και τα παράνομα σταθμευμένα αυτοκίνητα βρίσκονται στη θέση τους και επιτείνουν την εικόνα και την αίσθηση του χάους. Επίσης, οι φορτοεκφορτώσεις και ο ανεφοδιασμός της αγοράς, όποια ώρα και στιγμή της ημέρας βολεύει τους επαγγελματίες δεν έχουν τελειωμό. Μαζί και η υπομονή όλων των υπολοίπων που βλέπουν Ιούλιο μήνα μποτιλιάρισμα σε στιλ… Καϊρου στην Τσιμισκή, στη Μητροπόλεως, στην Ίωνος Δραγούμη. Εν κατακλείδι, η αστυνόμευση των κεντρικών οδών δεν μπορεί να αποτελεί μια πρωινή συνήθεια δημοτικών αστυνόμων και τροχονόμων, αλλά πρέπει να διαρκεί περισσότερες ώρες μέχρι να φτάσει η… άγια ώρα που -επιτέλους!- θα γίνουμε ευρωπαϊκή πόλη. Στην οποία τα αυτοκίνητα θα παρκάρουν μόνο στις θέσεις σταθμεύσεως και θα εφαρμόζεται το συμφωνημένο ωράριο των φορτοεκφορτώσεων.
…ο Μάρκος στην… Ευρωπαία Θεσσαλονίκη
«Η Θεσσαλονίκη μ’ άρεσε πολύ. Ωραία πόλη. Η αγορά της Σαλονίκης μου ’κανε εντύπωση. Δε έχει μόνο μια αγορά. Έχει τρεις τέσσερις αγορές η Θεσσαλονίκη. Τι να σας πω, μου ’κανε μεγάλη εντύπωση τα πράγματα τα πολλά που έβλεπα. Διάφορα πράγματα. Τι ψάρια, τι κρέατα, το όσπρια, δε λέγονται, τι λαχανικά. Εκοίταζα που κατεβαίνανε από τα άλλα μέρη απόξω από τα πέριξ της Σαλονίκης τα κάρα γεμάτα, πάντα κάργα. Το πρωί πάντα βρισκόμουνα στους δρόμους και μετά κατόπι πήγαινα και κοιμόμουν. Μα ό,τι ήθελες να ψωνίσεις το’ βρισκες. Μεγάλα νταραβέρια και ωραία πράγματα. Από είδη ρουχισμού και τι δεν έβλεπα εκεί στην αγορά και μ’ άρεζε. Κόσμος, φτωχόκοσμος έτρεχε, ντυμένος καλά. Και οι γυναίκες προπαντός πολύ σικ. Πολύ εντυνόντουσαν και οι άντρες. Δηλαδή πλούσια χώρα. Σα να ήσουνα στην Ευρώπη αν και δεν έχω πάει ακόμη». Αυτά σκεφτόταν ο Μάρκος Βαμβακάρης ένα απομεσήμερο του Οκτωβρίου δεκαετίες πριν, κάπου στον Μεσοπόλεμο, περπατώντας λίγο πιο έξω από το κέντρο της Θεσσαλονίκης, στα δυτικά, μετά το Βαρδάρη. Μόλις ξύπνησαν με τον Γιώργο Μπάτη –μαζί έπαιζαν στο «Δάσος»- πέρασαν από το αστυνομικό κτήριο, πήραν τον Νίκο Μουσχουντή, κουμπάρο του Βασίλη Τσιτσάνη, και ξεκίνησαν για ένα καφενεδάκι στην περιοχή των Ξυλάδικων, κάτω από το Σιδηροδρομικό Σταθμό. Κάθισαν σε ένα τραπεζάκι, παρήγγειλαν κι έβγαλαν τα όργανα. Ήθελαν να ευχαριστήσουν τον αστυνομικό, που αγαπούσε το ρεμπέτικο και τους ρεμπέτες. Γι’ αυτό και τους κάλυπτε όταν κάπνιζαν τσιγαριλίκι. Ορισμένες φορές τους το προμήθευε και ο ίδιος, μιας και καταλάβαινε τους καημούς που γεννούσε μια τέτοια μουσική! Σε κάποια στιγμή ο Μάρκος έκανε νόημα στον Μπάτη να σταματήσει. Γύρισε προς τον Μουσχουντή και του είπε: «Κυρ - Νίκο θέλω να ακούσεις ένα καινούριο τραγούδι. Το έγραψα σήμερα το πρωί, πίνοντας καφέ. Με την πρώτη γουλιά μου ήρθε ο πρώτος στίχος. Με τη δεύτερη η μελωδία. Ή κάτι τέτοιο. Θέλω να είσαι ο πρώτος που θα το ακούσει. Υπάρχει λόγος». Και άρχισε να παίζει μόνος στο μπουζούκι και να τραγουδάει με τη χαρακτηριστικά βαριά και βραχνή φωνή του:
«Ωραία την επέρασα /
μεσ’ στη Θεσσαλονίκη /
θυμήθηκα το ’12 /
που πήραμε τη νίκη. /
Μικροί μεγάλοι τρέξανε /
εμένα για να ιδούνε /
ν’ ακούσουνε γλυκιά πενιά /
και να ’φχαριστηθούνε. /
Πλούσια ήταν τα ελέη τους /
τα γλέντια κι η χαρά τους /
εμένα μ’ αγαπήσανε όλοι /
με την καρδιά τους».