Η νέα επέλαση της ακρίβειας μάς φέρνει αυτή την περίοδο περίπου ένα χρόνο πίσω, όταν το πρόβλημα ήταν και πάλι σε ένταση ή έστω στην επικαιρότητα, καθώς η ακρίβεια δεν έπαψε εδώ και τουλάχιστον δυο χρόνια να αποτελεί μείζον ζήτημα για όλη την κοινωνία.
Εν όψει ΔΕΘ και πάλι ένα από τα σημαντικότερα θέματα που θα συζητηθούν είναι αυτό της ακρίβειας, η οποία επιμένει, παρά τις κυβερνητικές ενέσεις και τα έκτακτου χαρακτήρα μέτρα που ελήφθησαν σε όλο αυτό το διάστημα.
Ο πρωθυπουργός είναι αναγκασμένος και στη φετινή ΔΕΘ να απαιτήσει από το οικονομικό επιτελείο του να εξαντλήσει την ευρηματικότητά του, προκειμένου να ληφθούν μέτρα ανακούφισης των νοικοκυριών, καθώς πλέον και τα όποια αποθέματα έχουν εξαντληθεί και η ακρίβεια επιμένει και μάλιστα σε βαθμό ίσως μεγαλύτερο σε σχέση με ένα χρόνο πριν.
Δικαιολογίες και πραγματικές αιτίες, οι οποίες συντηρούν το φαινόμενο, υπάρχουν. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι μια κυβέρνηση, πόσω μάλλον μια κοινωνία, θα σηκώσει τα χέρια ψηλά, υπομένοντας ανυπέρβλητα βάρη.
Απαιτούνται γενναία μέτρα, σε βάθος χρόνου, όπως αποδεικνύεται, ώστε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα, προτού πάρει μορφή χιονοστιβάδας. Διότι πλέον πολλά νοικοκυριά βρίσκονται υπό την απειλή της φτωχοποίησης και δεν είναι λίγοι εκείνοι οι οποίοι μετρούν τα έξοδά τους και μένουν ακάλυπτοι. Δεν πεινάμε, αλλά δυσκολευόμαστε. Και μαγειρεύουμε προτού πεινάσουμε...
Το πρόβλημα εστιάζεται πια στην κατανάλωση και στους λογαριασμούς. Είναι δηλαδή θέμα πρωτίστως αγοράς, άρα και επιβίωσης. Τα οικονομικά της χώρας ευημερούν, σύμφωνα με τους επίσημους δείκτες και τα στοιχεία. Η ανεργία έχει περιοριστεί σημαντικά, οι συντάξεις έχουν αυξηθεί, οι μισθοί θα αυξηθούν. Η χώρα βρίσκεται προ της επενδυτικής βαθμίδας, η φορολογική πολιτική αποδίδει και το φάσμα μιας νέας απειλής χρεοκοπίας δεν πλανάται πια πάνω από τα κεφάλια μας. Ότι δε θα χρεοκοπήσει όμως η χώρα, δεν σημαίνει ότι δεν θα χρεοκοπήσουν και οι πολίτες.
Όλα αυτά κάνουν το πρόβλημα λιγότερο επώδυνο σε σχέση με το παρελθόν για την εθνική οικονομία. Η αποκλιμάκωση των τιμών όμως αποδεικνύεται όνειρο θερινής νυκτός. Τα οικογενειακά έσοδα πλέον κατατίθενται στο σούπερ μάρκετ, στη λαϊκή, στα βενζινάδικα, στο ενοίκιο και φυσικά στους λογαριασμούς ρεύματος, νερού, τηλεφώνου κτλ. Και στον ορίζοντα έρχεται και η ενέργεια, που δεν μας έλειψε, καθώς το φετινό καλοκαίρι τα κλιματιστικά λειτούργησαν πολύ περισσότερο σε σχέση με το παρελθόν. Σε σχέση πάντως με τα έξοδα θέρμανσης του χειμώνα δεν έχουμε δει τίποτα, είτε στους λογαριασμούς του ρεύματος, είτε στους επόμενους του πετρελαίου θέρμανσης και του φυσικού αερίου. Δεν βάζω μέσα τα καυσόξυλα και το πέλετ, διότι από πέρσι που οι τιμές εκτοξεύτηκαν σε δυσθεώρητα επίπεδα, φαντάζομαι είναι ελάχιστοι εκείνοι που επιλέγουν αυτές τις μορφές θέρμανσης. Η δε κυβέρνηση από εκεί απουσίασε...
Οι επιδοτήσεις τύπου pass βοηθούν. Όχι στο βαθμό που θα έδιναν ανάσα στην κοινωνία. Η κυβέρνηση διαρρέει ότι θα συνεχιστούν και καλώς θα κάνουν. Χρειάζονται όμως και άλλου τύπου μέτρα. Κι αυτά έπρεπε να έχουν ληφθεί ή πρέπει να ληφθούν άμεσα, στη φετινή ΔΕΘ.
Οι επιδοτήσεις στους λογαριασμούς ρεύματος και στις τιμές των καυσίμων που χρησιμοποιούνται για την ενέργεια πρέπει να αποτελέσουν μια πάγια πολιτική, τουλάχιστον μέχρι να περιοριστεί το διεθνές πρόβλημα. Ο πρωθυπουργός είχε συστήσει στην περσινή ΔΕΘ να προτιμήσουμε το πετρέλαιο θέρμανσης έναντι άλλων καυσίμων, για τα επόμενα ένα ή και δύο χρόνια. Σοφή σύσταση, όπως αποδείχτηκε για τον προηγούμενο χειμώνα, ελπίζω και για τον φετινό. Η ελπίδα όμως πρέπει να βασίζεται και σε ενέργειες. Και οι ενέργειες αυτές είναι κυβερνητικές. Η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης δεν πρέπει επ' ουδενί να αυξηθεί. Η κυβέρνηση οφείλει οριζόντια να καλύψει αυτή την προοπτική. Το ίδιο πρέπει να γίνει, όσο επιβαρυντικό κι αν είναι για τα δημόσια οικονομικά, και με το ηλεκτρικό ρεύμα και με το φυσικό αέριο.
Το άλλο πρόβλημα είναι τα καύσιμα κίνησης. Οι τιμές ξεφεύγουν και πάλι. Βενζίνη στα 2 ευρώ το λίτρο και πετρέλαιο λίγο κάτω από αυτή την τιμή δεν είναι κάτι που παλεύεται. Χώρια που προοιωνίζεται περαιτέρω αυξήσεις και σε μια σειρά από άλλα προϊόντα, για να μην πω σε όλα. Το θέμα της αυξημένης τιμής των καυσίμων είναι πολυπαραγοντικό. Ωστόσο, είναι σαφές πως οι στρεβλώσεις στην αγορά δεν αντιμετωπίστηκαν όλα αυτά τα χρόνια της διακυβέρνησης της χώρας από τη Νέα Δημοκρατία. Δεν μπορεί να βρεθεί καμιά δικαιολογία που να πείσει την κοινωνία ότι είναι αναγκασμένη να πληρώνει τις μετακινήσεις της χρυσάφι και πάντως πολύ περισσότερο συγκριτικά με πολλές άλλες χώρες.
Στην Κύπρο για παράδειγμα η τιμή της απλής αμόλυβδης είναι μονίμως 40 λεπτά το λίτρο κάτω από τη μέση ελληνική. Το ίδιο και το πετρέλαιο κίνησης. Πώς γίνεται αυτό, όταν η προμήθεια του διυλισμένου καυσίμου γίνεται από την Ελλάδα; Λιγότεροι φόροι στο καύσιμο; Καλύτερη συμπεριφορά των επαγγελματιών; Κοινωνική πίεση; Επιδότηση από την κυβέρνηση; Αυτά είναι θέματα που πρέπει να τα απαντήσει η ελληνική κυβέρνηση, η οποία έχει τη συνολική εικόνα. Κι όχι με περιπτωσιολογικές προσεγγίσεις. Δεν είναι άλλωστε μόνον η Κύπρος με την οποία μπορούμε να συγκριθούμε. Είμαστε πάνω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, οπότε...
Στην κοινωνία δικαίως έχει δημιουργηθεί η εικόνα, που είναι διαχρονική πραγματικότητα, ότι η αγορά των καυσίμων στη χώρα μας δεν λειτουργεί με κανόνες ή δεν λειτουργεί με έλεγχο. Η πτώση των διεθνών τιμών δεν συνεπάγεται ανάλογη μείωση των τιμών στην αντλία, ούτε στο βαθμό, ούτε στο χρόνο. Αντιθέτως η όποια αύξηση περνάει στην αντλία άμεσα και υπερβολικά. Σε αυτό το σημείο πρέπει να ληφθούν επιτέλους μέτρα. Πρέπει να βρεθεί ο τρόπος από την κυβέρνηση να σταματήσει κάποια στιγμή αυτή η στρέβλωση, διότι αποτελεί μείζον ζήτημα καθολικό.
Το τελευταίο διάστημα έχουμε κι άλλη μια απειλή. Αφορά στο κόστος στέγασης. Τα ενοίκια έχουν εκτιναχθεί σε επίπεδα αδικαιολόγητα. Ειδικά στα αστικά κέντρα. Ήδη εδώ και χρόνια έχουμε το φαινόμενο νέοι να ψαλιδίζουν τα όνειρα, τις ελπίδες και την προοπτική τους, εξαιτίας του κόστους του ενοικίου. Αναγκάζονται να κάνουν υποχωρήσεις στο μέλλον τους επειδή οι γονείς αδυνατούν να καλύψουν το βασικό έξοδό τους, το νοίκι. Αδιανόητο για μια αναπτυγμένη χώρα. Και το πρόβλημα αυτό των προηγούμενων ετών πλέον έγινε εκρηκτικό, διότι το ράλι των τιμών έχει πάει σε άλλο επίπεδο. Ένας μισθός για το νοίκι. Μη αποδεκτό. Πρέπει να μπει φρένο. Και για να μπει χρειάζονται πολιτικές, πρωτοβουλίες, ενέργειες. Η αγορά όταν ξεφεύγει δεν αυτορυθμίζεται. Χρειάζεται παρέμβαση, προτού δημιουργήσει τετελεσμένα. Όσο κι αν ορισμένοι θεωρούν ότι η κοινωνία συνηθίζει, η αδυναμία κάλυψης των εξόδων δεν συνηθίζεται. Γυρίζει μπούμερανγκ.
Και έπειτα υπάρχει το τρόφιμο και τα είδη πρώτης ανάγκης. Όσα δηλαδή αγοράζουμε από σούπερ μάρκετ, καταστήματα τροφίμων και λαϊκές αγορές. Εκεί πλέον μιλάμε για υπερβολικές αυξήσεις, σε συνδυασμό με αναπόφευκτες αγορές. Μίγμα εκρηκτικό για όλους. Συγκράτηση τιμών δεν υπήρξε όλο αυτό το διάστημα και είναι μεγάλο. Αντιθέτως παρατηρείται διαρκής κλιμάκωση των τιμών σε όλα τα είδη, κάτι που αποδεικνύουν και οι επίσημοι δείκτες. Αυτή η κατάσταση όμως έπιασε ταβάνι πια. Ή όχι; Διότι όταν επί πολύ καιρό κυκλοφορούν τιμές για το ελαιόλαδο, οι οποίες ξεπερνούν και την πιο αρρωστημένη φαντασία, φαίνεται ότι δεν πιάσαμε ακόμα ταβάνι στις τιμές.
Η κυβέρνηση οφείλει να παρέμβει όχι μόνο στο λάδι, αλλά σε όλα τα προϊόντα και ειδικά στα τρόφιμα. Πολιτικές όπως το market pass και το καλάθι βοηθούν, όμως απέχουν από το να αποτελέσουν λύση. Άλλωστε, η κοινωνία δεν μπορεί να δεχτεί ουσιαστικά την πτώση του βιοτικού επιπέδου της, απλώς την αποδέχεται ως αναγκαστική κατάσταση. Όχι για πολύ. Οι αυξήσεις στους μισθούς είναι μια λύση. Δεν αρκεί. Υπάρχει στρέβλωση στην αγορά. Θα ήταν αποδεκτή μια ακόμη και απότομη αύξηση της τιμής στο λάδι ή και σε ορισμένα προϊόντα, λόγω συγκυριών. Όταν όμως οι αυξήσεις είναι υπέρμετρες σε όλα τα καταναλωτικά αγαθά, τότε αυτό δεν έχει να κάνει με συγκυρία.
Η κοινωνία περιμένει από τον πρωθυπουργό στη ΔΕΘ συγκεκριμένες εξαγγελίες και μέτρα για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, που είναι το μεγαλύτερο αγκάθι για την κυβέρνηση. Και φαίνεται ότι θα αποτελέσει κύριο θέμα για όλη τη διάρκεια της θητείας της.