Skip to main content

Θεσσαλονίκη: Δύσκολη εξίσωση για τους δήμους ο συντονισμός των έργων σε δρόμους και πεζοδρόμια

Το πρόβλημα που δημιουργείται στην πόλη με τα διαρκή ράβε – ξήλωνε είναι εξαιρετικά δύσκολο να λυθεί. Είναι ποιο εύκολο και ρεαλιστικό να περιοριστεί

Η απουσία κουλτούρας συνεργασίας στην Ελλάδα εκφράζεται καθημερινά σε πολλά επίπεδα. Μάλλον σχεδόν παντού και σχεδόν πάντα. Όχι μόνο μέσα από τη νοοτροπία της πλειονότητας των νεοελλήνων, οι οποίοι είτε στον προσωπικό και κοινωνικό, είτε στον επαγγελματικό τους βίο, προτάσσουν έναντι οτιδήποτε άλλου το μικροσυμφέρον τους, αλλά και από τον απόλυτα οριοθετημένο και ανελαστικό τρόπο που λειτουργούν τόσο το δημόσιο, όσο κι ένα μεγάλο μέρος του ιδιωτικού τομέα -χωρίς και στις δύο περιπτώσεις να λείπουν οι εξαιρέσεις. Κάτι που οδηγεί σε έλλειψη επικοινωνίας, αλλά και σε πολύ χαμηλή έως μηδενική διάθεση συνεργασίας, αφού ο κάθε υπεύθυνος έχει στον νου του πώς θα προχωρήσει και θα τελειώσει τη δική του δουλειά και μάλιστα με τον δικό του τρόπο. Το παράδειγμα της ασυνεννοησίας στα έργα που γίνονται σε μια πόλη -για παράδειγμα στη Θεσσαλονίκη- είναι χαρακτηριστικό και έχει ως αποτέλεσμα το ράβε – ξήλωνε σε δρόμους, πεζοδρόμια, πλατείες και πεζόδρομους. 

Σε αυτή τη φάση ο δήμος Θεσσαλονίκης αναλαμβάνει πρωτοβουλία να υπάρξει ο κατά το δυνατόν καλύτερος συντονισμός, ώστε εάν σε μία περιοχή ή σε ένα σημείο προγραμματίζονται παρεμβάσεις δύο ή τριών φορέων, τότε να προγραμματίζονται με τρόπο. Ευγενής στόχος είναι η ταλαιπωρία της περιοχής ή του σημείου να είναι όσο γίνεται πιο περιορισμένη. Μία φορά να ξεκινάει το σκάψιμο και τελικά να καταλήγει σε μία αποκατάσταση.   

Η άσκηση -ή αν προτιμάτε η εξίσωση- είναι δύσκολη για ορισμένους αντικειμενικούς λόγους. Κυρίως επειδή ο δήμος δεν είναι μόνο συντονιστής των παρεμβάσεων στο δημόσιο χώρο. Ο ίδιος είναι βασικός πρωταγωνιστής αυτών των παρεμβάσεων, μέσω των δικών του έργων. Επομένως στη Θεσσαλονίκη το «κλειδί» της επιτυχίας βρίσκεται στο δημαρχείο, αφού οι δημοτικές υπηρεσίες κάνουν τις περισσότερες παρεμβάσεις. Ακόμη κι όταν πρόκειται για μικρής έκτασης διορθωτικά έργα δημιουργούνται εκκρεμότητες στον δημόσιο χώρο που στο σκηνικό της αυτοδιοίκησης δεν «κλείνουν» ούτε αυτόματα, ούτε αυτονόητα. Από εκεί και πέρα οι παρεμβάσεις των άλλων οργανισμών που αφορούν σημαντικά ζητήματα, από την ύδρευση και την αποχέτευση, μέχρι τις οπτικές ίνες και το φυσικό αέριο, είναι σαφώς πιο προγραμματισμένες, λόγω του μεγέθους τους, του προϋπολογισμού τους και των αδειοδοτήσεων που απαιτούνται. Επομένως για τον συντονισμό και το… κούμπωμα παράλληλων εργασιών και πάλι ο δήμος Θεσσαλονίκης κρατάει το… τζόκερ. 

Διαβάστε ακόμη: Θεσσαλονίκη - Προειδοποίηση Αγγελούδη σε εταιρείες κοινής ωφέλειας: Τέλος οι κακοτράχαλοι δρόμοι - Αποκατάσταση, αλλιώς πρόστιμα

Συμπέρασμα: το πρόβλημα που δημιουργείται στην πόλη με τα διαρκή ράβε – ξήλωνε είναι εξαιρετικά δύσκολο να λυθεί. Είναι ποιο εύκολο και ρεαλιστικό να περιοριστεί. Και είναι περισσότερο εξίσωση ιδιοκτησίας των δήμων, που πρέπει να τη λύσουν. Λαμβάνοντας επιπρόσθετα υπόψιν και τη σημασία των συγκεκριμένων έργων. Διότι εάν για κάποιον λόγο ο δήμος δεν καταφέρει να συντονιστεί με την ΕΥΑΘ, το Φυσικό Αέριο ή τους τηλεπικοινωνιακούς παρόχους και τα έργα τους καθυστερήσουν μόνο η Θεσσαλονίκη και οι πολίτες της θα βγουν χαμένοι. Διότι στη ζυγαριά ανάμεσα στην άψογη εικόνα των δρόμων και των πεζοδρομίων από τη μια και την τοποθέτηση και τον εκσυγχρονισμό αγωγών για την ύδρευση, την αποχέτευση και την παροχή φυσικού αερίου από την άλλη, ο καθένας αντιλαμβάνεται τι βαραίνει περισσότερο. Για να μην αναφερθούμε στις οπτικές ίνες, που αναβαθμίζουν επί της ουσίας τις συνδέσεις του διαδικτύου, το οποίο αποτελεί σήμερα απολύτως απαραίτητο εργαλείο για τα πάντα. Ή σχεδόν για τα πάντα. Και σίγουρα για τις δουλειές, τις σπουδές και κάθε άλλη παραγωγική και αναπτυξιακή διαδικασία. 

Το θέμα της συνεννόησης ανάμεσα στους δήμους και τους άλλους ιδιοκτήτες έργων σε μια πόλη -όχι μόνο στη Θεσσαλονίκη, αλλά και στη Θεσσαλονίκη- έχει και μία ακόμη διελκυστίνδα. Διότι ο μεν δήμος είναι ένας πολιτικός οργανισμός, η διοίκηση του οποίου έλκει τη νομιμοποίηση της από την εκλογική διαδικασία, κάτι που σε ορισμένες περιπτώσεις αποτελεί αδυναμία και άλλοτε αξιοποιείται καταχρηστικά, όταν προβάλλεται με τη μορφή εξουσίας και γεωγραφικής πρωτοκαθεδρίας. Και στις δύο περιπτώσεις η επίδραση στο τελικό αποτέλεσμα είναι αρνητική. Από την άλλη οι εταιρείες με αντικείμενο τις βασικές υποδομές λειτουργούν με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, έχουν ταχύτερα αντανακλαστικά, ακολουθούν αυστηρά χρονοδιαγράμματα, κρίνονται με βάση μετρήσιμα αποτελέσματα, ενώ γι’ αυτές ο χρόνος είναι χρήμα. Ο συνδυασμός όλων αυτών των παραγόντων είναι εξ ορισμού αρκετά δύσκολος και διεκφεύγει της γραφειοκρατίας και των τυπικών κανονισμών. Στην Ελλάδα βρισκόμαστε…