Skip to main content

Ένα… Κουρδιστό Πορτοκάλι από το περιθώριο στην πλατεία Αριστοτέλους

Στην ιστορία πολλές φορές το περιθώριο έφτασε να «κατακτήσει» το κέντρο της κοινωνικής ζωής

Χθες Δευτέρα βράδυ, στον κινηματογράφο «Βακούρα» η κινηματογραφική λέσχη του Κέντρου Μελετών και Ερευνών για το Σινεμά (ΚΕΜΕΣ) είχε προγραμματίσει την θρυλική ταινία του Στάνλεϊ Κιούμπρικ «Κουρδιστό πορτοκάλι». Μια φουτουριστική ταινία του 1971, η προβολή της οποίας σε πρώτη φάση απαγορεύθηκε σε πολλές χώρες, λόγω των σκηνών ακραίας νεανικής βίας που περιείχε. Στην Ελλάδα η ταινία «πρόλαβε» να προβληθεί στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης τον Οκτώβριο του 1972 κι έκτοτε η χούντα την απαγόρευσε από τους κινηματογράφους, ώσπου… απελευθερώθηκε μερικά χρόνια αργότερα, όταν αποκαταστάθηκε η δημοκρατία στη χώρα μας. Σήμερα το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» αναγνωρίζεται για την καλλιτεχνική του αξία -εξ’ ου και η από ημέρες εξάντληση των εισιτηρίων-, αλλά δεν σοκάρει. Κι αυτό επειδή η άλλοτε περιθωριακή ακραία βία των νέων, που εκδηλωνόταν για προφανείς κοινωνικούς και οικονομικούς λόγους στα πιο υποβαθμισμένα προάστια του ανεπτυγμένου κόσμου, στις μεγαλουπόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής, αποτελεί, πλέον, μια θλιβερή μεν, γενικευμένη δε πραγματικότητα. Που διαπερνά οριζόντια την κοινωνία και απλώνεται από τις φτωχογειτονιές μέχρι τα πλουσιότερα προάστια, αλλά και στην καρδιά των πόλεων.

Η Θεσσαλονίκη δεν αποτελεί εξαίρεση από αυτόν τον κανόνα, αν και -ως φιλήσυχη πόλη που κατά βάση είναι- θα μπορούσε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η άλλοτε ειρηνική και οικογενειακή πλατεία Αριστοτέλους. Ένα εμβληματικό σημείο, μια σφραγίδα για την πόλη, που όμως έχει αλλάξει χαρακτήρα. Αν όχι συνολικά, τουλάχιστον εν μέρει. Διότι τα πρωινά και τα απογεύματα εξακολουθούν να κάνουν βόλτα μητέρες με τα καροτσάκια και γκρουπ αμέριμνων τουριστών, αλλά όταν πέφτει το σκοτάδι τα πράγματα αγριεύουν. Κάτω από το φωτισμό του δήμου στην πλατεία και στα πέριξ συγκεντρώνεται ένα ετερόκλητο πλήθος νέων ανθρώπων, η συμπεριφορά των οποίων συχνά εκπίπτει σε βιαιότητες. Αλλά και όταν δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, σίγουρα η ατμόσφαιρα ηλεκτρίζεται και η θερμοκρασία ανεβαίνει, χωρίς προφανή λόγο.

Οι προ ολίγων ημερών εικόνες με τον όχλο να κυνηγάει δύο άτομα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, τους φανατικούς χριστιανούς να διαμαρτύρονται θορυβωδώς έξω από το Ολύμπιον για την προβολή ενός ντοκιμαντέρ, που κατά την άποψή τους πρόσβαλε τα θρησκευτικά τους σύμβολα από τη μια και η συγκέντρωση συμπαράστασης στους ΛΟΑΤΚΙ, η αντισυγκέντρωση κατά των φανατικών πιστών, που συνοδεύτηκαν με φραστικές επιθέσεις κατά του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ Στέφανου Κασσελάκη και τον εν ψυχρώ τραυματισμό αστυνομικού από κρανιοφόρο από την άλλη, αποτελούν την κορυφή του παγόβουνου. Τα πεδία των αντιπαραθέσεων και οι καταγγελίες που ακολούθησαν έστρεψαν τα φώτα της δημοσιότητας και τα βλέμματα της επικαιρότητας στη συγκεκριμένη περιοχή και ξαφνικά αναδύθηκε από το πουθενά το ερώτημα «τι συμβαίνει στη Θεσσαλονίκη;». Ακόμη και το πιο εξειδικευμένο: «Εάν συμβαίνουν τέτοια πράγματα στην ολόφωτη πλατεία Αριστοτέλους, στο πιο κεντρικό σημείο της πόλης, τι γίνεται στους σκοτεινούς δρόμους και τα ανήλιαγα δρομάκια στις συνοικίες και τις γειτονιές;». Ερωτήματα που με τη σειρά τους έφεραν για λίγο στην επιφάνεια ένα γενικευμένο κλίμα βιαιότητας -ιδιαίτερα βίας νέων ανθρώπων, εφήβων και νεότερων-,  που καταγράφεται στους δρόμους, στα πεζοδρόμια και στις πλατείες της πόλης. Μια κατάσταση που κάποτε θεωρούνταν περιθωριακή, αλλά, πλέον, βρίσκεται στο κοινωνικό επίκεντρο. Και παρ’ όλα αυτά παραμένει υποφωτισμένη, στη σκιά. Εκτός κι αν υπάρχουν ακραία τραγικά περιστατικά, όπως η δολοφονία του Άλκη Καμπανού, αλλά και η απόπειρα λιντσαρίσματος των δύο τρανς ατόμων.

Στην ιστορία πολλές φορές το περιθώριο έφτασε να «κατακτήσει» το κέντρο της κοινωνικής ζωής. Αυτό δεν ήταν πάντα για καλό. Στη Θεσσαλονίκη -όπως και πουθενά άλλωστε- η βία δεν χρειάζεται. Πολύ περισσότερο στο κέντρο μιας πόλης, που πασχίζει να προσελκύσει ξένους επισκέπτες, αφού ο τουρισμός αποτελεί βασικό μοχλό ανάπτυξης. Και σε περιοχές - τοπόσημα, όπως η πλατεία Αριστοτέλους, μέσω των οποίων διαφημίζει μία εικόνα, μια αύρα και μια ατμόσφαιρα ρομαντισμού και χαλαρότητας.

Η πολιτεία δείχνει να έχει συνειδητοποιήσει την κατάσταση στο κέντρο της Θεσσαλονίκης και να λαμβάνει διάφορα βραχυπρόθεσμα και μεσομακροπρόθεσμα μέτρα, περισσότερο για να προλάβει τα χειρότερα, παρά για να διορθώσει καταστάσεις. Κατ’ αρχήν -εάν μιλάμε για την πλατεία Αριστοτέλους- έχει αυξηθεί η αστυνόμευση τις βραδινές ώρες και άλλωστε το Αστυνομικό Τμήμα Λευκού Πύργου βρίσκεται επίμονα στον πεζόδρομο της Αριστοτέλους, λίγο πάνω από την πλατεία. Μια δεύτερη κίνηση που βρίσκεται σε εξέλιξη και ενδεχομένως θα προστατεύσει την ίδια την πλατεία Αριστοτέλους από το να εξελιχθεί σε ρινγκ και πεδίο σύγκρουσης  και ανταγωνισμών «συμμοριών» νέων είναι η κυοφορούμενη ανάπλαση. Ως γνωστόν η αρχιτεκτονική διαμορφώνει εν πολλοίς το περιβάλλον, το οποίο από την πλευρά του καλλιεργεί -εάν δεν επιβάλλει- συμπεριφορές. Τουλάχιστον κατά κανόνα. Σήμερα η πλατεία έχει κατά βάσιν τη μορφή που είχε από την ανοικοδόμηση της πόλης μετά την πυρκαγιά του 1917. Ειδικά το κέντρο της δίνει την αίσθηση της αρένας, αφού αυτός ήταν ο τρόπος για να τονιστεί εκείνη την εποχή η προοπτική του ανοιχτού και απλωμένου χώρου, που έχει πάντοτε ανάγκη το κέντρο κάθε πόλης που σέβεται τον εαυτό του.