Skip to main content

Έναν διπλό εσπρέσο σκέτο και μια Sambuka στη μνήμη του κυρ-Γιάννη…

Κι αυτοί που τον παραδέχονταν κι αυτοί που τον πολέμησαν συμφωνούν ότι ο Μπουτάρης δεν χαμπάριαζε κι έβλεπε μπροστά: πολιτικά, επιχειρηματικά και κοινωνικά

Έναν διπλό εσπρέσο σκέτο και μια Sambuka. Αυτό μου είχε παραγγείλει εκείνο το απόγευμα κι ήταν η πρώτη φορά που συναντούσα τον Γιάννη Μπουτάρη. Δούλευα τότε στο «Κισμέτ» στα Λαδάδικα κι ήμουν στα τελειώματα των σπουδών μου στη δημοσιογραφία, το μακρινό 1992. Τον γνώρισα αμέσως μόλις μπήκε, άλλωστε ποιος δεν τον ήξερε μέσα στο μαγαζί; Τον ήξερε όλη η πόλη. Τη Sambuka πάντως δεν την ήξερα. Ο Νίκος, που ήταν βάρδια στο μπαρ, έσπευσε να με καθησυχάσει: «Έχουμε, μην στεναχωριέσαι, ξέρει ο κυρ-Γιάννης. Είναι ιταλικό χωνευτικό ποτό. Ξέρει τι κάνει, ξέρει τι πίνει».

Εκείνο το διάστημα παράλληλα έγραφα την πτυχιακή μου. Το θέμα της ήταν «Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης». Μου είχε βγει η ψυχή να αναπτύξω το θέμα. Οι πηγές στη σύγχρονη ιστορία σχεδόν ανύπαρκτες. Πού να φανταστώ πως μετά από δεκαετίες ο Μπουτάρης θα έφερνε το θέμα πάνω πάνω στην πολιτική του, ως δήμαρχος πια Θεσσαλονίκης. Κι όσα θα ανέφερε πια στα δημοτικά συμβούλια και τις συνεντεύξεις του για την εβραϊκή κοινότητα - ιστορία, θα μου φαινόντουσαν τόσο οικεία και γνωστά όσο και απολύτως αναμενόμενα από έναν άνθρωπο σαν τον Μπουτάρη. Όμως αυτός το πήγαινε κι ακόμη παρακάτω. Ήξερε, παρότι φορούσε γυαλάκια, πώς να βλέπει πολύ μακριά. Οραματιζόταν να αναδείξει την εβραϊκή ιστορία, για να φέρει, εκτός των άλλων ωφελημάτων και επισκέπτες στην πόλη.  

Λίγα χρόνια αργότερα, αρχισυντάκτης πλέον στον «Αγγελιοφόρο» και εκ της θέσεώς μου σχεδόν μέσα σε όλα όσα συνέβαιναν στη Θεσσαλονίκη, θυμάμαι τις συσκέψεις στην εφημερίδα όταν ασχολούμασταν με την «Πρωτοβουλία των 4» για τη δημαρχία της πόλης. Τότε, Μπουτάρης, Πάνος Αβραμόπουλος, Ανδρέας Κουράκης και Λάζαρος Ζαχαριάδης έβαζαν στο τραπέζι μια κίνηση που θα ανακάτευε τα πράγματα στον δεύτερο μεγαλύτερο δήμο της χώρας. Το ρεπορτάζ έλεγε πως συμφώνησαν να μπει μπροστά ο Μπουτάρης, γιατί αυτόν τον ξέρει όλη η πόλη. Πράγμα που έγινε και φάνηκε περίτρανα στις επόμενες δημοτικές εκλογές, οπότε και εκλέχτηκε δήμαρχος Θεσσαλονίκης για πρώτη φορά. Ποτέ δεν σήκωσε το τηλέφωνο για να διαμαρτυρηθεί για κάτι που γράψαμε εναντίον του. Και ξέραμε όλοι πως μας διάβαζε.

Αρκετά χρόνια μετά, βρέθηκα στη διεύθυνση της TV100 χωρίς καμία προσυνεννόηση με τον δήμαρχο, χωρίς καμιά προηγούμενη επικοινωνία. Στη διάρκεια των 3,5 χρόνων που έμεινα στη δημοτική τηλεόραση, μεταδίδαμε τα δημοτικά συμβούλια ζωντανά και την επομένη ξεχωρίζαμε κάποια θέματα που θα παρουσιάζονταν στα δελτία ειδήσεων. Ποτέ δεν πήρε ένα τηλέφωνο να πει «τι είναι αυτά που δείχνετε;». Μάλιστα, όταν παρέλυσε η Θεσσαλονίκη τον Γενάρη του 2017 από το χιόνι κι είχε… παγώσει το αλάτι που θα έριχνε ο δήμος κι εμείς δείχναμε επί μέρες την ταλαιπωρία των Θεσσαλονικέων, και πάλι δεν σήκωσε το τηλέφωνο να παραπονεθεί ή να υποδείξει κάτι. Ήξερε, έβλεπε πως δείχναμε μόνο αυτό που συνέβαινε και αντιλαμβανόταν πως δεν θα ωφελούσε σε κανέναν να το κρύψει. Δεν είναι καθόλου αυτονόητα πράγματα αυτά στις εξουσίες, που συνήθως θέλουν να ελέγχουν και να κρύβουν τα πράγματα κάτω από το χαλί.

Τον επόμενο χρόνο, ήταν σε εξέλιξη η Συμφωνία των Πρεσπών. Έγινε το συλλαλητήριο για το Μακεδονικό στο Άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου στη Θεσσαλονίκη. Ο Μπουτάρης την υποστήριζε τη συμφωνία. Η TV100 μετέδωσε ζωντανά και με ειδική εκπομπή το συλλαλητήριο, αλλά κάποιοι κακεντρεχείς προεξοφλούσαν ότι, αφού ο Μπουτάρης είναι υπέρ της Συμφωνίας, τότε αποκλείεται η δημοτική τηλεόραση να το δείξει και να πάει κόντρα στην υποτιθέμενη γραμμή του φυσικού της προϊσταμένου. Κι όταν κάποιοι της αντιπολίτευσης στο δημοτικό συμβούλιο τον κατηγόρησαν πως δεν έδειξε το συλλαλητήριο, έξαλλος ζήτησε αντίγραφο της μετάδοσης και το παρουσίασε κλείνοντας περήφανος κι αξιοπρεπής πολλά στόματα. Κι ας διαφωνούσε ο ίδιος με τις κινητοποιήσεις, αυτός ήταν!

Λίγο καιρό αργότερα, στις εκλογές του ’19, τον φωνάξαμε -στην ΕΡΤ3 τότε- ως καλεσμένο σε πάνελ για τις αυτοδιοικητικές. Μέχρι να μπει στο στούντιο, καπνίσαμε στο γραφείο μου. Τότε του είπα: «Κύριε δήμαρχε, ποτέ δεν κάνατε καμιά παρέμβαση στη δουλειά μου, ειδικά στα χρόνια της TV100». «Γιατί να το κάνω, Λάζαρε; Εσύ έκανες τη δουλειά σου κι εγώ τη δική μου. Δεν θα το έκανα ποτέ!». Αρχή άνδρα δείκνυσι, που λέγανε οι αρχαίοι μας, αυτός ήταν ο κυρ-Γιάννης!

Για τον Μπουτάρη θα ειπωθούν πολλά. Θα γραφτούν πολλά περισσότερα, όχι μόνο από τους ανθρώπους που ήταν πιο κοντά του, συνεργάστηκαν μαζί του, τον έζησαν από κοντά σε όλες τις πτυχές της διαδρομής του. Από αυτούς που τον παραδέχονταν κι από αυτούς που τον πολέμησαν και τον λοιδόρησαν με πολλούς τρόπους. Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ τους ξέρουν. Σε αυτό που θα συμφωνήσουν όλοι είναι ότι ο Μπουτάρης δεν χαμπάριαζε κι έβλεπε μπροστά: είτε πολιτικά, είτε κοινωνικά, είτε επιχειρηματικά.

Ζητώντας προκαταβολικά συγγνώμη που πάτησα πάνω στην επαγγελματική μου διαδρομή, για να μιλήσω για τον εκλιπόντα -ήθελα μόνο να προσδώσω το βάρος της προσωπικής μαρτυρίας στην αφήγησή μου-, θα τελειώσω με τη μακρινή ανάμνηση μιας εκδρομής με συναδέλφους στο Γιαννακοχώρι. Είχαμε καθίσει σε ένα ταβερνάκι μέσα σε ομιχλώδες τοπίο και στην ερώτηση τι θα πιούμε, ο μαγαζάτορας ήταν κατηγορηματικός: «Ξινόμαυρο, παιδιά, του κυρ Γιάννη! Δεν παίζεται! Αυτός το φύτεψε στο χωριό και φυσάει…»! Είχε φυσικά δίκιο.

Και δεν φυσούσε μόνο το κρασί του. Χορτασμένος άνθρωπος ο ίδιος, τίποτε δεν χρωστούσε να αποδείξει σε κανέναν, έπαιρνε τα ρίσκα του και πάνω από όλα σήκωνε τα μανίκια και δούλευε, όχι για το σήμερα, όπως οι περισσότεροι, πάντα για την επόμενη μέρα…

Καλό ταξίδι, Δήμαρχε!