Ολιγοήμερη αναβολή πήραν οι αποφάσεις του Πάρη Μπίλλια για τη διεκδίκηση του δήμου Θεσσαλονίκης, καθώς όπως πληροφορούμαστε άλλαξε συνολικά ο σχεδιασμός του, μετά και τη συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΔΕΘ. Ανακοινώσεις στις 15 Οκτωβρίου, παρουσία της πρώτης ομάδας στελεχών, λένε πλέον οι πληροφορίες της Voria.gr.
Ο κ. Μπίλλιας επρόκειτο να ανακοινώσει εάν τελικώς θα διεκδικήσει ή όχι τη δημαρχία της Θεσσαλονίκης μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου. Περίμενε παράλληλα να έχουν ληφθεί οι αποφάσεις της Νέας Δημοκρατίας για τον υποψήφιο που θα στηρίξει στο δήμο και να γίνουν και οι σχετικές ανακοινώσεις.
Όμως από τη μια ο κ. Μητσοτάκης άφησε τελικά θολό το ενδεχόμενο να δώσει στηρίξεις η ΝΔ στους μεγάλους δήμους (εξαιρετικά αμφίβολο), αφετέρου ακόμη κι αν γίνει αυτό δεν πρόκειται να γίνει τώρα. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι στηρίξεις για τις Περιφέρειες υποτίθεται ότι είναι έτοιμες και επρόκειτο να ανακοινωθούν μέχρι το τέλος της προηγούμενης εβδομάδας και πήραν παράταση... Έτσι, η υποψηφιότητα του κ. Μπίλλια παραμένει σε μια εκκρεμότητα, καθώς ο αρχικός σχεδιασμός βασιζόταν στο «χρίσμα» της Πειραιώς.
Έτσι φαίνεται. Είναι όμως έτσι; Πληροφορίες φέρουν τον κ. Μπίλλια να έχει αλλάξει πλέον στρατηγική και να ετοιμάζει κάθοδο στις δημοτικές εκλογές, χωρίς να περιμένει πια την κομματική στήριξη, η οποία είναι πιθανό να ακολουθήσει τις δικές του αποφάσεις.
Οι πληροφορίες αυτές επιβεβαιώνονται κι από τις επαφές που έχει ο πρόεδρος του ΤΕΕ/ΤΚΜ, με πρόσωπα της πόλης, με τα οποία συζητά την ένταξή τους στο ψηφοδέλτιο της παράταξής του, στο πλαίσιο –όπως αναφέρει κι ο ίδιος- μιας κοινωνικής συμμαχίας και κυρίως της δημιουργίας μιας ομάδας διοίκησης του δήμου Θεσσαλονίκης κι όχι μιας μονοπρόσωπης, αρχηγικής διοίκησης. Φαίνεται δε ότι για μια πρώτη ομάδα δέκα ατόμων έχει επέλθει συμφωνία.
Στο πλαίσιο αυτό, όπως πληροφορείται η Voria.gr, η ανακοίνωση της υποψηφιότητας παίρνει μια παράταση περίπου δύο εβδομάδων και μέχρι τις 15 Οκτωβρίου, ο κ. Μπίλλιας σκοπεύει να ανακοινώσει τα πρώτα ονόματα της ομάδας αυτής που θα συμπράξει στη διεκδίκηση του δήμου.
Το λέει άλλωστε ξεκάθαρα και ο ίδιος στη συνέντευξή του στη χτεσινή «Μακεδονία»: «Αυτό που έλειψε και λείπει ακόμα από την πόλη μας είναι η χαρισματική – εμπνευσμένη ηγεσία, όχι με την έννοια που της αποδίδεται συνήθως, των αρίστων δηλαδή, ή ακόμα χειρότερα του στρατηγού και των ακολούθων του, αλλά της εμπνευσμένης καθοδήγησης μιας ομάδας ανθρώπων που τη συνδέει κοινό όραμα και αξίες, αλλά και μια κοινή ανάγκη να αλλάξει επιτέλους κάτι στην πόλη και, υπερβαίνοντας προσωπικές φιλοδοξίες και ιδεολογικές καταβολές γίνονται μπροστάρηδες για το καλό της πόλης».
Στην ίδια συνέντευξη ο κ. Μπίλλιας αναφέρεται στην ανάγκη για συναίνεση και συνεννόηση ακόμη και πολιτικά ετερόκλητων ανθρώπων, για την πρόοδο της Θεσσαλονίκης: «Η συναίνεση δεν επιβάλλεται ποτέ διά νόμου και με την επιβολή άνωθεν μέτρων, αλλά έχει στο dna της την εμπιστοσύνη, την προσωπική τόλμη και αρετή του καθενός μας να κάνει την υπέρβασή του, και τελικά την αγάπη για το αύριο της πόλης. Συνεπώς, νομίζω ότι πρέπει να δούμε το έργο 'Θεσσαλονίκη' από την αρχή».
Ο κ. Μπίλλιας επαναλαμβάνει στην εφημερίδα «Μακεδονία της Κυριακής» την πάγια θέση και πίστη του, όπως λέει, στη δύναμη της ομάδας, «στη δυναμική που κουβαλούν άνθρωποι ετερόκλητοι μεταξύ τους σε πρώτη ματιά, αλλά όμως με ουσιαστική διάθεση για δουλειά και δημιουργία. Πιστεύω βαθιά στη βούληση και στις ζυμώσεις των συμπολιτών μας, που ακόμα και εάν προέρχονται από διαφορετικές αφετηρίες, αυτές τελικά δεν τους χωρίζουν αλλά τους ενώνουν μπροστά σε ένα συλλογικό στόχο για το αύριο όλων μας. Αυτή η συζήτηση, αυτές οι ζυμώσεις με αφορούν πραγματικά, και σ' αυτές επιδιώκω να είμαι ενεργό μέλος. Η τοπική αυτοδιοίκηση δε σηκώνει άλλους προσωπικούς βεντετισμούς. Αρκετά πια η συζήτηση για τα πρόσωπα».
Και στις κατ' ιδίαν συζητήσεις του επισημαίνει ότι «αυτό που χρειάζεται είναι όραμα, σχέδιο, και τεχνογνωσία. Προς το παρόν, δεν θέλω να κάνω κριτική και απολογισμό των πεπραγμένων της σημερινής δημοτικής αρχής. Πιστεύω όμως ότι είναι καιρός η πόλη μας να ανοίξει ένα καινούργιο κύκλο, διαφυλάσσοντας τα όσα θετικά έχουν γίνει, και κυρίως, για να δώσουμε νέες λύσεις σε παλιές παθογένειες».