Skip to main content

Το έτος Θεοδωράκη, η απουσία Χατζιδάκι και η διαρκής ελληνική αντίφαση

Το 2025, στην επέτειο των 100 χρόνων από τη γέννηση του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Χατζιδάκι, δίνεται η ευκαιρία να δούμε τις δύο όψεις μιας Ελλάδας, που συχνά εμφανίζεται αντιφατική

Το 2025 συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση του Μίκη Θεοδωράκη τον Ιούλιο του 1925. Μια επέτειος που ήταν αδύνατον να περάσει απαρατήρητη. Ήδη το υπουργείο Πολιτισμού έχει κηρύξει το 2025 «Έτος Θεοδωράκη». Πόλεις και χωριά ανά την επικράτεια διαγκωνίζονται να δώσουν το όνομα του σε δρόμους και πλατείες. Μεγαλοπρεπείς συναυλίες οργανώνονται ήδη από φέτος. Δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς προσφέρονται να τιμήσουν το έργο και τη μνήμη του και όλοι λίγο πολύ ξέρουν το γιατί. Ή τουλάχιστον νομίζουν ότι έχουν μία υποχρέωση, που δεν μπορούν -ακόμη κι αν ήθελαν- να ξεπεράσουν. Ίσως επειδή διαισθάνονται ότι ο Μίκης Θεοδωράκης δεν θα έλεγε όχι σε τίποτα απ’ όλα αυτά. Επιπλέον, θα συμμετείχε με τον τρόπο του και θα το ευχαριστιόταν. Διότι στην αποδοχή του κόσμου ο Μίκης επιβεβαίωνε τον εαυτό του. Και όσο περισσότερος ήταν ο κόσμος, τόσο ο ίδιος κάθε φορά που άπλωνε τα χέρια του για να διευθύνει έβρισκε την ευκαιρία να απογειωθεί. Να πετάξει στον ουρανό, κάτι που -όπως είχε ομολογήσει-  κατά κυριολεξίαν θα ήθελε να κάνει. Για να νιώσει ελεύθερος. Και λυπόταν που η ανθρώπινη φύση δεν του το επέτρεπε.  

Το 2025, όμως, συμπληρώνονται 100 χρόνια και από τη γέννηση του Μάνου Χατζιδάκι, τον Οκτώβριο του 1925. Μια επέτειος, που μετά βεβαιότητος θα κινηθεί σε εξαιρετικά χαμηλούς τόνους. Όπως άλλωστε συμβαίνει από τις αρχές καλοκαιριού του 1994, όταν Ο Μεγάλος Ερωτικός έφυγε από τη ζωή. Όπως ακριβώς μετέβη στην τελευταία του κατοικία, μακριά από τα μέσα ενημέρωσης, τις κάμερες και τις φωτογραφικές μηχανές, έτσι και στα 30 χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από τότε, η πορεία του Χατζιδάκι στη συλλογική μνήμη είναι διακριτική. Κατά κάποιον τρόπο αθόρυβη. Αυτή άλλωστε ήταν η επιθυμία και η παρακαταθήκη που άφησε. Αφού κάπως έτσι κύλησε όλη του η ζωή και η καλλιτεχνική του πορεία. Με αυστηρές επιλογές και περισσότερη προσήλωση στη μουσική, παρά στην αποδοχή. Δεν είναι πολλοί οι μουσικοί στον κόσμο που θα σταματούσαν μια συναυλία στη μέση ενός τραγουδιού για να ζητήσουν ησυχία και προσήλωση. Ούτε οι συνθέτες που θα αποκήρυσσαν ευθέως και δημοσίως τα πιο εμπορικά τους τραγούδια, όπως έκανε ο Χατζιδάκις με τα κινηματογραφικά του. Αλλά ούτε και όσοι θα περιφρονούσαν το Όσκαρ που κέρδισαν και θα πουλούσαν τα παγκόσμια δικαιώματα του τραγουδιού που του το χάρισε.  Μάλλον σε όλα αυτά ήταν μοναδικός.

Οι δύο όψεις της Ελλάδας

Στην επέτειο των 100 χρόνων από τη γέννηση του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Χατζιδάκι, δύο ανθρώπων που με την τέχνη, την παρουσία και τη στάση τους σφράγισαν τον νεοελληνικό πολιτισμό του 20ου αιώνα, δίνεται η ευκαιρία να δούμε τις δύο όψεις μιας Ελλάδας που συχνά εμφανίζεται αντιφατική. Από τη μια να αναστενάζει στα γήπεδα και τα μεγάλα στάδια. Και από την άλλη να αναστατώνεται μυρίζοντας ένα γιασεμί. Και επίσης να πιστοποιήσουμε ότι μέχρι σήμερα η ευκολία και η πολιτική ορθότητα κυριαρχούν στη χώρα, που μάλλον δεν ενδιαφέρεται διακαώς ούτε σήμερα να δει τα πράγματα με διαφορετική ματιά και να κάνει έστω μισό βήμα μπροστά. Διότι η αναφορά στον Μίκη Θεοδωράκη, τόσο από το επίσημο κράτος, όσο και από οποιονδήποτε άλλο παράγοντα ή φορέα στην δημόσια και ιδιωτική σφαίρα, παραμένει μια απόλυτα ασφαλής επιλογή. Τόσο από μουσική άποψη, όσο και από πολιτική θεώρηση. Ο Θεοδωράκης είναι ευρύτατα αποδεκτός, ακόμη και από αυτούς που δεν ακούνε τη μουσική του ή δεν συμμερίζονταν τις ιδέες του. Η εκρηκτικότητα που αναμφισβήτητα εμπεριείχε η παρουσία του για δεκαετίες έχει γίνει πλήρως αποδεκτή από τους νεοέλληνες ευρέως φάσματος.   

Αντίθετα, η ενασχόληση με τον Μάνο Χατζιδάκι και το έργο του είναι πολύ πιο δύσκολη υπόθεση. Εμπεριέχει ρίσκο. Η αμηχανία είναι δύσκολο να ξεπεραστεί. Ο ίδιος παραμένει εξαιρετικά επιδραστικός, χωρίς, όμως, η παρέμβαση του στην καθημερινότητα των Ελλήνων να έχει τίποτα το… θεαματικό. Η μουσική και ο λόγος του λειτουργούν υποδόρια. Επί 30 χρόνια η απουσία του από τον δημόσιο βίο είναι… ηχηρή, χωρίς να ακούγεται καν. Όχι επειδή εάν ζούσε θα έγραφε μανιφέστα και θα εκφωνούσε πύρινους λόγους. Αλλά επειδή οι απόψεις και η κριτική του θα όριζαν το μέτρο των πραγμάτων, όπως συνέβαινε επί δεκαετίες. Και αυτό σε μια χώρα που κυριαρχείται από κάθε είδους ευκολίες και υπερβολές, αλλά και μια κοινωνία… χύμα στο κύμα, είναι εξόχως σημαντικό. Δεν είναι τυχαίο ότι το βιβλίο του με τα σχόλια που έκανε στο Τρίτο Πρόγραμμα στα τέλη της δεκαετίας του 1970, το μοναδικό με πεζά κείμενα που μπορεί να αποδοθεί αυτούσιο στον Χατζιδάκι, παραμένει επί 45 χρόνια στην αγορά. Ευπώλητο και -κυρίως- άκρως επίκαιρο.   

Βαθύ αποτύπωμα

Ο Θεοδωράκης και ο Χατζιδάκις ήταν -μαζί με τον  Τσιτσάνη, που κινήθηκε σε διαφορετικό πλαίσιο- οι πιο χαρισματικοί Έλληνες μουσικοί δημιουργοί των τελευταίων 100 χρόνων. Ηγήθηκαν μιας πολιτιστικής -και γι’ αυτό πολιτικής και κοινωνικής- αλλαγής, που παρέσυρε όλη τη χώρα. Το αποτύπωμα τους παραμένει βαθύ και ανεξίτηλο. Κατά κάποιο τρόπο και οι δύο υπήρξαν επαναστάτες. Ο καθένας με τον τρόπο του. Είτε με την στενότερη, είτε με την ευρύτερη -και σε κάθε περίπτωση αγνή- έννοια του όρου. Υπήρξαν, επίσης, φίλοι. Σε δύσκολες εποχές αναζητούσαν ο ένας την παρέα του άλλου, κυρίως ο Μίκης του Μάνου. Αλλά οι πορείες τους ήταν παράλληλες. Ο Θεοδωράκης να διευθύνει πάντα σε μεγαλειώδεις γηπεδικές συναυλίες και να το απολαμβάνει. Διαρκώς παρών στη μάχιμη πολιτική, εξορίστηκε, κυνηγήθηκε, τιμήθηκε, έφτασε να γίνει βουλευτής και υπουργός. Ο Χατζιδάκις τις περισσότερες φορές έπαιζε πιάνο ως μέλος της ορχήστρας στις συναυλίες του, οι οποίες τον ζόριζαν όταν οι συνθήκες δεν ήταν ιδανικές. Κυρίως, όμως, στέκονταν πάντα απέναντι σε κάθε φύσεως εξουσία, κυρίως των μαζών, των κομμάτων και του κράτους. Και ας ήταν πολύ αγαπητός από τον κόσμο, που τον λάτρευε. Κι ας είχε ενίοτε ισχυρούς πολιτικούς φίλους, όπως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Κι ας υπηρέτησε σε κρατικές θέσεις, ως διευθυντής στην ΕΡΤ και στην Κρατική Ορχήστρα Αθηνών. Πάντα με το δικό του τρόπο, όχι με τον δικό τους. Επίσης, ο Χατζιδάκις ήταν εξαιρετικά θαρραλέος. Αρκεί να σκεφτεί κανείς πόσο εύκολο ήταν για ένα 25χρονο παιδί το 1949  να συστήσει στην αστική Αθήνα και τη διανόηση της εποχής το ρεμπέτικο. Ή να υπερασπιστεί εκείνα τα δύσκολα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια με αξιοπρέπεια τη σεξουαλική του ιδιαιτερότητα.

Εκατό χρόνια από τη γέννηση τους ο Θεοδωράκης και ο Χατζιδάκις εξακολουθούν να πορεύονται στις καρδιές των Ελλήνων. Με τον ίδιο διακριτό τρόπο, όπως όταν ζούσαν. Ο Μίκης με βασική αναφορά στην επαναστατικότητα εξακολουθεί να περιφέρει τα εμβατήρια και τους θρήνους του στις συγκεντρώσεις των αγανακτισμένων, των αριστερών, των συνδικάτων και της Πρωτομαγιάς. Και ο Μάνος, ο οποίος στοχεύει σταθερά στην προσωπική ευαισθησία του καθενός, εξακολουθεί να αισθάνεται πιο άνετα στα ημιφωτισμένα εφηβικά και νεανικά δωμάτια, αλλά και στις αναζητήσεις των νεότερων μουσικών. Όπως, επίσης, και σε παρέες μεγαλύτερων, που όσο περνούν τα χρόνια συνειδητοποιούν καθημερινά πόσο πολλά του χρωστούν. Για την ακρίβεια, πόσα οφείλουν στη μουσική του, επειδή ακούγοντας την και αισθανόμενοι την… υγρασία της καλλιέργησαν -ακόμη και άθελά τους ή μάλλον κυρίως άθελά τους- την ευαισθησία, την αισθητική και το… μέσα τους νταμάρι.