Skip to main content

Γιατί δεν έχει τέλος η οπαδική βία στη Θεσσαλονίκη

Μια πόλη που ήταν φτωχομάνα και πρωτεύουσα των προσφύγων, τις τελευταίες δεκαετίες εξελίσσεται σε χωματερή ανάρμοστων συμπεριφορών

Για μία ακόμη φορά, πολλοστή τα τελευταία χρόνια, η Θεσσαλονίκη γίνεται πρώτη είδηση για την οπαδική βία. Δύο περιστατικά -αιματηρά, αλλά ευτυχώς χωρίς θάνατο- σε λίγες ώρες, την Κυριακή, είναι ανησυχητικό στοιχείο. Αλλά και απόδειξη ότι η περίπου προ διετίας δολοφονία του Άλκη Καμπανού δεν κινητοποίησε αρμόδιους και υπεύθυνους της πολιτείας, του ποδοσφαίρου και των ομάδων. Διότι μπορεί οι 11 νεαροί δράστες που αφαίρεσαν τη ζωή του 19χρονου Άλκη να έχουν καταδικαστεί και να βρίσκονται στη φυλακή, αλλά η πρακτική των τραμπουκισμών με αφορμή αθλητικές προτιμήσεις και τα διαδικτυακά ραντεβού ξεκαθαρίσματος καλά κρατούν. Επομένως η θυσία του Άλκη -εκούσια μεν, θυσία δε- πήγε χαμένη. Το ότι την Κυριακή δεν θρηνήσαμε κάποιο θύμα αποδίδεται περισσότερο στην τύχη, ενώ η λογική και οι πρακτικές εμφυλίου πολέμου που διασπείρουν στην πόλη αυτού του είδους οι οπαδοί προσβάλουν ολόκληρη την Θεσσαλονίκη, που αδυνατεί να ελέγξει την κατάσταση τόσο σε θεσμικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο.

Ούτε προληπτικά μέτρα λαμβάνονται ούτε η καταστολή λειτουργεί αποτελεσματικά, αλλά ούτε και η κοινωνία εκφράζει τον αποτροπιασμό και την απαξία της σε βαθμό ικανό να ακυρώσει εγκληματικές και βάρβαρες πράξεις, πριν ακόμη εκδηλωθούν. Με απλά λόγια: δεν υπάρχει διάλυση των δομών που συντηρούν αυτές τις νοοτροπίες, οι ηθικοί αυτουργοί εξακολουθούν να περιφέρονται ανάμεσά μας σε δημόσια θέα, η αστυνομική και δικαστική παρέμβαση δεν τρομάζει, ενώ αυτοί που πρωταγωνιστούν στα συγκεκριμένα επεισόδια δεν αισθάνονται κανενός είδους ντροπή.  

Χωρίς αμφιβολία, στις μέρες μας η βία των νέων αυξάνεται και τη βλέπουμε όπου και όπως μπορεί να καταγραφεί.

Λιγότερο σε πολιτικό φόντο, όπως συνέβαινε παλαιότερα, και περισσότερο σε αθλητικό επίπεδο, με χούλιγκανς έτοιμους για όλα! Το παράξενο είναι ότι αυτά συμβαίνουν σε συνθήκες κατά τις οποίες οι αθλητικές ομάδες της πόλης έχουν χρόνια σταματήσει να πρωταγωνιστούν στο πεδίο. Και σίγουρα δεν δημιουργούν, πλέον, τα πάθη του παρελθόντος. Ούτε για την κατάκτηση κάποιου τίτλου ανταγωνίζονται αυτήν την περίοδο οι ομάδες της Θεσσαλονίκης ούτε κάποια πρωτεία με ορατό διακύβευμα. Η κόντρα των οπαδών του ΠΑΟΚ και του Άρη ή κατά καιρούς τού Ηρακλή, άλλοτε με τους οπαδούς του ΠΑΟΚ και άλλοτε με τους οπαδούς του Άρη, εδράζεται είτε σε φαντασιακό υπόβαθρο είτε σε καταστάσεις τού… βαθέως παρελθόντος. Οι συγκεκριμένοι οπαδοί είτε λειτουργούν σαν τους ντοπαρισμένους τρομοκράτες που, από τυφλό φανατισμό και υπό την επήρεια ψυχοτρόπων ουσιών, αισθάνονται παιδιά ενός ανώτερου Θεού και στρέφονται κατά των… εχθρών είτε αναφέρονται σε περασμένες εποχές όταν ο Γκάλης και ο Γιαννάκη από τη μια και ο Πρέλεβιτς με τον Φασούλα από την άλλη διεκδικούσαν ανταγωνιστικά όποιον εγχώριο και ευρωπαϊκό τίτλο μπάσκετ υπήρχε, καθηλώνοντας τους φιλάθλους όλης της χώρας. Ή όταν ο Κούδας, ο Σαράφης και ο Τερζανίδης έπαιζαν κόντρα στον Κούη, τον Χρηστίδη και τον Αλεξιάδη και την ώρα του ματς σταματούσε η κυκλοφορία στους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Το… άρρωστο σε αυτή τη δεύτερη υπόθεση είναι ότι τότε που τα ντέρμπι ήταν αυθεντικά και ο ανταγωνισμός ξεπερνούσε κατά πολύ τα χρώματα της φανέλας, οι οπαδοί των ομάδων της πόλης δεν προχωρούσαν σε έκτροπα, πολύ περισσότερο σε εγκληματικές ενέργειες, αντίθετα πορεύονταν μαζί κοινωνικά. Ενώ σήμερα που «το ντέρμπι είναι στημένο / κι από πριν ξεπουλημένο» η βαρβαρότητα ξεχειλίζει στους δρόμους και στις πλατείες. Σήμερα που είναι «όλα από χέρι καμένα / και τα σπίρτα μας βρεγμένα» νέοι άνθρωποι ρισκάρουν τη ζωή και την υπόληψή τους άνευ λόγου και αιτίας. Και να σκεφτεί κανείς -απλός παραλληλισμός- ότι σε λιγότερο από έναν μήνα συμπληρώνονται 50 χρόνια από τον ξεσηκωμό του Πολυτεχνείου κατά της χούντας, που τον σχεδίασαν και τον εκτέλεσαν οι νέοι εκείνης της εποχής, πληρώνοντας ακριβό τίμημα.

Ξεχωριστά, πάντως, από τους κοινωνικούς λόγους που τροφοδοτούν την οπαδική βία -αν και δεν έχει αποδειχθεί ότι σε αυτές τις περιπτώσεις «σφάζονται» φτωχοί, άνεργοι, ακοινώνητοι, περιθωριοποιημένοι κλπ., όλο και κάποιοι λόγοι κοινωνικής αδικίας και οικονομικής ανισότητας θα υπάρχουν στον πυρήνα αυτών των συμπεριφορών- είναι σαφής η έλλειψη αγωγής και πολιτισμού σε μεγάλο τμήμα της κοινωνίας της Θεσσαλονίκης. Μια πόλη που ήταν φτωχομάνα και πρωτεύουσα των προσφύγων, τις τελευταίες δεκαετίες εξελίσσεται σε χωματερή ανάρμοστων συμπεριφορών. Διότι όσα και όποια κι αν είναι τα αδιέξοδα στις μέρες μας η βία σε κοινωνικά περιβάλλοντα περιορισμένα και οριοθετημένα όπως αυτό της Θεσσαλονίκης είναι δείγμα κακής ανατροφής, που βαραίνει πρωτίστως το οικογενειακό περιβάλλον και δευτερευόντως το σχολείο. Διότι -για να λέμε την αλήθεια- οι δάσκαλοι και καθηγητές τις περισσότερες φορές δεν μπορούν να αντιπαλέψουν συμπεριφορές που καλλιεργούνται σε σπίτια, γειτονιές και παρέες. 

Ως αντίβαρο σε όλα αυτά (υποτίθεται ότι) οφείλει να λειτουργεί η οργανωμένη πολιτεία. Αλλά δεν το κάνει. Και μόνο το γεγονός ότι μετά τη δολοφονία του Άλκη Καμπανού, για την οποία έχυσαν κροκοδείλια δάκρυα οι πάντες στη Θεσσαλονίκη, οι σύνδεσμοι των ομάδων στην πόλη λειτουργούν ακόμη στο φως του ήλιου, αποδεικνύει ότι οι ανευθυνοϋπεύθυνοι που αποφασίζουν κινούνται με βάση το δόγμα «η ζωή συνεχίζεται» και δεν θέλουν να ασχοληθούν με κάτι που ενδεχομένως να έχει κόστος. Για παράδειγμα, με την ονοματοδοσία ενός δρόμου ο δήμος Θεσσαλονίκης έβγαλε την… υποχρέωσή του απέναντι σε ένα ειδεχθές έγκλημα, το οποίο -πέραν των άλλων- αμαύρωσε τη φήμη της πόλης. Αποτελεί μελανό σημάδι στην ιστορία της. Η αστυνομία τρέχει να εντοπίσει τους ταραξίες και να ταυτοποιήσει τους ενόχους των επιθέσεων κατόπιν εορτής, ενώ εισαγγελείς και δικαστές απλώς κάνουν τη δουλειά τους, όταν οι φάκελοι βρεθούν στο γραφείο τους. Αν κανείς τοπικός παράγων δεν μπορεί να κάνει οτιδήποτε για να σταματήσει το κακό και κανένα τοπικό σύστημα δεν μπορεί να παρέμβει στο συγκεκριμένο πεδίο, οι πολίτες οφείλουν να το μάθουν για δύο λόγους: Αφενός για να μην έχουν απαιτήσεις και αφετέρου για να κοιταχτούν στον καθρέφτη. Όλα τα υπόλοιπα, δηλώσεις, ευχολόγια, καταγγελίες και τα ρέστα, περιττεύουν. 

ΥΓ. Προφανώς η οπαδική βία δεν αφορά μόνο τη χώρα μας, αλλά και στη χώρα μας δεν αφορά μόνο τη Θεσσαλονίκη. Στο λεκανοπέδιο της πρωτεύουσας τα περιστατικά είναι επίσης πολλά και αιματηρά. Όπως και στην Κροατία, στη Γαλλία και άλλες περιοχές της Ευρώπης. Μόνο που η Αθήνα ομολογημένα, λόγω μεγέθους και κοινωνικής διαστρωμάτωσης, αποτελεί μια τεράστια χαβούζα, ενώ η Ευρώπη με γεωγραφικούς όρους μάς πέφτει κάπως… μακριά. Στη Θεσσαλονίκη τα πράγματα (υποτίθεται ότι) είναι πιο περιορισμένα. Οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις κινούνται με τη χαλαρότητα της επαρχίας. Όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους. Και οι πάντες ξέρουν ή έτσι ισχυρίζονται…