Κορυφώνονται αυτές τις ημέρες οι διεργασίες για τη συγκρότηση του νέου Διοικητικού Συμβουλίου της ΔΕΘ – Helexpo, το οποίο θα ανακοινωθεί μέχρι το τέλος του έτους ή -το αργότερο- τον Ιανουάριο. Η ανακοίνωση θα γίνει μετά τις 17 Δεκεμβρίου, ημέρα κατά την οποία είναι προγραμματισμένη η τελευταία συνεδρίαση της χρονιάς για το υφιστάμενο διοικητικό σχήμα υπό τον Τάσο Τζήκα.
Η εταιρεία στην οποία το Υπερταμείο έχει αναθέσει τη διαμόρφωση της πρότασης για το νέο Δ.Σ. πραγματοποιεί συνεχείς επαφές και συνεντεύξεις με όσους έχουν εκφράσει ενδιαφέρον, ενώ προσπαθεί και η ίδια να προσεγγίσει πρόσωπα που θεωρεί κατάλληλα. Όπως φαίνεται η διαδικασία εξελίσσεται χωρίς ιδιαίτερες εκπλήξεις, υπό την έννοια ότι όσοι αναμένουν ένα Δ.Σ. που θα σηματοδοτεί σαφώς μια νέα εποχή, μάλλον θα απογοητευθούν. Έτσι κι αλλιώς η συμμετοχή εκπροσώπων της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και του Δήμου Θεσσαλονίκης στο νέο Δ.Σ. επί της ουσίας σφραγίζει τον… ειδικό χαρακτήρα της ΔΕΘ – Helexpo και προδιαγράφει τις εξελίξεις. Δεδομένου, μάλιστα, ότι ανάμεσα στους υποψηφίους προέδρους που έχουν περάσει τη βάσανο της συνέντευξης -τουλάχιστον τα ονόματα που έχουν ακουστεί- δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια… έκπληξη, το μεγαλύτερο βάρος πέφτει στην επιλογή του διευθύνοντος συμβούλου, ο οποίος αναμένεται να… κάνει το παιχνίδι. Διότι εκείνο που θα μετρήσει στο τέλος -και που όλοι ανεξαιρέτως στη Θεσσαλονίκη εύχονται να συμβεί- είναι η ουσιαστική ανάπτυξη και αναβάθμιση της ΔΕΘ – Helexpo, ώστε να αποτελέσει αναπτυξιακό πυρήνα για την περιοχή, κάτι που υπήρξε κάποτε, αλλά πλέον έχει εκπέσει αισθητά.
Οι υποψήφιοι
Λόγω της ιδιαίτερης θέσης που κατέχει η ΔΕΘ – Helexpo στο κοινωνικό περίγραμμα και το ψυχογράφημα της Θεσσαλονίκης οι υποψήφιοι πρόεδροι προέρχονται κατά πλειοψηφία από την πόλη, κάτι που συνιστά δοκιμασμένη συνταγή, η οποία κατά πολλούς είναι αμφίβολο εάν μπορεί να αποδώσει τη δεδομένη στιγμή, όταν (υποτίθεται ότι) η εταιρεία θα λειτουργεί με καθαρά επιχειρηματικά, δηλαδή ιδιωτικοοικονομικά, κριτήρια. Η… δεξαμενή από την οποία θα γίνει η επιλογή -όχι μόνο των προέδρων, αλλά και των μη εκτελεστικών μελών του Δ.Σ.- φαίνεται να περιλαμβάνει επαγγελματίες προέδρους, κομματικά στελέχη, πολιτικά πρόσωπα, αμφιλεγόμενους τεχνοκράτες και παράγοντες των επιχειρηματικών συλλογικοτήτων της Θεσσαλονίκης. Ανθρώπους, δηλαδή, με τοπική αναγνωρισιμότητα και δικτύωση, αναμφισβήτητα καλές προθέσεις, οι οποίοι συχνά αυτοπροβάλλονται ως επιτυχημένοι στις δουλειές τους και τις προηγούμενες θέσεις τους, κάτι που ισχύει, στον έναν, στον άλλο ή στον τρίτο βαθμό. Ιδιαίτερα για τη θέση του προέδρου δεν έχει ακουστεί ένα όνομα με αντικειμενικά υψηλό κύρος, ικανό να εγγυηθεί την θετική πορεία της Έκθεσης, που είναι σαφές ότι λόγω συνθηκών και συγκυρίας χρειάζεται ριζική αλλαγή πορείας, πέρα από την πεπατημένη της Θεσσαλονίκης. Μάλλον δεν έχει νόημα να αναφερθούν ονόματα, εκτός ίσως από την περίπτωση του προέδρου του Συνδέσμου Εξαγωγέων (ΣΕΒΕ) Σίμου Διαμαντίδη, ο οποίος επιβεβαιώνει ότι διεκδικεί την προεδρία, με τον άκρως φιλόδοξο στόχο να συντονίσει την ΔΕΘ – Helexpo στην εξαγωγική προσπάθεια της χώρας, την οποία ο ίδιος προωθεί μέσω του ΣΕΒΕ.
Οι δύο προκλήσεις
Στο καθαρά επιχειρησιακό επίπεδο που θα κληθεί να διαχειριστεί η νέα διοίκηση η ΔΕΘ – Helexpo έχει ενώπιόν της δύο μεγάλες προκλήσεις. Δύο στοιχήματα, που αν κερδηθούν η Θεσσαλονίκη θα ωφεληθεί πολύ, αλλά αυτή τη στιγμή οι πιθανότητες δεν είναι με το μέρος τους. Πρόκειται αφενός για το καθαρά επιχειρηματικό αντικείμενο, τη διοργάνωση εκθέσεων και συνεδρίων στη Θεσσαλονίκη και αλλού και αφετέρου για την ανάπλαση του εκθεσιακού κέντρου στην καρδιά της Θεσσαλονίκης. Στο… χλιαρό σενάριο, που συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες, τα δύο αυτά θέματα θα κινηθούν με τους συνήθεις για το δημόσιο και τη Θεσσαλονίκη αργόσυρτους ρυθμούς. Μεγαλόστομες εξαγγελίες θα υπάρξουν, αλλά στην πορεία οι καθυστερήσεις θα οδηγήσουν στον χαρακτηρισμό του αποτελέσματος ως μέτριο. Κι αυτό δεν είναι ευοίωνο για έναν οργανισμό όπως η ΔΕΘ – Helexpo που εν πολλοίς συνεχίζει να πορεύεται με βασικά ατού από τη μια την αίγλη του παρελθόντος -όσο ακόμη υπάρχουν γενιές που αυτό το παρελθόν τις αφορά και τις συγκινεί- και από την άλλη την υπερπροβολή του Σεπτεμβρίου -όσο οι πρωθυπουργοί θα εξακολουθούν να εξαγγέλλουν από το δικό της βήμα την οικονομική τους πολιτική και να παραχωρούν στη Θεσσαλονίκη την εφ’ όλης της ύλης ετήσια συνέντευξη Τύπου που τους αναλογεί.
Οι εκθέσεις και…
Σε ότι αφορά την εκθεσιακή και συνεδριακή δραστηριότητα οι εξαιρετικά μέτριες επιδόσεις της ΔΕΘ – Helexpo τα αρκετά τελευταία χρόνια -σε αντίθεση με τον ανταγωνισμό από ιδιώτες που έχει θεριέψει, κυρίως στην Αθήνα- αποδίδονται σε τρεις παράγοντες. Στον ισχυρό ανταγωνισμό που υπάρχει, πλέον, στην εγχώρια εκθεσιακή αγορά, στην προβληματική πορεία της οικονομίας στη δεκαετία της κρίσης -ως γνωστόν οι κλαδικές εκθέσεις ακολουθούν την πορεία των κλάδων τους οποίους αφορούν- και στις ξεπερασμένες υποδομές, δηλαδή στις γερασμένες εγκαταστάσεις, που τελικά οδήγησε στην απόφαση για ανάπλαση και εκσυγχρονισμό του εκθεσιακού κέντρου. Στην πράξη αυτό που αποδείχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες είναι ότι η ΔΕΘ – Helexpo απέτυχε να αναδείξει τη Θεσσαλονίκη σε περιφερειακό εκθεσιακό κόμβο για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, κάτι που θα της έδινε συγκριτικό πλεονέκτημα ακόμη σ’ ένα ευρύτερο γεωγραφικό χώρο και θα οδηγούσε στην ουσιαστική αναβάθμισή της. Σήμερα είναι σαφές ότι η ακύρωση της προσπάθειας, σχεδόν 30 χρόνια πριν, να βρεθεί διεθνής στρατηγικός εταίρος για την Helexpo επηρέασε καθοριστικά και οδήγησε στη μίζερη πορεία που ακολούθησε. Η αντιστροφή αυτής της κατάστασης δεν είναι, πλέον, καθόλου εύκολη, κυρίως επειδή στην μεν Ελλάδα ο ιδιωτικός εκθεσιακός τομέας έχει ενισχυθεί με επίκεντρο το Metropolitan Expo στο «Ελ. Βενιζέλος», ενώ και στα Βαλκάνια οι εκθεσιακοί οργανισμοί έχουν ισχυροποιηθεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2027 το Βελιγράδι θα διοργανώσει την Παγκόσμια Έκθεση EXPO, που στην δεκαετία του 2000 είχε διεκδικήσει ανεπιτυχώς η Θεσσαλονίκη.
…η απάπλαση
Η ανάπλαση του εκθεσιακού κέντρου Θεσσαλονίκης αποφασίστηκε το 2012 και από τότε έχει περάσει από 40 κύματα. Το τελευταίο -και τελικό;- σενάριο προβλέπει την αξιοποίηση των 180 στρεμμάτων ως εξής: Στα 50 στρέμματα θα δημιουργηθεί ένα σύγχρονο και… συμμαζεμένο εκθεσιακό κέντρο, το οποίο θα καλύπτει τις ανάγκες της ΔΕΘ – Helexpo, ενώ τα υπόλοιπα θα αξιοποιηθούν για τη δημιουργία ενός Μητροπολιτικού Πάρκου που λείπει από τη Θεσσαλονίκη. Το πρότζεκτ θα χρηματοδοτηθεί κατά 100% από το ελληνικό δημόσιο με 120 εκατ. ευρώ και θα εκτελεστεί ως δημόσιο έργο, με όλες τις καθυστερήσεις και άλλες παρενέργειες που σημαίνει κάτι τέτοιο. Από την άλλη μένει ακόμη να λυθεί ένα πολύ σοβαρό θέμα, που αφορά τη διαχείριση, τη συντήρηση και τη χρηματοδότηση του Μητροπολιτικού Πάρκου, που είναι πολύ μεγάλο για να το αναλάβει με τις τωρινές του οικονομικές δυνατότητες ο Δήμος Θεσσαλονίκης, ενώ ούτε δουλειά της ΔΕΘ – Helexpo είναι κάτι τέτοιο. Όπως δείχνουν τα πράγματα θα πρέπει να δημιουργηθεί μία ακόμη δημόσια δομή, κάτι που -με βάση την εμπειρία των συναρμοδιοτήτων του Δημοσίου στην Ελλάδα- ενδέχεται να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα απ’ όσα θα λύσει.