Η Θεσσαλονίκη, ως δεύτερη πόλη μιας ευρωπαϊκής χώρας, έχει καταφέρει το… ακατόρθωτο. Να εμφανίζεται με όλα τα μειονεκτήματα μιας δεύτερης πόλης και κανένα -ή σχεδόν κανένα- από τα πλεονεκτήματα, που συνήθως υπάρχουν. Για παράδειγμα το οικονομικά και κοινωνικά αναβαθμισμένο Μόναχο στη Γερμανία, το βιομηχανικό Μιλάνο στην Ιταλία, το επίσης βιομηχανικό και αθλητικό Μάντσεστερ στη Βρετανία, η τουριστική και πολιτιστική Βαρκελώνη στην Ισπανία. Διότι η απουσία κεντρικής διοίκησης δημιουργεί πάντα δυνατότητες και συνθήκες για αυτοδύναμη και διακριτή ανάπτυξη -κυρίως οικονομική, πολιτιστική και πνευματική- έναντι της πρωτεύουσας, ακριβώς επειδή απουσιάζει ο σφιχτός εναγκαλισμός της κεντρικής εξουσίας. Αυτό είναι σχετικά ευχερέστερο στις ομόσπονδες χώρες, όπου η περιφερειακή νοοτροπία είναι ριζωμένη και έχει μακρά παράδοση, αλλά η απουσία φυσικής ηγεσίας από τη Θεσσαλονίκη σε κρίσιμους τομείς είναι εκκωφαντική, ακόμη και για μια πόλη που λειτουργεί σε ενιαίο εθνικό πλαίσιο. Χώρια που η Ελλάδα -όπως είχε καταδείξει και αποδείξει από τη δεκαετία του 1830 με τη «Βαβυλωνία» του ο Δ. Βυζάντιος- άσχετα με το τυπικό του ενιαίου εθνικού χώρου, έχει περιοχές με σαφή διακριτά χαρακτηριστικά, που στην περίπτωση της Κεντρικής Μακεδονίας και της Θεσσαλονίκης (μπορούν να) συγκροτούν ένα ιδιαιτέρως δυναμικό πλαίσιο, λόγω χωροθεσίας, πληθυσμού, οικονομικής δραστηριότητας και ιστορικού βάρους.
Τι λένε οι τρίτοι
Σήμερα η Θεσσαλονίκη για κάποιον τρίτο και ευαίσθητο παρατηρητή λειτουργεί στη δημόσια έκφραση των εκπροσώπων της περισσότερο ως επαρχιακή πολίχνη, παρά ως μία μεσαίου μεγέθους ευρωπαϊκή πόλη, που είναι, ή -ακόμη χειρότερα- ως μια μεγάλη πόλη για την Ελλάδα, που επίσης είναι. Η αυτοδιοίκηση, τα επιμελητήρια και οι άλλες επιχειρηματικές και επαγγελματικές συλλογικότητες, τα πανεπιστήμια, οι πολιτιστικοί θεσμοί εκφράζονται -ως επί το πλείστον- με επιχειρήματα και φρασεολογία τοπικής λογικής και εμβέλειας. Κάτι που ως ένα σημείο εξηγεί το γιατί η τοπική κοινωνία δεν έχει ιδιαίτερο λόγο σε βασικά θέματα που αφορούν την περιοχή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα μεγάλα έργα – παρεμβάσεις, η πρόοδος των οποίων εξαρτάται σταθερά από τις κεντρικές αποφάσεις στην Αθήνα. Σκεφτείτε -για παράδειγμα- τι γίνεται σήμερα με τη ΔΕΘ και το παραλιακό μέτωπο, τι έγινε χθες με το μετρό και τι θα γίνει αύριο -μετά βεβαιότητος- με το Τεχνολογικό Πάρκο 4ης Γενιάς Thess Intec.
Επειδή, όμως, τίποτα δεν είναι μεμονωμένο και ξεκομμένο από ένα ευρύτερο πλαίσιο, η ρίζα του κακού βρίσκεται στο γεγονός ότι -ιδιαίτερα τα τελευταία 20 χρόνια- η Θεσσαλονίκη στερείται φυσικής ηγεσίας. Ήδη από το φθινόπωρο του 2017, σε μια περίοδο αντικειμενικά δυσκολότερη για την Ελλάδα από τη σημερινή, ο καθηγητής της Σορβόννης και επί χρόνια μόνιμος αντιπρόσωπος της χώρας μας στον ΟΟΣΑ Γιώργος Πρεβελάκης, μιλώντας στη Voria.gr, με την πολύτιμη εμπειρία του κοσμοπολίτη και με την εξαιρετικά χρήσιμη φυσική και ψυχική απόσταση από τη Θεσσαλονίκη, είχε επισημάνει ότι η κοινωνία της πόλης, εάν δεν θέλει να παραμείνει σε ρόλο κομπάρσου, πρέπει να πάρει την κατάσταση στα χέρια της. Ότι η Θεσσαλονίκη για να επιταχύνει χρειάζεται νέες τοπικές ελίτ. Τις οποίες κάποτε διέθετε -ας πούμε μέχρι τη δεκαετία του 1990-, αλλά έκτοτε έχει απωλέσει. Τόσο επειδή κάποιοι άνθρωποι έφυγαν από τη ζωή, όσο κι επειδή κάποιοι άλλοι που θα μπορούσαν να παίξουν ηγετικό ρόλο μετακόμισαν στην Αθήνα ή έχουν επιλέξει την ιδιώτευση.
Η φανέλα με το νούμερο 10
Μοιραία, λοιπόν, το βάρος πέφτει στους ώμους όσων εκπροσωπούν σήμερα θεσμικά τη Θεσσαλονίκη σε πολιτικό, οικονομικό και πνευματικό επίπεδο. Υπουργοί, δήμαρχοι, περιφερειακοί παράγοντες, διοικήσεις παραγωγικών φορέων, ηγεσίες πανεπιστημίων και πολιτιστικών δομών. Άνθρωποι αναμφισβήτητα καλών προθέσεων -στην Ελλάδα η ενασχόληση με τα κοινά σε οποιοδήποτε επίπεδο, μηδέ της πολυκατοικίας εξαιρουμένης, δικαιούται το χαρακτηρισμό της ηρωικής πράξης-, οι οποίοι, όμως, είναι αμφίβολο εάν λειτουργούν έχοντας υπόψιν τους ότι λόγω της «Θεσσαλονίκης - δεύτερης πόλης» υπηρετούν κι εκφράζουν κάτι ευρύτερο από το τυπικά καθορισμένο της θέσης και των υποχρεώσεων τους. Το πολύ πολύ να ενδιαφέρονται για τη δημιουργία ενός περιορισμένου συστήματος το οποίο συντηρούν επειδή πιστεύουν ότι τους εξυπηρετεί. Για παράδειγμα, ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης ή ο πρύτανης του Αριστοτελείου πανεπιστημίου ή ο πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης μάλλον έχουν ευχερέστερη πρόσβαση στους ανθρώπους της κεντρικής εξουσίας και σημαντικότερη επιρροή στο ευρύτερο τοπικό και εθνικό ακροατήριο όχι μόνο από τους αντίστοιχους συναδέλφους τους στην Αθήνα, αλλά ενδεχομένως και απ’ όσο έχουν οι ίδιοι συνειδητοποιήσει ή έστω κάποιοι από αυτούς. Επειδή εκπροσωπούν μια περιοχή που λόγω παράδοσης είναι καταγεγραμμένη στο συλλογικό υποσυνείδητο των Ελλήνων ως εξαιρετικά δυναμική, αλλά και ως ξεχωριστή, αφού (μπορεί να) είναι σημείο αναφοράς για τη μισή χώρα.
Φυσικά υπάρχουν και οι εξαιρέσεις αυτών που αντιλαμβάνονται την κατάσταση και προσπαθούν να καλύψουν -τυπικά τουλάχιστον- το κενό, στοχεύοντας με τις δηλώσεις και τη δραστηριότητά τους σε ευρύτερο ακροατήριο. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο πεδίο των επιχειρηματιών κινήσεις αυτού του επιπέδου είναι πιο δυναμικές, με αντίστοιχες επιτυχίες σε θεσμικό και γραφειοκρατικό επίπεδο. Ο πάλαι ποτέ Σύνδεσμος Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος το πάλεψε και μετεξελίχθηκε επισήμως σε Σύνδεσμο Βιομηχανιών Ελλάδος. Ο 50χρονος Σύνδεσμος Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδος υπογράφει, πλέον, ως Σύνδεσμος Εξαγωγέων (ΣΕΒΕ) και αξιοποιώντας την ελλειμματικότητα του Πανελληνίου Συνδέσμου επιδιώκει να εκφράσει τους εξαγωγείς όλης της χώρας, ενώ πριν από μερικά χρόνια ο πρόεδρος του ΕΒΕΘ Γιάννης Μασούτης είχε καταφέρει -και λόγω της επιχειρηματικής του οντότητας- να εκλεγεί πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος, τυπικά του συνόλου των ελληνικών επιχειρήσεων. Φυσικά σημαντικό ρόλο παίζουν τα πρόσωπα, ο χαρακτήρας, οι δυνατότητες, η ατζέντα καθενός και οι στόχοι. Στο ποδόσφαιρο πολλοί φορούν τη φανέλα με το νούμερο «10», αλλά η απόδοση, η προσφορά και η αποτελεσματικότητά τους δεν είναι ούτε σαν του Μέσι, ούτε σαν του Χατζηπαναγή, ούτε σαν του Κούδα.
Οι μεμονωμένες εξαιρέσεις
Όλα αυτά, που αφορούν τη συλλογική έκφραση της Θεσσαλονίκης, έχουν ισχυρότατο αντίβαρο τις πρωτοβουλίες μεμονωμένων προσώπων. Επιτυχημένων επιχειρηματιών, οι οποίοι μπορεί να κινούνται επαγγελματικά στις παγκόσμιες αγορές, αλλά η κοινωνική τους παρουσία στη Θεσσαλονίκη είναι διακριτική. Ακαδημαϊκών από τα πανεπιστήμια της πόλης με διεθνή αναγνώριση, οι οποίοι παραμένουν «ανώνυμοι» για την τοπική κοινωνία. Συνεπείς καλλιτέχνες με αξιοσημείωτες επιδόσεις που έχουν συνηθίσει να κινούνται υποφωτισμένοι, αλλά παρ’ όλα αυτά τους γνωρίζουν πολύ μακρύτερα από τη Θεσσαλονίκη. Πρόκειται για μια εικόνα κατακερματισμένη, ακριβώς επειδή το θεσμικό κομμάτι της πόλης πάσχει, είτε από έλλειψη ικανοτήτων, είτε από μια υπερβολικά τοπική αντίληψη. Δυστυχώς αυτή η πραγματικότητα έχει… εκπαιδεύσει και τους Θεσσαλονικείς σε πολλές περιπτώσεις να κοιτούν πρώτα μακρύτερα και μετά στη γειτονιά τους. Καλώς ή κακώς για την Ελλάδα η Θεσσαλονίκη δεν είναι -και δεν μπορεί να είναι- Αθήνα. Αναλόγως, όμως, δεν είναι -και δεν μπορεί να είναι- ούτε Καβάλα, ούτε Λάρισα, ούτε Πάτρα, ούτε Χανιά -για να δανειστούμε κάποιες από τις αξιόλογες πόλεις της ελληνικής περιφέρειας.