Στα περίπου δύο χρόνια από την ουσιαστική λήξη συναγερμού λόγω της πανδημίας του covid-19 η κινητικότητα στον πλανήτη έχει αυξηθεί κατακόρυφα. Έχει ξεπεράσει ήδη τα προπανδημικά επίπεδα και ιδιαίτερα στον ανεπτυγμένο κόσμο, στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, αλλά και την Ανατολική Ασία, συνεχίζει ανοδικά. Εξ ου και οι βάσιμες εκτιμήσεις ότι η φετινή τουριστική χρονιά για την Ελλάδα και τους άλλους προορισμούς της Μεσογείου θα είναι εξίσου καλή ή και καλύτερη από την περσινή, που ήταν εξαιρετική, ανώτερη του «χρυσού» 2019. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι στην μεταπανδημική Ευρώπη οι χώρες του νότου -Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα- που πουλάνε τουρισμό, φιλοξενία και καλή ζωή τα πηγαίνουν καλύτερα στην οικονομία από τον βιομηχανικό Βορρά, που ασθμαίνει λόγω του πληθωρισμού, της ακρίβειας του χρήματος και της πίεσης στην κατανάλωση. Όπως έλεγε πρόσφατα Έλληνας διαχειριστής κεφαλαίων με έδρα την Ελβετία «μετά την πανδημία οι Ευρωπαίοι, αλλά και οι Αμερικανοί, επιλέγουν να ταξιδέψουν για να ζήσουν στιγμές και εμπειρίες και όχι να αγοράσουν καινούριο σαλόνι ή αυτοκίνητο». Η εκτίμηση, μάλιστα, είναι ότι η συγκεκριμένη τάση θα συνεχιστεί, αφού το καταναλωτικό κρεσέντο δεκαετιών έχει φτάσει στα όριά του, με τους ανθρώπους του Βορείου ημισφαιρίου να έχουν αποκτήσει -μεσοσταθμικά εννοείται- ήδη περισσότερα υλικά αγαθά απ’ όσα φαντάζονταν ή απ’ όσα μπορούν να χρησιμοποιήσουν και να καταναλώσουν. Από σπίτια και αυτοκίνητα, μέχρι ρούχα, παπούτσια και αξεσουάρ.
Όλα αυτά, που μπορεί να φαίνονται ενδιαφέροντα μεν, αφού σχετίζονται με την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, γενικόλογα δε, καθώς περιγράφουν την τάση, αφορούν άμεσα τη Θεσσαλονίκη. Κι αυτό επειδή η πόλη εδώ και πολλά χρόνια διεκδικεί -ερασιτεχνικά και αποσπασματικά είναι η αλήθεια- το μερίδιό της στον τουρισμό. Επιδιώκει την αύξηση της επισκεψιμότητας, κάτι στο οποίο δείχνει να πιστεύει ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας, που επενδύει συστηματικά. Κάπως έτσι η Θεσσαλονίκη έχει σήμερα μια ξενοδοχειακή υποδομή πολύ ανώτερη απ’ ότι μια δεκαετία πριν, παρά την μεγάλη οικονομική κρίση που μεσολάβησε. Και το συγκεκριμένο… έργο συνεχίζεται με νέα ξενοδοχεία να κτίζονται ή να δημιουργούνται με ανακατασκευές υφιστάμενων κτιρίων. Όλοι όσοι βάζουν χρήματα -ενίοτε και το κεφάλι τους στο ντορβά- σε τέτοιου χαρακτήρα επενδύσεις κάπου ποντάρουν, κάπου βασίζονται. Κάτι ξέρουν, κάτι βλέπουν να έρχεται. Η σωστή ή λιγότερο επιτυχημένη τοποθέτησή τους στον τουριστικό χάρτη της Θεσσαλονίκης μένει να αποδειχθεί τα επόμενα χρόνια, κάτι που θα εξαρτηθεί και από την ίδια την πόλη. Όχι αποκλειστικά ίσως, αλλά οι κινήσεις των φορέων της Θεσσαλονίκης που διακονούν τον τουρισμό της περιοχής θα παίξουν ρόλο. Μέχρι στιγμής μόνο η ιστορία και η γεωγραφία εργάζονται για το καλό και την πρόοδό της στο συγκεκριμένο πεδίο, κανείς άλλος δεν κουνάει ούτε το μικρό του δαχτυλάκι. Αλλά ακόμη κι αν κουνάει το μικρό του δαχτυλάκι, σίγουρα δεν κουνάει -και δεν κουράζει- ολόκληρο το χέρι του!
Οι πρόσφατες ανακοινώσεις του δημάρχου Θεσσαλονίκης Στέλιου Αγγελούδη, ο οποίος ανέλαβε την προεδρία του Οργανισμού Τουρισμού της περιοχής, κινούνται στη σωστή κατεύθυνση. Η Θεσσαλονίκη χρειάζεται οργανωμένη ολιστική προσέγγιση, κάτι που εύκολα λέγεται, αλλά δύσκολα μπορεί να υλοποιηθεί. Χρειάζεται πρωτίστως καθορισμό της τουριστικής της φυσιογνωμίας, αλλά και τη δημιουργία προϊόντος, που θα περιλαμβάνει όσο γίνεται περισσότερα από τα πλεονεκτήματά της και θα μπορεί να πουληθεί ως πακέτο στις ξένες αγορές. Ίσως από μόνο του καθένα από αυτά τα πλεονεκτήματα (η ιστορία 24 αιώνων, τα μνημεία τριών αυτοκρατοριών, τα μουσεία, η γαστρονομία, ο χαλαρός τρόπος ζωής, η πολιτιστική αύρα, η προνομιακή γεωγραφική θέση, το αστικό τοπίο, το συγκλονιστικό παραθαλάσσιο μέτωπο, η παράδοση τής καθ’ ημάς Ανατολής, η σύγχρονη αγορά, η εγγύτητα με παγκόσμια τοπόσημα) να μην αρκούν για μεγάλα πράγματα, αλλά το συνολικό αποτύπωμα είναι βαθύ και εξαιρετικά γοητευτικό. Το πιστεύουν και το υπογράφουν όσοι ειδικοί έχουν ασχοληθεί κατά καιρούς με το θέμα, μόνο που οι παρατηρήσεις και υποδείξεις τους μένουν στον… αέρα. Δεν προσγειώνονται στον πλανήτη της πραγματικότητας, δεν γίνονται δουλειά και επαγγελματικό αντικείμενο. Ας ευχηθούμε ότι τα εμπόδια που υπήρξαν σε αυτή τη διαδικασία -κυρίως η προσπάθεια αιρετών της αυτοδιοίκησης και εκπροσώπων παραγωγικών φορέων να ελέγξουν την κατάσταση παρά την έλλειψη γνώσεων και εμπειρίας- αυτή τη φορά θα ξεπεραστούν.
Υ.Γ. Στο μεταπανδημικό τουριστικό σκηνικό υπάρχει κι ένα ακόμη στοιχείο που -ενδεχομένως- να ευνοήσει τη Θεσσαλονίκη. Ο υπερτουρισμός που κατευθύνεται σε συγκεκριμένα σημεία της Ευρώπης, βρίσκεται, πλέον, υπό διωγμόν. Δημοφιλείς πόλεις, όπως η Βενετία, η Βαρκελώνη και άλλες, διώχνουν επισκέπτες. Είναι βέβαιο, λοιπόν, ότι αφενός στην ίδια κατεύθυνση θα ακολουθήσουν κι άλλοι δημοφιλείς προορισμοί που δεν μπορούν να σηκώσουν το φορτίο και αφετέρου θα δημιουργηθούν νέοι προορισμοί, οι οποίοι θα απορροφήσουν τη ζήτηση. Όταν οι Θεσσαλονικείς ταξιδεύουν στην καρδιά της Άνοιξης σε πόλεις όπως το Μπιλμπάο της Ισπανίας, που πριν από λίγα μόλις χρόνια δεν υπήρχαν σε κανέναν τουριστικό χάρτη, γιατί κάποιοι Ευρωπαίοι να μην «ανακαλύψουν» τη Θεσσαλονίκη;