Του Γιάννη Μαγκριώτη*
Τα βασικά μέτωπα των ανοικτών ή καλυμμένων συγκρούσεων, που διαμορφώνουν τις εξελίξεις είναι, στην Ουκρανία και τις χώρες στα ανατολικά της, πρώην μέλη της Σοβιετικής Ένωσης, στη Μέση Ανατολή και στην ευρύτερη περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού.
Οι επιλογές του Τράμπ έχουν επιταχύνει τη διαμόρφωση νέων γεωπολιτικών και γεωοικονομικών συσπειρώσεων. Ο κόσμος γίνεται πιο πολύπλοκος, πιο αβέβαιος, πιο επικίνδυνος, πιο επιρρεπής στη δημιουργία κάθε είδους κρίσεων.
Οι εξελίξεις αυτές, ενισχύουν τη θέση της Τουρκίας και του Ερντογάν. Αντιθέτως, μειώνεται η θέση της χώρας μας και είναι ορατοί οι κίνδυνοι να βρεθούμε σε καθολική ανισορροπία ισχύος απέναντι στην Τουρκία.
Ο Πούτιν και η Ρωσία σε αντιπαράθεση με την Δύση, είναι ο άλλος διαμορφωτής των εξελίξεων. Αποφασιστικός, χωρίς δημοκρατικές ευαισθησίες, κυνικός και μετρ στους αιφνιδιασμούς, πάντα προσηλωμένος στους στόχους του, με βασικό, ανομολόγητο στόχο, να κάνει τη Ρωσία σύγχρονη αυτοκρατορία. Η επίτευξη του στόχου απαιτεί ασφάλεια στα δυτικά σύνορα και ευρύτερη γεωπολιτική ισχύ και επιρροή.
Αν παρατηρήσουμε λίγο πιο προσεκτικά τις επιλογές του από την ημέρα που παρέλαβε την εξουσία από τον Γιέλτσιν, θα καταλάβουμε εύκολα, πως σταδιακά πλησιάζει τον στόχο του. Το 2000, όταν εκλέχτηκε για πρώτη φορά πρόεδρος της Ρωσίας, η χώρα ήταν στα πρόθυρα της διάλυσης. Ο Γιέλτσιν την είχε πουλήσει στην κυριολεξία στη Δύση, κυρίως στις ΗΠΑ. Έναν χρόνο πριν, το 1999, είχαν ενταχθεί στο ΝΑΤΟ η Πολωνία, η Τσεχία και η Ουγγαρία και λίγο αργότερα, το 2004, οι χώρες της Βαλτικής.
Το 2000 άρχισε η ανασυγκρότησή της, ο Πούτιν, άλλοτε νόμιμα, άλλοτε όχι, πέτυχε να ελέγξει τις τράπεζες, τα ΜΜΕ και τις εταιρείες που εκμεταλλεύονταν, τον ορυκτό πλούτο της. Νιώθοντας ισχυρός, διατηρώντας το πυρηνικό του οπλοστάσιο και εκσυγχρονίζοντας τα συμβατικά όπλα, αρχίζει τις ενέργειες ελέγχου περιοχών της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.
Το 2008 εισβάλει στην Νότια Οσετία, όπου η πλειοψηφία των κατοίκων είναι ρωσικής εθνοτικής ταυτότητας και ήδη είχαν ανακηρύξει την αυτονομία τους από τη Γεωργία, η οποία εκείνη την περίοδο επιλέγει την προσέγγισή της με Δύση. Όταν τον Φλεβάρη του 2014 ανετράπη ο φιλορώσος πρόεδρος της Ουκρανίας Γιανουκόβιτς, μετά από διαδηλώσεις πολλών μηνών -αφορμή η άρνησή του να υπογράψει την αίτηση ένταξης της Ουκρανίας στην ΕΕ- έναν μήνα αργότερα, τον Μάρτη, ο Πούτιν υπέγραψε το διάταγμα προσάρτησης στη Ρωσική Ομοσπονδία, της Κριμαίας, όπου επίσης η πλειοψηφία των κατοίκων είναι ρωσικής εθνοτικής ταυτότητας. Η Κριμαία είχε παραχωρηθεί διοικητικά στην Ουκρανία, από τη Ρωσική Ομοσπονδία το 1954, στα πλαίσια της Σοβιετικής Ένωσης, από τον Νικήτα Χουρτσώφ, που ήταν Ουκρανικής καταγωγής. Μετά την ανατροπή Γιανουκόβιτς, άρχισαν ένοπλες εξεγέρσεις στις ανατολικές περιφέρειες με πυκνό πληθυσμό ρωσικής εθνοτικής ταυτότητας.
Σεπτέμβριος του 2014 συμφωνία «Μίνσκ 1», για κατάπαυση του πυρός, μεταξύ Ουκρανίας, Ρωσίας και ΟΑΣΕ, η οποία δεν έγινε δεκτή από τους φιλορώσους αντάρτες. Ακολουθεί τον Φεβρουάριο του 2015 η συμφωνία «Μίνσκ 2», με 12 σημεία, παρουσία Μέρκελ και Ολάντ. Επίσης δεν εφαρμόστηκαν, με ευθύνη και των δυο πλευρών και φθάσαμε στην εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου του 2022. Η Ρωσία απέτυχε να καταλάβει σε τρεις ημέρες το Κίεβο, όπως έλεγε και η Δύση απέτυχε να γονατίσει τη Ρωσία με τις οικονομικές κυρώσεις.
Ένας πόλεμος αιματηρός και καταστροφικός για την Ουκρανία, αιματηρός και οικονομικά βαρύς για τη Ρωσία, οικονομικά βαρύς για την ΕΕ.
Η εκλογή Τράμπ άλλαξε τα δεδομένα, με τις επιλογές του πίστευε ότι:
1. Θα έπειθε τις δύο πλευρές να προχωρήσουν σε συμφωνία, με παραχωρήσεις από την Ουκρανία, την οποία θεωρούσε ότι θα τρόμαζε, αν σταματούσε τη στρατιωτική βοήθεια και θα του παρέδιδε τον ορυκτό πλούτο της για να αποφύγει την κατάληψη του Κιέβου.
2. Ο Πούτιν, εκτιμώντας την υποστήριξή του, θα έπαιρνε αποστάσεις από την Κίνα, για να ξεκινήσει τον εμπορικό και τεχνολογικό πόλεμο, υπόβαθρο του ευρύτερου γεωπολιτικού πολέμου, που θέλει να ξεκινήσει.
3. Με την αποδοχή των πρακτικών του Πούτιν και ακυρώνοντας ουσιαστικά το ΝΑΤΟ, θα αποσταθεροποιούσε την ασφάλεια των χωρών του ΝΑΤΟ, μελών της ΕΕ, τις οποίες με τον εμπορικό πόλεμο, θα τις εξανάγκαζε, να αποδεχτούν όλες τις επιλογές του.
Έπεσε έξω, η Ουκρανία με την υποστήριξη της ΕΕ και της Βρετανίας, έδειξε να αντέχει και να μην αποδέχεται τον εκβιασμό του Τράμπ. Ο Πούτιν, με τους όρους που έβαλε η αντιπροσωπεία του στην Ουκρανία, στη συνάντηση της Κωνσταντινούπολης, έδειξε ότι θέλει περισσότερα από όσα του υπόσχεται ο Τράμπ, τόσο στην Ουκρανία όσο και στις σχέσεις Ρωσίας-ΗΠΑ.
Ο κύκλος των 100 πρώτων ημερών του Τραμπ στην εξουσία έληξε, χωρίς συμφωνία στην Κωνσταντινούπολη. Ούτε ο Πούτιν μπορεί να κάνει πίσω, ούτε ο Ζελένσκι, υπάρχουν πολλές χιλιάδες νέοι άνθρωποι νεκροί πίσω και από τις δυο πλευρές και δύο σχεδόν κατεστραμμένες οικονομικά και κοινωνικά χώρες.
Ποια η επόμενη ημέρα;
Ο Πούτιν δεν βιάζεται να φθάσει σε συμφωνία. Είναι κυρίαρχος στο πεδίο, μπορεί να αυξήσει τα εδάφη που κατέλαβε. Ο Τράμπ, παρ΄ ότι βλέπει, ότι καταρρέει η προπαγάνδα του για τη γρήγορη λύση του προβλήματος, δεν αντιδρά και δίνει χρόνο στον Πούτιν, να ολοκληρώσει το σχέδιό του.
Ο Τραμπ έχει δυο επιλογές τώρα:
1. Να χρεώσει στον Πούτιν τη συνέχιση του πολέμου και να επιστρέψει στην πολιτική Μπάιντεν, που αποκλείεται για προφανείς λόγους.
2. Να συνεχίσει την ίδια αμφίσημη στρατηγική, η οποία βολεύει τον Πούτιν. Σε αυτή την περίπτωση, όσο και αν οι ευρωπαϊκές χώρες συνεχίσουν να στηρίζουν την Ουκρανία, η κατάρρευσή της στο μέτωπο δεν θα αργήσει.
Η επόμενη ημέρα, μπορεί να είναι καταστροφική για την Ουκρανία, θα είναι όμως οδυνηρή και για τις ευρωπαϊκές χώρες, ειδικά για τις χώρες της ΕΕ, γιατί θα βρεθούν σε κενό ασφάλειας, απέναντι σε μια Ρωσία, που θα έχει προσθέσει όρους για τη μελλοντική εξομάλυνση των σχέσεών της μαζί τους. Ακόμη χειρότερα, θα ενισχυθούν οι φυγόκεντρες δυνάμεις μέσα στην ΕΕ, ενισχυμένες από τη δικαίωση των αρνήσεών τους να υιοθετήσουν την πολιτική των κυρίαρχων δυνάμεων της ΕΕ.
Ο Τραμπ θα έχει πετύχει να αποδυναμώσει την ΕΕ, δεν θα έχει όμως κερδίσει τη συνεργασία του Πούτιν, απέναντι στην Κίνα, θα έχει τεράστια προβλήματα, στο εσωτερικό και τεράστια απώλεια αξιοπιστίας στη διεθνή κοινότητα, σε αντίθεση με τον Πούτιν και τον Σι Τζι Πίνγκ, που θα την έχουν αυξήσει.
Ο Τράμπ στην Μέση Ανατολή, φαίνεται ότι δημιουργεί νέες συμμαχίες, με βάση το μεγάλο απόθεμα κεφαλαίων του Κατάρ, της Σαουδικής Αραβίας και των Εμιράτων.
Το Ισραήλ παύει να είναι ο αποκλειστικός πυλώνας της πολιτικής των ΗΠΑ στην περιοχή. Το Ιράν, με κατεστραμμένους τους συμμάχους του, μπροστά στην καθολική οικονομική κατάρρευση ή θα συνεργαστεί με τις ΗΠΑ ή η θεοκρατική ηγεσία του σύντομα θα ανατραπεί.
Ποιες μπορεί να είναι οι επιλογές της ΕΕ και της χώρας μας;
Επειδή, όλα αυτά μόνο θετικά δεν είναι για την χώρα μας, μήπως πρέπει να τα σκεφτούμε και να αποφασίσουμε τις νέες επιλογές μας, πριν είναι πολύ αργά;
*Ο Γιάννης Μαγκριώτης είναι πρώην υπουργός και βουλευτής του ΠΑΣΟΚ