Skip to main content

Γιατί οι αυτοδιοικητικές εκλογές «θάβονται» στις λάσπες της Θεσσαλίας

Στη Θεσσαλονίκη και την Κεντρική Μακεδονία, όπου τα τελευταία χρόνια δεν έχουν συμβεί μεγάλες καταστροφές, μπορεί η προεκλογική συζήτηση να είναι διαφορετική, αλλά το… συμπέρασμα το ίδιο

Οι φετινές αυτοδιοικητικές εκλογές ήταν εξαρχής άτυχες. Η διπλή εθνική κάλπη Μαϊου και Ιουνίου, με τη λάμψη και την κρισιμότητά της, τις περιθωριοποίησε τους κρίσιμους μήνες πριν από το καλοκαίρι. Ήρθαν μετά ο Ιούλιος και ο Αύγουστος των διακοπών και της έλλειψης ενδιαφέροντος των πολιτών για τα πολιτικά. Και τώρα οι πλημμύρες και οι μεγάλες καταστροφές στη Θεσσαλία ήρθαν να τις αποτελειώσουν. Κυρίως επειδή μέσα στη λάσπη «θάφτηκε» κάθε κουβέντα ή προοπτική για τις δυνατότητες των δήμων και των περιφερειών, που αν και αναμφίβολα είναι οι πιο κοντινοί στον πολίτη θεσμοί, παραμένουν αδύναμοι και αναποτελεσματικοί. Τόσο στα… μικρά θέματα -για παράδειγμα σχεδόν κανένας δήμος στην Ελλάδα δεν παίρνει καλό βαθμό στην αποκομιδή και τη διαχείριση των απορριμμάτων-, όσο και στα… μεγαλύτερα, αφού στη Θεσσαλία, στον Έβρο, στη Ρόδο και όπου συνέβησαν μεγάλες φυσικές καταστροφές οι Περιφέρειες δεν κατάφεραν να λειτουργήσουν ούτε σε προληπτικό, ούτε σε συντονιστικό επίπεδο. Ένας θεσμός που δήθεν δημιουργήθηκε για να βελτιώσει τη λογική των νομαρχιών, έχει καταντήσει απλώς και μόνο ένα πολιτικό βαρόμετρο. Ασφαλώς υπάρχουν εξαιρέσεις, οι οποίες όμως επιβεβαιώνουν τον γενικό κανόνα.

Στη Θεσσαλονίκη και την Κεντρική Μακεδονία, όπου τα τελευταία χρόνια δεν έχουν συμβεί μεγάλες καταστροφές, μπορεί η προεκλογική συζήτηση να είναι διαφορετική, αλλά το… συμπέρασμα το ίδιο. Οι αυτοδιοικητικές εκλογές «βουλιάζουν» στην αμηχανία μιας καθημερινότητας που μοιάζει ακίνητη και ανίκητη. Όπως φαίνεται οι πολίτες έχουν πάρει απόφαση ότι σε τοπικό επίπεδο λίγα πράγματα μπορούν να αλλάξουν μέσω των εκλογών. Γι’ αυτό άλλωστε ο προεκλογικός αγώνας των υποψηφίων περιορίζεται στη λάμψη και την εμβέλεια των προσώπων, ενώ ελάχιστα είναι όσα συζητιούνται για τα προβλήματα που υπάρχουν. Ακόμη λιγότερες είναι οι προτάσεις που ακούγονται, ενώ στην ουσία το σύνολο της αντιπαράθεσης αφορά διαχειριστικά θέματα. Ειδικά στη Θεσσαλονίκη για τα μεγάλα και σοβαρά αναλαμβάνει η… Αθήνα. Εξ’ ου και η αμηχανία στις τοποθετήσεις των υποψηφίων, που αποτελεί ένδειξη ότι μάλλον και οι ίδιοι έχουν πάρει απόφαση ότι λίγα πράγματα στην πόλη μπορούν να αλλάξουν ή να βελτιωθούν. Μόνο που κάτι τέτοιο δεν μπορούν να το παραδεχθούν δημόσια. Διότι αφενός δεν είναι πολιτικώς ορθό και αφετέρου θα ακύρωνε επισήμως την υποψηφιότητά τους. Ορισμένα δεδομένα:  

Πρώτον, ενώ όλοι αναγνωρίζουν ότι η αποκομιδή των απορριμμάτων και η καθαριότητα στη Θεσσαλονίκη έχει πολλά περιθώρια βελτίωσης -για να μην επαναλάβουμε αυτό που πιστεύουν οι περισσότεροι ανάμεσά μας ότι η Θεσσαλονίκη είναι διαχρονικά μια βρόμικη πόλη-, κανείς από τους υποψηφίους δεν μιλάει συγκεκριμένα για το τι θα κάνει με τη μέθοδο, τα μέσα και την οργάνωση της δουλειάς, ενώ επίσης κανείς δεν αξιολογεί την απόδοση της συγκεκριμένης υπηρεσίας. Ούτε με τους εργαζομένους στον τομέα καθαριότητας -πόσοι είναι, πού βρίσκονται, τι κάνουν, πώς ελέγχονται και τα σχετικά- ασχολείται κανείς, σαν κάτι να φοβάται. Για παράδειγμα κανείς υποψήφιος δεν αναφέρεται στο γεγονός ότι ενώ πολύ μελάνι χύθηκε ώστε να προμηθευτούν με τα απαιτούμενα Μέσα Ατομικής Προστασίας, η αποκομιδή απορριμμάτων στους δρόμους της Θεσσαλονίκης γίνεται όπως παλιά, από ανθρώπους οι οποίοι απλώς φορούν ένα ζευγάρι γάντια.

Δεύτερον, η Θεσσαλονίκη έχει εξαιρετικά περιορισμένο ποσοστό πρασίνου, πρόβλημα κοινής αποδοχής , ενώ πανταχού παρούσα είναι η γάγγραινα του κυκλοφοριακού, που οι Θεσσαλονικείς αξιολογούν ως το διαχρονικά μεγαλύτερο πρόβλημα της πόλης. Πρόκειται για δύο θέματα, για τα οποία δεν ακούγονται συγκεκριμένες προτάσεις. Ίσως επειδή οι όποιες λύσεις τους είναι δύσκολες και προϋποθέτουν αποφάσεις που θα θίξουν κεκτημένα δικαιώματα στη Θεσσαλονίκη.  

Με αυτά και με εκείνα οι φετινές αυτοδιοικητικές εκλογές δεν αποκλείεται να αποδειχθούν καθοριστικές και αποκαλυπτικές για τους δήμους και τις περιφέρειες. Να σηματοδοτήσουν, να πιστοποιήσουν και να υπογραμμίσουν την διαρκή έκπτωση δύο θεσμών, που έχουν στόχο να βρίσκονται δίπλα στον πολίτη με σοβαρότητα, αλλά αποτυγχάνουν. Προφανώς γι’ αυτό ευθύνεται πρωτίστως η κεντρική εξουσία που αρνείται να αποκεντρώσει αρμοδιότητες. Κι όταν το κάνει ξεχνάει να αποκεντρώσει και τους απαραίτητους οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους. Το αποτέλεσμα, όμως, παραμένει καταθλιπτικό. Από την άλλη οι πρωταγωνιστές της αυτοδιοίκησης στη χώρα δείχνουν να βολεύονται -ή μήπως να συμβιβάζονται;- στη θέση του ανεύθυνου υπευθύνου. Στις μεν περιφέρειες και τους μεγάλους δήμους οι αξιωματούχοι αποδέχονται ότι οι θέσεις τους είναι πρωτίστως πολιτικές. Στους δε μικρότερους δήμους το… παιχνίδι περιορίζεται στις μικροδιευθετήσεις. Πρόκειται για τακτικές που αποδέχονται και ενίοτε εκμεταλλεύονται οι πολίτες, οι οποίοι άλλωστε ποτέ δεν πόνταραν στους δήμους για τα πιο σοβαρά από τα θέματά τους.