Skip to main content

Γιατί οι εξελίξεις σε ΔΕΘ και Thess Intec αποτελούν αποτυχία για τον ιδιωτικό τομέα της Θεσσαλονίκης

Το πρόβλημα που στην πράξη αντιμετώπισαν η ανάπλαση της ΔΕΘ και το Thess Intec, ώστε να καταλήξουν ολοκληρωτικά στην «αγκαλιά» του κράτους, είναι στην ουσία διπλό

Οι αποφάσεις της κυβέρνησης και οι συνακόλουθες ανακοινώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη για δύο αναπτυξιακά έργα στη Θεσσαλονίκη, την ανάπλαση της Διεθνούς Εκθέσεως και την κατασκευή του Τεχνολογικού Πάρκου 4ης Γενιάς Thess Intec, έχουν διπλή ανάγνωση. Το καλό της υπόθεσης είναι ότι πρόκειται για δύο πρότζεκτ που αναλαμβάνει πλήρως το κράτος κι επομένως δικαιούται κάποιος να ελπίζει ότι κάποια στιγμή, έστω με τις γνωστές καθυστερήσεις των δημοσίων έργων -ή και χωρίς αυτές-, θα ολοκληρωθούν και θα λειτουργήσουν, προσφέροντας δυναμική στην οικονομία της περιοχής. Το κακό νέο είναι ότι οι δύο αυτές εξελίξεις -σε συνδυασμό και με κάποιες άλλες «συγκεκαλυμμένες» πολυετείς και κρίσιμες εκκρεμότητες- σηματοδοτούν την αποτυχία του ιδιωτικού τομέα, τόσο στο επενδυτικό όσο και στο διαχειριστικό επίπεδο. Και μπορεί πρόβλημα μειονεκτικής επιχειρηματικής κουλτούρας να υπάρχει γενικότερα στην Ελλάδα -ενδεχομένως λόγω της ογδοντάχρονης εφαρμογής ενός μοντέλου κρατικού καπιταλισμού που έχει οδηγήσει στην ανάπτυξη κρατικοδίαιτου ιδιωτικού τομέα-, αλλά τα δύο συγκεκριμένα πρότζεκτ «βγάζουν μάτια». Επειδή αφενός στα χαρτιά υπηρετούν το καθένα από έναν φιλόδοξο, πλην θεωρητικά ορθολογικό σχεδιασμό, ενώ αφετέρου η διαχείρισή τους βρέθηκε στα χέρια ανθρώπων της αγοράς, αν και πρόκειται για δημόσια -στην ουσία κρατικά- περιουσιακά στοιχεία. 

Το πρόβλημα που στην πράξη αντιμετώπισαν η ανάπλαση της ΔΕΘ και το Thess Intec, ώστε να καταλήξουν ολοκληρωτικά στην «αγκαλιά» του κράτους, είναι στην ουσία διπλό. Οι εξελίξεις έδειξαν -και απέδειξαν- ότι στην πραγματικότητα ο ιδιωτικός τομέας δεν πολυπιστεύει επενδυτικά, δηλαδή ως δουλειά, ούτε στο ένα ούτε στο άλλο σχέδιο κι έτσι δεν αποφασίζει να διαθέσει κεφάλαια. Και παρά το γεγονός ότι κάποια στιγμή αμφότερα εξελίχθηκαν σε πρότζεκτ κατά βάσιν real estate, δηλαδή διαχείρισης ακινήτων, και πάλι το ενδιαφέρον υπήρξε περιορισμένο και κατέληξε μηδενικό. Άρα πρόκειται για δύο επιχειρηματικά πεδία που η Θεσσαλονίκη -με βάση την αγορά- δεν μπορεί να υπηρετήσει επί της ουσίας, παρά μόνο οριακά. Κατά σύμπτωση την ίδια ημέρα των ανακοινώσεων Μητσοτάκη στη Θεσσαλονίκη, δηλαδή την περασμένη Πέμπτη, έγινε γνωστό ότι στην Αττική και συγκεκριμένα στο Ελληνικό, ο Ιταλικός επενδυτικός όμιλος ΙΟΝ θα διαθέσει περί τα 450 εκατομμύρια ευρώ για τη δημιουργία ενός business hub με ειδικό προσανατολισμό στον τομέα της Έρευνας και της Καινοτομίας, δηλαδή ένα σύγχρονο Τεχνολογικό Πάρκο. Επίσης, είναι γνωστό ότι ο εκθεσιακός τομέας τα τελευταία χρόνια όχι μόνο αναπτύσσεται αλματωδώς στην πρωτεύουσα κι έχει πάρει τα πρωτεία και τη μερίδα του λέοντος από τη Θεσσαλονίκη, αλλά δραστηριοποιείται σε σύγχρονες εγκαταστάσεις, οι οποίες κατασκευάστηκαν, λειτούργησαν και απέδωσαν σε πολύ σύντομο χρόνο. Συγκρίσεις δεν μπορούν να γίνουν. Στη Θεσσαλονίκη η ΔΕΘ – Helexpo «δουλεύει» την ανάπλαση του Εκθεσιακού Κέντρου από το 2012, εδώ και 13 χρόνια, ενώ η κατασκευή του Thess Intec συζητείται από το 2017 και η παραχώρηση από το ΤΑΙΠΕΔ των 760 στρεμμάτων για την κατασκευή του ανακοινώθηκε το 2019, εδώ και έξι ακριβώς χρόνια, και μάλιστα με χρονοδιαγράμματα και χρηματοδοτικούς όρους από την πλευρά του δημοσίου, που δεν έχουν τηρηθεί. 

Το εξόχως απογοητευτικό είναι ότι και στις δύο αυτές περιπτώσεις, σε αντίθεση με την κακή συνήθη πρακτική του δημοσίου να αναθέτει τη διοίκηση των δημόσιων οργανισμών και των δημόσιων επενδύσεων σε παράγοντες που επιλέγονται με κομματικά κριτήρια -συχνά πολιτευτές ή συγγενείς τους, αλλά και τεχνοκράτες με σαφή πολιτική ένταξη-, οι επιλογές στις δύο αυτές περιπτώσεις υπήρξαν διαφορετικές. Στη μεν ΔΕΘ – Helexpo μέχρι σήμερα τα εκτελεστικά μέλη της διοίκησης που «τρέχουν» την ανάπλαση βρίσκονται στη θέση τους από το 2011 αδιαλείπτως, στο δε Thess Intec το πρότζεκτ διαχειρίζεται από την αρχή μέχρι σήμερα η ομάδα των επιχειρηματιών που είχαν την αρχική ιδέα και πίστεψαν σε αυτή. 

Για το τι ακριβώς συνέβη και εξακολουθεί να συμβαίνει και τα δύο αυτά σημαντικά για τη Θεσσαλονίκη πρότζεκτ βραδυπορούν απελπιστικά και στην ουσία έχει αλλάξει ο χαρακτήρας τους, η εξήγηση δεν μπορεί παρά να είναι σύνθετη. Η εμπλοκή του Δημοσίου, στο οποίο ανήκουν οι υπό αξιοποίηση εκτάσεις, λύνει το πρόβλημα της γης, που και στη μία και την άλλη περίπτωση είναι δωρεάν και λειτουργεί ως… παγωμένο κεφάλαιο, βοηθάει στην εξεύρεση και διαμόρφωση χρηματοδοτικών σχημάτων, αλλά παράλληλα συνεπάγεται μια κάπως μεγαλύτερη γραφειοκρατία, απαιτεί διαφάνεια και ασφαλώς υπόκειται σε δημόσιο έλεγχο, που δεν είναι πάντα και σε όλες τις περιπτώσεις επιθυμητός. Σε κάθε περίπτωση, όμως, οι κρίσιμες παράμετροι είναι άλλες. Και συγκεκριμένα η επιχειρηματική ελκυστικότητα των ιδεών και η κατάλληλη προετοιμασία των σχεδίων για να βγουν στην αγορά. Κάτι που -καλώς ή κακώς- κρίνεται μόνο στην πράξη από το αποτέλεσμα, που δεν είναι άλλο από την εξεύρεση των απαιτούμενων κεφαλαίων, τα οποία και στις δύο περιπτώσεις είναι σημαντικά. Τόσο τα 120 εκατ. ευρώ της ανάπλασης -κάποια στιγμή ο λογαριασμός είχε φτάσει και στα 300 – 350 εκατ. ευρώ- όσο και τα 60, 80 ή 100 εκατ. του Thess Intec -αναλόγως της οπτικής γωνίας- είναι σημαντικά ποσά. Τα οποία πλέον, ελλείψει άλλης αξιόπιστης λύσης, θα διαθέσει με τον τρόπο του και μέσω των μηχανισμών του το Ελληνικό Δημόσιο.

Η διοργάνωση εκθεσιακών και συνεδριακών εκδηλώσεων, όπως και η δημιουργία Επιχειρηματικών Πάρκων, δεν είναι δραστηριότητες που ανήκουν ακριβώς στις βασικές υποχρεώσεις του δημοσίου τομέα ενός κράτους. Ειδικά του ελληνικού κράτους. Διότι μπορεί σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες να έχουν αναπτυχθεί ανάλογες υποδομές δημοσίου χαρακτήρα, αλλά πρόκειται για χώρες οι οποίες έχουν λύσει εδώ και δεκαετίες τα βασικά ζητήματα δημοσίων υποδομών και λειτουργίας του κράτους και μπορούν να χρηματοδοτήσουν ευχερώς το κάτι παραπάνω. Στην Ελλάδα, όμως, είναι πολυτέλεια για το δημόσιο, που έχει να καλύψει τόσες και τόσες ελλείψεις και πριν από λίγα χρόνια οδηγήθηκε στη χρεοκοπία, να εμπλέκεται σε δουλειές που δεν είναι πρώτης προτεραιότητας και οι οποίες στη θεωρία τουλάχιστον (θα μπορούσαν να) είναι επιχειρηματικά αποδοτικές. Άλλωστε ιδιώτες με την ιδιότητά του επιχειρηματία τις πρότειναν. Ούτε είναι υποχρέωση του Δημοσίου να καλύπτει ακόμη και τα λειτουργικά έξοδα ολόκληρων συστημάτων, που τελικά όχι μόνο δεν τα… πολυκαταφέρνουν, αλλά αυτοσυστήνονται ως ιδιωτικά. 

Όσο για τη Θεσσαλονίκη και τις αναπτυξιακές της δυνατότητες και κατευθύνσεις ευλόγως εγείρονται ερωτηματικά. Με αφορμή όχι μόνο τα δύο πρότζεκτ που κατέληξαν απολύτως… κρατικοδίαιτα, αλλά και άλλες σοβαρές περιπτώσεις επενδύσεων -ακόμη και φυσικών μονοπωλίων- για τις οποίες ο ιδιωτικός τομέας είτε αδιαφόρησε είτε εκπροσωπήθηκε σε αυτές από ανεπαρκή σχήματα. Τα οποία πορεύονται εν μέσω διαρκών εκκρεμοτήτων κι έτσι θυμίζουν τις κακές στιγμές του δημοσίου τομέα.