Skip to main content

Χωρίς κανένα νόημα οι… μουντζούρες στους τοίχους της Θεσσαλονίκης

Ο τοίχος υπήρξε σε συγκεκριμένες περιόδους πραγματική ψυχή των πραγμάτων. Και ισχυρός πομπός μηνυμάτων. Όχι πια!

Πριν από μερικές εβδομάδες σε πολυκατοικία υπό ανακαίνιση στην οδό Βασ. Όλγας, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, κάποιοι νεαροί προσπάθησαν να αξιοποιήσουν τις σκαλωσιές που ήταν στημένες, ώστε να ανέβουν στους υψηλότερους ορόφους και να γεμίσουν τους τοίχους με γκράφιτι. Για κακή τους τύχη -και για καλή τύχη της πολυκατοικίας- κάποιος τους είδε, ειδοποίησε τον εργολάβο που τους εντόπισε και τους σταμάτησε χωρίς να προλάβουν να κάνουν τη… ζημιά. Διότι εννοείται πως κάθε ελεύθερος τοίχος δεν προσφέρεται για τα γούστα του κάθε καλλιτέχνη -ή δήθεν καλλιτέχνη-, που θεωρεί ότι αλλάζει τον κόσμο με μία μουντζούρα, ούτε για τις ορέξεις του κάθε ιδεολόγου -ή δήθεν ιδεολόγου- που θεωρεί ότι υπονομεύει το καθεστώς γράφοντας ένα -συχνά ασύντακτο και ανορθόγραφο- σύνθημα. Προφανώς ο καθένας έχει δικαίωμα στις… μουντζούρες και τις ιδέες του, αλλά πρόκειται για δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί σε δικό του χώρο, για παράδειγμα στους εσωτερικούς τοίχους του σπιτιού του ή σε ένα μπλοκ ιχνογραφίας.

Εννοείται πως όσοι μουτζουρώνουν τοίχους στη Θεσσαλονίκη -και όπου αλλού- πέραν τού τι θέλουν να ζωγραφίσουν ή να συνθηματολογήσουν έλκονται και από τη διαδικασία. Το κάνουν στα κρυφά, συχνά αργά το βράδυ, σαν τους κλέφτες που προσπαθούν να ξεφύγουν από τους… αστυνόμους, ώστε να αισθάνονται ότι κατά κάποιο τρόπο παρανομούν κι έτσι να αυξάνεται η αδρεναλίνη τους. Πιστεύουν ότι βγάζουν τη γλώσσα στο σύστημα, ακριβώς κάτω από τη… μύτη του. Δεν είναι δηλαδή μόνο τι απεικονίζουν ή τι προπαγανδίζουν, αλλά και πώς το κάνουν. Ενδεχομένως ονειρεύονται ότι η νυχτερινή… πειρατεία τους θα αιφνιδιάσει το πρωί τη γειτονιά. Και ίσως να συμβαίνει αυτό σε κάποιες περιπτώσεις. Εκείνο που σίγουρα δεν συμβαίνει είναι αυτές οι ενέργειες να προβληματίζουν ή να επηρεάζουν τον οποιονδήποτε επί της ουσίας. Ίσως επειδή πρόκειται για ξεπερασμένες επαναλαμβανόμενες κοινοτυπίες. Ίσως ακόμη επειδή συνήθως τέτοιες παρεμβάσεις δεν αντέχουν ούτε σε αισθητικό επίπεδο. Αντίθετα δημιουργούν δυσάρεστα συναισθήματα και μουντζουρώνουν μια πόλη όπως η Θεσσαλονίκη, που έτσι κι αλλιώς από μόνη της έχει αρκετά άσχημα σημεία. Δεν χρειάζεται… βοήθεια. Σχετική έκκληση για εθελοντές που θα καθαρίζουν και θα μπογιατίζουν τους τοίχους από τα άναρχα γκράφιτι έκανε πρόσφατα ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Στέλιος Αγγελούδης. Και έχει δίκιο. Διότι τέτοιους είδους ασχήμιες γίνονται παντού, συχνά μπροστά από μνημεία, τα οποία πολύς κόσμος επισκέπτεται, ή έξω από σχολεία, τα οποία από μέσα ο δήμος, οι δάσκαλοι, οι μαθητές και οι σύλλογοι γονέων προσπαθούν να τα διατηρήσουν ευπρόσωπα και καθαρά -προς όφελος των μικρών παιδιών, και απ’ έξω κάποιοι αποφασίζουν να… εκτονωθούν! Πριν από μερικά χρόνια τέτοιους βανδαλισμούς είχαν κάνει οπαδοί ομάδας της Θεσσαλονίκης -στο όνομα της αδικίας- στους τοίχους του Λευκού Πύργου, τους οποίους οι αρχαιολόγοι καθάριζαν με οδοντόβουρτσες!

Η… γλώσσα του τοίχου έχει μακρά και ένδοξη σε ορισμένες περιόδους ιστορία. Πολλοί τοίχοι μίλησαν σε εποχές που ούτε οι άνθρωποι ούτε τα μέσα ενημέρωσης, ούτε οι δημοσιογράφοι ούτε οι ποιητές, ούτε κανείς μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Μόνο που όταν συνέβαινε κάτι τέτοιο, για παράδειγμα στην Κατοχή που οι πατριώτες έγραφαν τη λέξη «Ελευθερία» για να εμψυχώσουν τον κόσμο ή στη δικτατορία που οι αντιστασιακοί έγραφαν «Κάτω η χούντα», για να θυμίσουν ότι δεν συμφωνούν όλοι με το καθεστώς, υπήρχε πραγματικό νόημα. Ήταν πράξη γενναιότητας και απελπισίας, αφού δεν υπήρχε άλλη διέξοδος. Και γι’ αυτό ο κίνδυνος για τους παράτολμους που το έκαναν ήταν μεγάλος και κυρίως… πραγματικός. Στην Κατοχή πολλοί το πλήρωσαν με τη ζωή τους, αφού οι Ναζί τούς εκτελούσαν επιτόπου, και στη δικτατορία με φυλακή και εξορία. Γι’ αυτό και στη μεταπολίτευση ένα βιβλίο με εξαιρετική εμπορική επιτυχία ήταν το «Εμπρός στον έτσι που χάραξε ο τέτοιος», στο οποίο ο δημοσιογράφος Γιάννης Δημαράς είχε συγκεντρώσει φωτογραφίες από πολιτικά και άλλα συνθήματα στους δρόμους της Αθήνας, εκείνη τη φορτισμένη περίοδο. Σήμερα προφανώς πρόκειται για ενέργεια εκ του ασφαλούς, αφού οι μόνοι που την αντιλαμβάνονται ως… αντίσταση και… παρανομία, είναι μόνο οι ίδιοι οι αυτοπαραμυθιασμένοι αντιστασιακοί, που από παίζουν κρυφτούλι χωρίς κανένας να τα φυλάει και χωρίς κανείς να τους ψάχνει. Εκτός κι αν υπάρχει έννομο συμφέρον, όπως στην περίπτωση της λαθραίας ανάβασης στη σκαλωσιά. Δεν είναι τυχαίο ότι στο δημοφιλέστερο κοινωνικό δίκτυο του πλανήτη, στο facebook, ο χώρος στον οποίον μπορείς να γράψεις τα σχόλια σου ή να γράψουν οι φίλοι σου τα δικά τους ονομάζεται… τοίχος.

Για να μην αδικούμε κανέναν αξίζει να διευκρινίσουμε δύο – τρία πράγματα. Προφανώς οι ιδέες είναι απολύτως χρήσιμες, καθώς ο πόλεμος των ιδεών δεν θα σταματήσει ποτέ όσο πάνω στον πλανήτη Γη υπάρχουν άνθρωποι. Έτσι προχωράει η ζωή, η κοινωνία, ο πολιτισμός. Μόνο που, πλέον, υπάρχουν άπειροι τρόποι -καθόλου καταναγκαστικοί και σαφώς θεσμικοί- για να εκφραστεί ο καθένας με απόλυτη ελευθερία. Ο τοίχος υπήρξε σε συγκεκριμένες περιόδους πραγματική ψυχή των πραγμάτων. Και ισχυρός πομπός μηνυμάτων. Όχι πια! Όσο για τα γκράφιτι, επίσης προφανώς συνιστούν εικαστικό δρώμενο, δηλαδή τέχνη, αλλά επίσης η άσκησή τους υπόκειται σε προϋποθέσεις, κυρίως στη συναίνεση όσων διαχειρίζονται κάποιον τοίχο, τόσο για τη χρήση του όσο και για το θέμα. Όλα τα υπόλοιπα συνιστούν περιθωριακές συμπεριφορές, που απλώς υπογραμμίζουν την αντικοινωνικότητα όσων επιλέγουν αυτό τον τρόπο έκφρασης και επικοινωνίας.

ΥΓ. Το 1965, πριν δηλαδή από τη χούντα των Συνταγματαρχών, η Κωστούλα Μητροπούλου, θέλοντας να δείξει την έκπτωση και όχι τη ματαιότητα των πραγμάτων, έγραψε τους στίχους για ένα τραγούδι για τοίχους και συνθήματα στην περίοδο της Κατοχής. Το μελοποίησε ο Μάνος Λοΐζος και λίγα χρόνια αργότερα, επειδή το περιεχόμενό του ταίριαζε κουτί στα μαύρα χρόνια της χούντας των Συνταγματαρχών, απαγορεύτηκε κι έγινε αναπόσπαστο κομμάτι από το σάουντρακ της αντίστασης.

«Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία /
κάποιος την έγραψε στον τοίχο με μπογιά /
ήταν μια λέξη μοναχά ελευθερία /
κι έπειτα είπαν πως την έγραψαν παιδιά. /
Κι ύστερα κύλισε ο καιρός κι η ιστορία /
πέρασε εύκολα απ’ τη μνήμη στην καρδιά /
ο τοίχος έγραφε μοναδική ευκαιρία /
εντός πωλούνται πάσης φύσεως υλικά. /
Τις Κυριακές από νωρίς στα καφενεία /
κι ύστερα γήπεδο, στοιχήματα, καυγάς /
ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία /
είπανε όμως πως την έγραψαν παιδιά».