Με εξαίρεση την πανδημική περίοδο, η αγορά με την ευρύτερη έννοια κινείται περισσότερο την περίοδο των Χριστουγέννων. Είναι κανόνας. Αυτό συνέβαινε ακόμη και στα μαύρα χρόνια, όταν έβρεχε κάθε τρεις και λίγο μνημόνια, τότε που τα ψαλίδια πηγαινοέρχονταν ασταμάτητα. Τώρα, εάν ζουμάρουμε λίγο περισσότερο στη φετινή εορταστική -μέχρι σήμερα- περίοδο, θα ομονοήσουμε πως η αγορά της Θεσσαλονίκης κινήθηκε. Το πόσο ακριβώς θα το μάθουμε το επόμενο διάστημα από τους φορείς. Τον Εμπορικό Σύλλογο, τα επιμελητήρια, τους ξενοδόχους και τους εκπροσώπους της εστίασης και της διασκέδασης. Η γενική αίσθηση είναι πως δούλεψαν, τα νούμερα θα τα δείξει το ταμείο την επαύριο των εορτών.
Όποιος περπάτησε στο κέντρο της Θεσσαλονίκης όλες τις προηγούμενες μέρες, θα είδε μιλιούνια κόσμου στους δρόμους, στα πεζοδρόμια, στα καταστήματα κάθε λογής. Βέβαια, εάν σε αυτές τις εικόνες βλέπαμε και τις αντίστοιχες… σακούλες, τότε θα λέγαμε με σιγουριά πως η αγορά δούλεψε καλά. Όμως αυτό δεν πάει ακριβώς έτσι. Οι περισσότεροι ξεκινάμε με τις αναγνωριστικές βόλτες για τις τιμές που παίζουν και καταλήγουμε στις ανελαστικές δαπάνες. Είναι αυτές που έχουν να κάνουν με δωράκια για βαφτιστήρια και γενικότερα όσες έχουν να κάνουν με παιδιά. Στα υπόλοιπα πάμε μετρημένα και αναγκαστικά συνετά. Κι αν αυτές οι αγορές εστιάζονται στην ένδυση, στην υπόδηση, είναι πλέον ολοφάνερο πως το αστέρι των Χριστουγέννων δεν οδηγεί πολύ εύκολα τον καταναλωτή στο ταμείο.
Στον αντίποδα βέβαια όλων αυτών, οι κατεξοχήν ανελαστικές είναι οι αγορές στα σούπερ μάρκετ. Εκεί αυτές τις μέρες έγινε πραγματικά το «έλα να δεις». Παρόλο που τα στοιχεία έδειχναν εδώ και μέρες πως το χριστουγεννιάτικο τραπέζι ήταν πιο ακριβό από πέρυσι τουλάχιστον κατά 20% -το περσινό ήταν πιο ακριβό από το προσερσινό και πάει λέγοντας- στα ταμεία των σούπερ μάρκετ οι ταμειακές πήραν φωτιά. Ειδικά το προηγούμενο τετραήμερο πρέπει να έγιναν τζίροι απίστευτοι.
Κι εδώ, αφού μιλάμε για… γεννήσεις, γεννιούνται και οι απορίες. Πώς τα βγάζουν πέρα οι καταναλωτές, από πού προκύπτουν εισοδήματα που γεμίζουν καροτσάκια-βουνά. Πώς ενώ διανύουμε εποχές πανθομολογούμενης πρωτόγνωρης ακρίβειας και ασύστολης αισχροκέρδειας, τόσοι πολλοί καταναλωτές βρίσκουν τον τρόπο να τα βγάλουν πέρα κι οι περισσότεροι από αυτούς δεν ξέρουν τι είναι το POS και πληρώνουν μετρητά; Το έχει πει βέβαια ο εθνικός μας τραπεζίτης ο κ. Στουρνάρας, πως η παραοικονομία αγγίζει τα 60 δισ. ευρώ στη χώρα και το μαύρο χρήμα ρέει ακόμη άφθονο για πολλούς.
Ανάλογο το σκηνικό και στον χώρο της διασκέδασης, όπου οι τιμές προσομοιάζουν για μια και μόνο βραδιά με ανεξόφλητο λογαριασμό ρεύματος. Κι εκεί τα περισσότερα είναι τα παιδιά μας, ανελαστική δαπάνη κι αυτή, να βγουν να διασκεδάσουν η ώρα τους είναι, εμείς οι μεγάλοι τη βγάζουμε και με ένα κρασάκι στο σπίτι με παρέα και μουσική από το youtube.
Δεν γίνεται από τη μια να λέμε -κι έτσι είναι- πως οι μισθοί δεν φτάνουν να βγει ο μήνας και την ίδια ώρα να βλέπουμε να «καίγονται» μισθοί σε dt στα ταμεία των σούπερ μάρκετ και των κλαμπ. Τελικά, υπάρχουν λεφτά ή, αλλιώς, όσα λεφτά υπάρχουν ξοδεύονται κυρίως σε δαπάνες ανελαστικές, φαγητό και διασκέδαση; Καθότι… εξαιρετικοί εμείς λοιπόν, φαίνεται ότι πάμε με τις εξαιρέσεις. Τα βρίσκουμε όπως τα βρίσκουμε, όσοι τα βρίσκουμε, με ελιγμούς και τσαλιμάκια, τα ξοδεύουμε για τραπέζια και ποτά, αμελούμε λίγο και τις οικονομικές υποχρεώσεις, τα πάμε όλα λίγο πιο πίσω, ζούμε το εθνικό μας όνειρο, ζούμε τον μύθο μας κι έχει ο Θεός.
Χρόνια μας πολλά!