Skip to main content

Ιστορίες Παλιάς Θεσσαλονίκης: Μια βόλτα στην αγορά της πόλης παραμονή Χριστουγέννων τη δεκαετία του ΄80

Στον Φωκά, στον Κλαουδάτο, στον Κατράντζο, στον Λαμπρόπουλο. Εκεί συνωστίζονταν τέτοια μέρα οι Θεσσαλονικείς, αλλοτινής εποχής, για τα ψώνια και τα δώρα. Μια αναδρομή, πολλές αναμνήσεις

Ήταν η Polaroid που έβγαζε φωτογραφίες στη στιγμή, ήταν ο Αϊ Βασίλης που είχε έρθει από μακριά, ήταν η καλή διάθεση μικρών και μεγάλων που ετοιμαζόταν για τα Χριστούγεννα, ήταν όλα μαζί που τέτοια μέρα κατέβαζαν χιλιάδες κόσμου στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.

Αλλοτινές εποχές, εκεί στη δεκαετία του ΄80 που παραμονή Χριστουγέννων όλοι είχαν βάλει στο πρόγραμμα μια βόλτα στην αγορά. Έτσι λεγόταν τότε το κέντρο της πόλης, κάθε πόλης. Στην αγορά με τα πολλά καταστήματα, όλα στολισμένα γιορτινά, όλα με κεράσματα στην είσοδο και στην πλατεία Αριστοτέλους ο Αϊ Βασίλης με μια μεγάλη κουδούνα προσκαλούσε τα παιδιά να βγουν μαζί του φωτογραφία... με μια Polaroid που την εκτύπωνε στη στιγμή.

Στην Τσιμισκή, στη Μητροπόλεως, στην Ερμού, στη Βενιζέλου μέχρι πάνω, στην Εγνατία, στην Αριστοτέλους, στη Βαλαωρίτου και στην παραλιακή Λεωφόρο Νίκης, η μπάντα του Παπάφειου έπαιζε τα κάλαντα, άλλες μικρότερες μπάντες και παιδιά με μουσικά όργανα έψαλλαν επίσης τα κάλαντα, στη Βασιλέως Ηρακλείου και στα γύρω στενά στηνόταν μικρά, αυτοσχέδια γλέντια. Η Θεσσαλονίκη γιόρταζε τα Χριστούγεννα με κέφι.

Image

 

Η εικόνα των δρόμων ήταν περίπου ως εξής: Η Τσιμισκή είχε τα μεγάλα και σχετικά ακριβά καταστήματα, στη Μητροπόλεως είχαν την έδρα τους γνωστές φίρμες για γερά πορτοφόλια, η Ερμού και η Αγίας Σοφίας απευθύνονταν στη μεσαία οικονομικά τάξη και η Εγνατία στα λαϊκά στρώματα, ενώ η Προξένου Κορομηλά τη δεκαετία του ΄80 είχε μόνο μπαράκια και καθόλου εμπορικά.

Στην είσοδο των πολυκαταστημάτων μεγάλα τρενάκια έκαναν θόρυβο με τις μηχανές τους κι αγκομαχώντας έμπαιναν σε τούνελ, ανέβαιναν λόφους και περνούσαν γέφυρες.

Όλα τα μεγάλα καταστήματα μετέφεραν για τις μέρες των γιορτών στο ισόγειο των τμήμα των παιχνιδιών. Κι εκεί τα πιτσιρίκια έβρισκαν τα αγαπημένα τους παιχνίδια. Το View Master που είχε έρθει από το εξωτερικό έκανε θραύση, παρά το εκνευριστικό τσικ τσακ, τσικ τσακ. Ήταν η εποχή που βγήκε στην αγορά το Ατάρι, προκάτοχος του σημερινού Play Station, αλλά υπήρχαν και τα κλασικά μεγάλα τρενάκια με μπαταρίες. Ένα από τα πιο δημοφιλή παιχνίδια, αγαπημένο των κοριτσιών, ήταν το Πιτσιποπάκι, μια κούκλα-μωρό με φορμάκι άσπρο, μπλε ή ροζ, που όταν έλυνες το φιογκάγκι της μέσης, αποκαλύπτονταν ένα «μικρό μυστικό», όπως έλεγε και η διαφήμιση... φαινόταν το ποπουδάκι του. Μεγάλη απήχηση είχε και η Παπαπούφα, μια ιστορική παραγωγή της El Greco, μια κούκλα με μηχανισμό που μιλούσε, αλλά και ο Αγκαλίτσας. Στα πιο... εξελιγμένα παιχνίδια ήταν ο Φωτεινός Παντογνώστης, και το Μαγικό Τηλέφωνο ή Στρουμφοτηλέφωνο που πατώντας το 5 έβγαινε στη γραμμή ο Χαχανούλης με το ασταμάτητο γέλιο του.

Image


Ένα από τα πιο γνωστά παιχνιδάδικα ήταν ο Αρώνης, στο Καπάνι. Τέτοια μέρα πολύς κόσμος κυκλοφορούσε με τις γνωστές σακούλες που έγραφαν «Παιχνίδια Αρώνης» (με κεφαλαία γράμματα), οι περισσότερες τεράστιες και ασήκωτες.

Στον Λαμπρόπουλο, στην Τσιμισκή, ένα πολυώροφο κατάστημα που στολιζόταν γιορτινά ήδη από το τέλος Νοεμβρίου, οι εκπλήξεις δεν έλειπαν. Ο Μάικ Λαμάρ και η σέξι βοηθός του βρισκόταν στον 7ο όροφο και έκαναν τα μαγικά τους που καθήλωναν: λαγοί έβγαιναν από καπέλα, μπαλόνια δεν έσκαγαν, τράπουλες, τρικ, άφηναν άφωνους μικρούς και μεγάλους και ο ιταλικής καταγωγής ταχυδακτυλουργός -που μάλιστα φοίτησε 6 μήνες σε ειδική σχολή στο Λονδίνο- εισέπραττε το πιο δυνατό χειροκρότημα. Και ήταν τόσος ο κόσμος που έσπευδε στου Λαμπρόπουλου για να τον δει, που κάποιοι περίμεναν υπομονετικά στην ουρά... οι περισσότεροι ανάλωναν την ώρα τους σε ψώνια. Ο Λαμπρόπουλος, με τις ηλεκτρικές σκάλες, ήταν το πιο... ευρωπαϊκό πολυκατάστημα της πόλης, αφού εκεί υπήρχαν γνωστές μάρκες για φουσκωμένα πορτοφόλια.

Image

 


Στον Κατράντζο, στον Φωκά, στον Κλαουδάτο, στον Λαμπρόπουλο, στον Πανίδη οι γιορτές είχαν μια ιδιαίτερη λάμψη. Εντυπωσιακός στολισμός, κυρίως σε χρυσό και ασημί χρώμα, με πρωτότυπες εγκαταστάσεις και πανύψηλα χριστουγεννιάτικα δέντρα, φορτωμένα μεγάλες μπάλες και πολύχρωμα λαμπιόνια. 

Οι ιδιοκτήτες και οι υπεύθυνοι των καταστημάτων μελετούσαν καιρό πριν αντίστοιχες βιτρίνες του εξωτερικού -που έτσι κι αλλιώς στολίζονταν νωρίτερα- για να πάρουν ιδέες.

Ο Κλαουδάτος είχε πάντα εντυπωσιακή βιτρίνα και το χαρακτηριστικό του ήταν πως διέθετε στο καταναλωτικό κοινό από τρόφιμα -τύπου ντελικατέσεν- μέχρι είδη του σκι, ενώ στου Φωκά έβρισκε κανείς εσώρουχα, ενδύματα, υποδήματα, αξεσουάρ.

Ένα εξίσου γνωστό κατάστημα στο κέντρο ήταν του Πετμεζά με υφάσματα και ρετάλια που έκανε μεγάλη κατανάλωση. Ακόμη και σήμερα οι παλιότεροι θυμούνται τη χαρακτηριστική ραδιοφωνική διαφήμιση, την οποία έντυναν οι φωνές του Πάνου Γαβάλα και του Μίμη Φωτόπουλου: «κι αν φτωχαδάκια είμαστε, και αν μας δέρνει η γκίνια, ας είν καλά αγάπη μου του Πετμεζά η φτήνια».

Στη «Μέλκα» με νεωτερισμούς στη γωνία Τσιμισκή με Βενιζέλου, συνωστίζονταν νέοι και νέες για να ενημερωθούν για την τελευταία λέξη της μόδας και η ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στον πάνω όρο έτριζε από τα τακουνάκια, ενώ η μυρωδιά από τα υφάσματα και η χρυσόσκονη από τα στολίδια έκαναν την εικόνα μαγική και άκρως γιορτινή.
Οι νεαρές μητέρες αναζητούσαν επώνυμα, ευρωπαϊκά ρούχα για τα παιδιά στο κατάστημα «Μέλισσα», εκεί όπου νωρίτερα περνούσαν νονοί και νονές με τα βαφτιστήρια για τα δώρα.

Image

 

Σε κάποια καταστήματα που λειτουργούσε ακόμη το τεφτέρι, οι έμποροι είχαν μεγάλη χαρά, γιατί πήγαιναν παραμονες γιορτών οι πελάτες να ξοφλήσουν το χρέος. Κι αφού η μαύρη γραμμή διέγραφε την οφειλή, οι πελάτες έπαιρναν ένα μικρό δωράκι ως αναμνηστικό και ως ευχή για τη νέα χρονιά.
 

Στον Βλαχοδήμο για δερμάτινα, στον Καρύδα για παπούτσια, στο Ερμείον για γυαλικά και δώρα, στην Ευρωπαία για είδη σπιτιού, στη Φαμ Κιούκα για ρούχα πρετ α πορτέ, στον Φωκά για ενδύματα, στον Ανθομελίδη και στο Άκρον Ίλιον Κρυστάλ, αλλά και στον Κατράντζο, ιδρυτής του οποίου ήταν ο τερματοφύλακας του Άρη τη δεκαετία του ΄30, Νίκος Κατράντζος, τούτη τη μέρα γινόταν το αδιαχώρητο από κόσμο. Στο Κατράντζος sport μάλιστα που είχε κυρίως αθλητικά είδη και μπουφάν, πάντα υπήρχαν εκπλήξεις για τους πελάτες και τους περαστικούς.

Και δεν ήταν μόνο οι Θεσσαλονικείς που κατέβαιναν παραμονή Χριστουγέννων για ψώνια. Πολύς κόσμος ερχόταν με τα ΚΤΕΛ από όλη τη βόρεια Ελλάδα για να ζήσουν το γιορτινό κλίμα σε μια μεγαλούπολη.
Στις γειτονιές κάποιοι χωρικοί έφερναν και πουλούσαν γαλοπούλες -ναι, ζωντανές- τις οποίες οδηγούσαν μέσα στα δρομάκια με ένα καλάμι. Οι νοικοκυρές αγόραζαν το ζωντανό και μετά αναζητούσαν κάποιον γείτονα για να το σφάξει, αν και αυτό συνέβαινε περισσότερο τις προηγούμενες μέρες, λίγες γαλοπούλες είχαν φτάσει ζωντανές ως την παραμονή των Χριστουγέννων. Είπαμε αλλοτινές εποχές...

Τα ζαχαροπλαστεία μύριζαν φρέσκο βούτυρο, ψημένο καρύδι και μέλι. Ουρές σχημάτιζαν οι οικογένειες έξω από τον Τερκενλή, τον Αγαπητό, τον Αργυρόπουλο. Μαζί με τα μελομακάρονα, τους κουραμπιέδες, τις πάστες, τα παιδιά έπαιρναν δώρο κι ένα κατακόκκινο γλειφιτζούρι.

Και φυσικά απαραίτητη αγορά τέτοια μέρα ήταν ο φρεσκοκομμένος καφές από του Λουμίδη, στη γωνία Τσιμισκή με Βενιζέλου. Ελληνικός καφές με αρωματικό χαρμάνι, ξανθός, σκούρος ή κανονικός κι όπως έλεγε κι εκείνη η πρώτη διαφήμιση «Καφές Λουμίδη: αρέσει ακόμη και στην πεθερά σας».

Η αγορά της Θεσσαλονίκης τη δεκαετία του ΄80 είχε μια αρχοντιά. Οι ετοιμασίες για τον εορταστικό διάκοσμο ξεκινούσαν από νωρίς. Οι έμποροι πήγαιναν σε εκθέσεις του εξωτερικού και έπαιρναν ιδέες. Καθώς δεν υπήρχε το ίντερνετ και τα social media, όλα γινόταν από στόμα σε στόμα, από τα ξένα περιοδικά και από τις εκθέσεις.

Image

 

Σαράντα χρόνια μετά, η εικόνα της πόλης, της αγοράς, του εμπορίου και των καταναλωτικών συνηθειών άλλαξε. Κόσμος υπάρχει στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, που επίσης ψωνίζει, αλλά δεν γίνεται αυτός ο χαμός, ούτε περιμένουν όλοι τη σημερινή μέρα για τα ψώνια τους. Κυρίως κάνουν βόλτα, απολαμβάνουν έναν καφέ ή φαγητό, βλέπουν φίλους, χαζεύουν βιτρίνες.

«Δύο είναι τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της αλλαγής: Πρώτον οι καταναλωτές μετακινήθηκαν από το κέντρο στα πολυκαταστήματα που βρίσκονται εκτός και δεύτερον αρκετοί επιλέγουν να κάνουν τα ψώνια τους ηλεκτρονικά», λέει στη Voria, ο Α΄ αντιπρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης, Μανόλης Βλαχογιάννης.

Ήταν στην αρχή η Fena που άνοιξε στον Φοίνικα, το 2005 το Μediterranean Cosmos, στην πορεία και άλλα μικρότερα εμπορικά κέντρα και οι συνήθειες των καταναλωτών άλλαξαν.

Είτε στο κέντρο, είτε στα ανατολικά, είτε στα δυτικά, η Θεσσαλονίκη παραμένει πανέμορφη τις γιορτές. Οι αναμνήσεις είναι για να θυμούνται οι παλιότεροι και να γνωρίζουν οι νεότεροι -όπως συνηθίζουμε να λέμε-, αλλά η βόλτα στη στολισμένη αγορά παραμένει μια εμπειρία δυνατή για όλους: μικρούς, μεγάλους, νέους, λιγότερο νέους, ντόπιους και ξένους.

Η αγορά θα είναι ανοιχτή σήμερα ως τις 18.00... Προλαβαίνετε... Καλά Χριστούγεννα