Ένα ασημένιο σφυρί σε ένα ιδρωμένο χέρι του ανθρώπου που έδειξε επιμονή και σταθερότητα στην απόφασή του μέχρι την τελευταία στιγμή, άλλαξε τη φυσιογνωμία της Θεσσαλονίκης, στα τέλη του 19ου αιώνα. Το ημερολόγιο έδειχνε 17 Νοεμβρίου του 1870 και ο Σαμπρί Μεχμέτ πασάς, ο άρχων της Οθωμανικής Διοίκησης, φορώντας την πλουμιστή κάπα του και το τσόχινο φέσι του στάθηκε αγέρωχος στην παραλία, στο ύψος του Λευκού Πύργου. Χωρίς να διστάσει πήρε ένα ασημένιο σφυρί και χτύπησε τις βαριές πέτρες. Μια, δυο, τρεις φορές κι οι πρώτες πέτρες έπεσαν κι ύστερα έπιασαν δουλειά οι εργάτες που με πιο μεγάλα σφυριά συνέχισαν το γκρέμισμα. Ένας μηχανικός, που οι πηγές τον θέλουν να λεγόταν Βιτάλι, έτρεξε και πήρε την πρώτη πέτρα που έριξε η σφυριά του Σαμπρί πασά. «Σπουδαίο αναμνηστικό», ψιθύρισε.

Το έργο της κατεδάφισης του παραθαλάσσιου τείχους της Θεσσαλονίκης είχε μόλις αρχίσει. Το -πιθανόν- Θεοδοσιανό τείχος, πάχους σχεδόν 3 μέτρων άρχισε να καταρρέει απελευθερώνοντας το θαλάσσιο μέτωπο της πόλης. Ακριβώς έναν χρόνο μετά η κατεδάφιση είχε ολοκληρωθεί και άρχισαν οι εργασίες κατασκευής της προκυμαίας.
Γεννημένος στην μικρή πόλη Μπαγιντίρ, νοτιοανατολικά της Σμύρνης περίπου στα 1819-1820, ο Σαμπρί πασάς θεωρείται αναμορφωτής της Θεσσαλονίκης και παρότι έμεινε περίπου 2,5 χρόνια -ήρθε τον Φεβρουάριο του 1869 για να αντικαταστήσει τον Ακήφ πασά και αποχώρησε τον Σεπτέμβριο του 1871- συνδέεται με δύο πολύ σπουδαία έργα, την αναμόρφωση του λιμανιού και τον εκσυγχρονισμό του σιδηροδρομικού δικτύου. Γι΄αυτό άλλωστε και μία από τις κεντρικές οδούς της πόλης, έφερε το όνομά του-η σημερινή οδός Βενιζέλου.

Ο Σαμπρί πασάς πέθανε το 1879 κι έτσι δεν πρόλαβε να δει την πλήρη ανάπτυξη του λιμανιού με τις νέες, μεγάλες αποθήκες και το εντυπωσιακό κτήριο του τελωνείου.
«Αργήσαμε» φέρεται να είπε στους συνεργάτες του την ώρα που άφησε το σφυρί από τα χέρια του και έδωσε το σύνθημα να ξεκινήσουν οι εργάτες την κατεδάφιση του παραθαλάσσιου τείχους. Γνώριζε άλλωστε πως ήδη 10 χρόνια πριν, στα 1860 είχαν γκρεμιστεί τα τείχη της Αμβέρσας και της Βαρκελώνης, ενώ μεγάλες πόλεις του μεσογειακού χώρου, όπως η Γένοβα, η Μασσαλία, το Αλγέρι, η Αλεξάνδρεια, η Σμύρνη και η Κωνσταντινούπολη είχαν αποκτήσει σύγχρονα λιμάνια με προκυμαίες που έφεραν νέου τύπου κτήρια και εγκαταστάσεις.
Ο Μοδιάνο φέρνει το οπλισμένο σκυρόδεμα…
Στις αρχές του 20ου αιώνα κι ενώ η κίνηση στο λιμάνι αυξάνονταν, πλοία πήγαιναν και έρχονταν μεταφέροντας εμπορεύματα και ανθρώπους, έτσι προέκυψε η ανάγκη για την κατασκευή ενός νέου τελωνείου, ο θεμέλιος λίθος του οποίου μπήκε τον Αύγουστο του 1910 από τον ίδιο τον υπουργό Οικονομικών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Μεχμέτ Τζαβίντ Μπέη. Διόλου τυχαία η επιλογή, αφού ζήτησε ο ίδιος να βάλει τη σφραγίδα του σε αυτό το μεγάλο έργο στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Ο Τζαβίντ Μπέης σπουδαίος οικονομολόγος και εκδότης εφημερίδας, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1875 από οικογένεια Ντονμέδων (εξισλαμισμένοι Εβραίοι) και εκλέχτηκε το 1908 βουλευτής της πόλης στο Οθωμανικό Κοινοβούλιο, όπου και έμεινε στη θέση αυτή ως το 1912. Βοήθησε σημαντικά τη γενέτειρά του με τη χρηματοδότηση μικρών και μεγάλων δημόσιων έργων, ενώ είχε φρικτό τέλος, καθώς εκτελέστηκε στην Άγκυρα στις 26 Αυγούστου 1926 μετά από την καταδίκη του για εμπλοκή σε συνωμοσία κατά του Κεμάλ Ατατούρκ.
Παράλληλα με το κτήριο του τελωνείου την ίδια περίοδο και με τη μεσολάβηση του Τζαβίντ Μπέη διευρύνθηκαν τα κρηπιδώματα, έγινε εκβάθυνση του λιμανιού, κατασκευάστηκαν δύο προβλήτες και ένας κυματοθραύστης, αλλά και αποθήκες.

Για την έναρξη της κατασκευής του νέου κτηρίου τελωνείου στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, κατατέθηκαν 60.000 τουρκικές λίρες από την Οθωμανική Υπηρεσία Διαχείρισης Έμμεσων Φόρων και τον μειοδοτικό διαγωνισμό κέρδισε ο μηχανικός Ελί Μοδιάνο, της γνωστής σεφαραδίτικης οικογένειας, γιος του τραπεζίτη Γιακό Μοδιάνο, με σπουδές στη φημισμένη École Centrale des Arts et Manufactures του Παρισιού. Όταν ο Ελί Μοδιάνο ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη γαλλική πρωτεύουσα, επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη και ξεκίνησε να αναλαμβάνει δημόσια και ιδιωτικά έργα, ενώ σημαντική ήταν η συμβολή του στην αναμόρφωση του ιστορικού κέντρου μετά την καταστροφική πυρκαγιά του 1917.

Ο Μοδιάνο αναλαμβάνει το έργο και εμπνέεται από το τελωνείο Σίκρετζι στην Κωνσταντινούπολη. Επιλέγει μάλιστα τον Λεβαντίνο -γαλλικής καταγωγής- αρχιτέκτονα Αλεξάντερ Βαλόρι (Alexandre Vallaury), ο οποίος επίσης σπούδασε στο Παρίσι. Ο Βαλόρι ήταν ο πρώτος και μοναδικός καθηγητής του Τμήματος Αρχιτεκτονικής της Αυτοκρατορικής Σχολής Καλών Τεχνών ("Sanayi-i Nefise-i Şahane Mektebi") στην Κωνσταντινούπολη για περίπου 30 χρόνια (1882-1911)-σήμερα η Σχολή ονομάζεται Mimar Sinan University of Fine Arts.

Μοδιάνο και Βαλόρι συνεργάζονται άψογα για την ανέγερση του τελωνείου στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και πέρα από τον εκλεκτικιστικό χαρακτήρα του και τις εμφανείς γαλλικές διακοσμητικές επιρροές του, το κτήριο αποτελεί μία καινοτόμο κατασκευή, καθώς είναι το πρώτο στην πόλη που κατασκευάζεται με σκελετό από οπλισμένο σκυρόδεμα. Ο Μοδιάνο κι ο Βαλόρι τοποθέτησαν ως επιβλέποντα του έργου τον Γάλλο μηχανικό, Φρανσουά Ενεμπίκ (François Hennebique), ο οποίος παρότι αυτοδίδακτος ήταν αυτός που πατεντάρισε το 1892 το πρωτοποριακό σύστημα κατασκευής με οπλισμένο σκυρόδεμα και μέχρι το 1902 κατασκεύασε πάνω από 7000 κτήρια, υδατόπυργους και γέφυρες.

… και ο Αγγελόπουλος τον Χρυσό Φοίνικα
To κτήριο του παλιού τελωνείου, αποτελεί δείγμα εκλεκτικιστικής αρχιτεκτονικής με νεο-αναγεννησιακά στοιχεία και έντονη γαλλική επιρροή. Στόχος της Οθωμανικής Διοίκησης της πόλης ήταν να αφήσει ένα αποτύπωμα εκδυτισμού της Αυτοκρατορίας, γι΄αυτό και ακολουθήθηκαν τα γαλλο-δυτικά πρότυπα.
Το μήκος 200 μέτρων κτήριο, στέγασε τις υπηρεσίες του τελωνείου, καθώς και άλλα διοικητικά τμήματα που αφορούσαν τη λειτουργία του λιμανιού της Θεσσαλονίκης. Σήμερα φιλοξενεί τον επιβατικό σταθμό, εξυπηρετώντας δρομολόγια προς τα νησιά του Αιγαίου και κρουαζιερόπλοια.

Παράλληλα, διατηρεί τον ιστορικό του χαρακτήρα ως ένα από τα πιο εμβληματικά κτήρια της παραλιακής ζώνης. Η επιλογή του από τον Θόδωρο Αγγελόπουλο για γυρίσματα της βραβευμένης με Χρυσό Φοίνικα ταινίας «Μια αιωνιότητα και μια μέρα», το 1998, ανέδειξε διεθνώς την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική και την ατμοσφαιρική σχέση του κτηρίου με τη θάλασσα και τον χρόνο.

Μια ιστορία πάνω σε στρώσεις μνήμης
Στο κατώφλι του λιμανιού, εκεί όπου η στεριά συναντά τη θάλασσα και ο χρόνος μοιάζει να κυλά με διπλό ρυθμό, το παλιό τελωνείο στέκει ακόμη ως σιωπηλός μάρτυρας μεταμορφώσεων. Πέτρες, σίδερο και σκυρόδεμα κρατούν μέσα τους ιστορίες ανθρώπων που έφτασαν ή έφυγαν, εμπόρων που διαπραγματεύτηκαν, ταξιδιωτών που περίμεναν με το βλέμμα χαμένο στον ορίζοντα. Από το πρώτο χτύπημα του ασημένιου σφυριού, με το οποίο ο Σαμπρί πασάς άνοιξε την πόλη προς τη θάλασσα, μέχρι τα βήματα των σημερινών επιβατών, ο ίδιος χώρος εξακολουθεί να αφηγείται μια ιστορία κίνησης και μετάβασης.

Άλλωστε το λιμάνι της Θεσσαλονίκης δεν υπήρξε ποτέ απλώς ένα σημείο εμπορίου. Ήταν και παραμένει ένας τόπος συνάντησης κόσμων, πολιτισμών και εποχών. Και το τελωνείο, με την αυστηρή του όψη και τις λεπτομέρειες που προδίδουν άλλες εποχές, θυμίζει πως κάθε σύγχρονη εικόνα της πόλης είναι χτισμένη πάνω σε στρώσεις μνήμης. Εκεί, ανάμεσα στον άνεμο και στις φωνές των ταξιδιωτών, η Θεσσαλονίκη συνεχίζει να κοιτά προς τα έξω, χωρίς ποτέ να ξεχνά από πού ξεκίνησε.
