«Ξέρω κάποιο αστέρι, αστέρι, αστεράκι που λάμπει χλωμό...». Οι στίχοι τής ταίριαζαν γάντι. Ένα μελαχρινό κορίτσι στα 25 του χρόνια, με μακρύ καρέ και μεγάλα μυωπικά γυαλιά, συνεσταλμένο, δεν γνωρίζει πως είναι αστεράκι, αλλά πολύ σύντομα θα γίνει αστέρι που η λάμψη του θα φωτίσει τον κόσμο. Βγαίνει στην πίστα με μακριά φούστα, μια μπλούζα κλειστή στον λαιμό και ερμηνεύει ένα τραγούδι σε στίχους Κώστα Πρετεντέρη και μουσική Μίμη Πλέσσα.
Ξέρω κάποιο αστέρι, αστέρι, αστεράκι
που λάμπει ψηλά
να σου το προσφέρω απόψε δωράκι
με παρακαλά.
Λέει πως στον λαιμό σου, ή και στο χεράκι
θα ζει πιο καλά
το μικρό εκείνο, αστέρι, αστεράκι
που λάμπει ψηλά.
Το κοινό του νυχτερινού κέντρου χειροκροτά, ξανά και ξανά, το κορίτσι σκύβει το κεφάλι με συστολή, αδυνατεί να πιστέψει την αποδοχή που λαμβάνει κι όταν αποσύρεται, τα γκαρσόνια της λένε πως «σήμερα το κέντρο ήταν γεμάτο», που σημαίνει πως οι 800 ψάθινες καρέκλες ήταν καλυμμένες.
Είναι Οκτώβριος του 1959 και η Θεσσαλονίκη καλοδέχεται στο νυχτερινό κέντρο «Λουξεμβούργο» τη Νάνα Μούσχουρη και το «Κάποιο αστέρι», που δεν ήταν τυχαίο τραγούδι. Της έδωσε το δεύτερο βραβείο στο Α’ Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού που έγινε στη Θεσσαλονίκη το 1959, ενώ το πρώτο πήρε πάλι η ίδια με το «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου» του Μάνου Χατζιδάκι. Το 1960 κέρδισε και πάλι το πρώτο βραβείο με δύο τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι, που ισοψήφiσαν, «Κυπαρισσάκι» και «Τιμωρία» και λίγους μήνες μετά φεύγει για τη Βαρκελώνη, όπου θα κερδίσει το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Μεσογειακού Τραγουδιού με το «Ξύπνα αγάπη μου», του Κώστα Γιαννακίδη. Από και πέρα ο δρόμος για διεθνή καριέρα άνοιξε.

Ούτε όμως και το νυχτερινό κέντρο όπου εμφανιζόταν ήταν μια τυχαία επιλογή. Το «Λουξεμβούργο» μεσουρανούσε εκείνη την εποχή στη διασκέδαση και ενδεικτικό της αίγλης που απολάμβανε είναι το γεγονός πως έδωσε το όνομά του σε ολόκληρη την περιοχή όπου βρισκόταν, στη σημερινή οδό Πιττακού, στο Ποσειδώνιο. Ήταν παραθαλάσσιο, άνετο, πολυτελές και δεχόταν πελάτες με αυστηρή λίστα κρατήσεων. Είχε εξαιρετική κουζίνα και φιλοξενούσε ορχήστρες από την Ελλάδα και το εξωτερικό.

Το μόνο ασυνήθιστο με αυτό το νυχτερινό κέντρο ήταν πως λειτουργούσε στους εγκαταλελειμμένους χώρους ενός παλιού καθολικού μοναστηριού. Η έναρξή του τοποθετείται στα 1931 και πρώτος ιδιοκτήτης του ήταν ο Αθανάσιος Ροκάκης κι αργότερα ο γιος του, Γιώργος. Στα 1958 από την οικογένεια Ροκάκη πέρασε στις επιχειρήσεις Κούμπου, μέχρι το 1966 οπότε και έκλεισε.
Το «Λουξεμβούργο» άνοιγε το μεσημέρι για γεύματα με εκλεκτά κρέατα και ψάρια. Τα τραπεζάκια έβγαιναν στην παραλία και οι πελάτες απολάμβαναν το γεύμα τους δίπλα στο κύμα και τους εργάτες από τους αρσανάδες.

Όταν σουρούπωνε τα τραπεζάκια μαζευόταν και άρχισε το μουσικό πρόγραμμα στον εσωτερικό χώρο, στον οποίο κάποιες φορές δινόταν και παραστάσεις καμπαρέ με νόστιμες γαλλιδούλες που αναστάτωναν τον ανδρικό πληθυσμό. Εκεί η πασίγνωστη στην εποχή της και στην πόλη Γαλλίδα στριπτιζέζ Ρίτα Κάντιλακ, παρουσίαζε ένα πρωτόγνωρο για τους Θεσσαλονικείς πρόγραµµα κι ένας αστικός μύθος λέει πως εξαιτίας της κινδύνεψαν να… κλείσουν σπίτια κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ΄60.
Συχνά εμφανιζόταν η ορχήστρα «Πάρμεν», του σαξοφωνίστα Παρμενίωνα Αντωνιάδη -που της έδωσε και το όνομά του- με τον Διδίλη στο πιάνο, τον Λαγόπουλο στο βιολί, τον Πώλ Κεφάτο στα ντραμς και τη Μαίρη Πάρμεν στο τραγούδι. Εκεί επίσης και η ορχήστρα του Αλέκου Σπάθη με την ερμηνεύτρια -και σύζυγό του- Μαίρη Μοντ, που ήταν στενοί φίλοι της Ρένας Βλαχοπούλου. Παρουσίαζε ελαφρολαϊκό πρόγραμμα και αγαπημένες μελωδίες.
Το «Λουξεμβούργο» είχε παράδοση στις ιταλικές ορχήστρες, όπως την περίφημη για την εποχή της Demoni που έμεινε για αρκετούς μήνες στη Θεσσαλονίκη το 1963, μαζί τους και ο Ιταλός τραγουδιστής Σέρτζιο Ενρίγκο με το δημοφιλές τραγούδι «Io che amo solo te».
Το αδιαχώρητο δημιουργούνταν όταν εμφανιζόταν η ορχήστρα του Θεόφιλου Κλέπφερ με τη γοητευτική Τζίλντα, ουγγρικής καταγωγής, τον Αγάπιο Χατζηνάσιο, πατέρα του συνθέτη Γιώργου Χατζηνάσιου στο βιολί και τον ακορντεονίστα Κώστα Καρανίκα, που ήταν επίσης τραγουδιστής και συνθέτης ελαφρολαϊκών τραγουδιών.

Ένα περιστατικό ενδεικτικό της έντονης διασκέδασης περιγράφεται στο βιβλίο του Στράτου Σιμιτζή, «Κάποτε στη Θεσσαλονίκη»: «Καπνέµποροι που γλεντούσαν στο “Λουξεµβούργο”, µια νύχτα όταν ήρθαν στο τσακίρ κέφι φόρτωσαν το πιάνο σε καΐκι, πήραν και την ορχήστρα και συνέχισαν το γλέντι τους εν πλω. Όταν το κέφι έφτασε στο κατακόρυφο πέταξαν το πιάνο στη θάλασσα. Την επόµενη έστειλαν στη διεύθυνση του “Λουξεµβρούργου” ένα καινούργιο πιάνο». Αρκετές άλλες ιστορίες κυκλοφορούν για το νυχτερινό κέντρο που ήταν αγαπημένο στέκι της κοσμικής Θεσσαλονίκης μεταπολεμικά και για πολλά χρόνια.
Ονομαστά έμειναν τα σόου του κονφερασιέ και τραγουδιστή Γιώργου Οικονομίδη. Λέγεται μάλιστα πως πολλοί νέοι και νέες που έμεναν απ΄έξω, συνήθως φοιτητές και φοιτήτριες που δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στον λογαριασμό σκαρφάλωναν στα πλοία από τον αρσανά για να δουν ή έστω μόνο να ακούσουν την παράστασή του. Κάποιο βράδυ ο Οικονομίδης, που τους πήρε πρέφα, φώναξε από μικροφώνου κοιτώντας προς τα καράβια «αρέσει το πρόγραμμα στη γαλαρία;», και οι νεαροί ξέσπασαν σε χειροκροτήματα και επιφωνήματα αποθέωσης.

Το πέρασμα του Στέλιου Καζαντζίδη από το «Λουξεμβούργο», έχει σημαδέψει την ιστορία του μαγαζιού. Σύμφωνα με τα όσα διηγήθηκε ο ίδιος ο Καζαντζίδης στον Βασίλη Βασιλικό (στο πλαίσιο της αυτοβιογραφικής τους συνεργασίας για το βιβλίο «Υπάρχω: Ο Στέλιος Καζαντζίδης μιλάει στον Βασίλη Βασιλικό»), η εμφάνισή του στο νυχτερινό κέντρο ήταν μια πρωτοποριακή για την εποχή στιγμή. «Στο "Λουξεμβούργο", δεν είχε ξαναμπεί μπουζούκι. Με το που έπαιξα, νομίζω πως έσπασαν τα ταμεία. Γινόταν το σώσε στο "Λουξεμβούργο". Εμείς βγαίναμε δυο φορές τη βραδιά. Ο κόσμος ήθελε να ακούσει Καζαντζίδη. Ο Μουσχουντής (ο γνωστός αντικομμουνιστής αστυνομικός διευθυντής, κουμπάρος του Τσιτσάνη) είχε επιστρατεύσει σχεδόν τη μισή χωροφυλακή για να επιβάλλει την τάξη. Δεν ξέρω αν θυμάσαι, το μαγαζί δεξιά και αριστερά είχε κάτι καρνάγια. Εκεί ήταν αραγμένα μεγάλα καΐκια. Τα πιτσιρίκια ανεβαίνανε στα κατάρτια. Μιλάμε για πολύ κόσμο. Λαοπλημμύρα. Μέχρι ένα μίλι στη θάλασσα ήταν βάρκες με κόσμο. Με φαναράκια, με τα ουζάκια τους, είχε κάτι μπουνάτσες ωραίες, ο κοσμάκης καθότανε εκεί μέχρι να σχολάσουμε. Παραγγελιές μας στέλνανε από όλο τον Θερμαϊκό», θυμόταν ο Καζαντζίδης.
Ο Χάρρυ Κλυνν έκανε εκεί τα πρώτα του βήματα. Όπως αναφέρεται στο βιβλίο «οι Ταβέρνες της Παλιάς Θεσσαλονίκης» του Κώστα Τομανά, «...ο Χάρρυ Κλυνν πήρε τα πρώτα μαθήματα τραγουδιού και ηθοποιίας παρακολουθώντας τα νούμερα των καλλιτεχνών σκαρφαλωμένος στο μαντρότοιχο του κέντρου Λουξεμβούργο».

Και μια αναλήθεια
Ένας αστικός μύθος συνδέει το «Λουξεμβούργο» με την υπόθεση της δολοφονίας του Αμερικανού δημοσιογράφου, Τζορτζ Πολκ, τον Μάιο του 1968. Λέγεται πως ο Πολκ είχε εκεί το τελευταίο του γεύμα -άγνωστο με ποιους- και μάλιστα έφαγε αστακό με αρακά, πριν απαχθεί και ανασυρθεί πνιγμένος και δεμένος χειροπόδαρα από τον Θερμαϊκό.
Η ιστορική έρευνα, απέδειξε πως το στοιχείο αυτό που εμφανίστηκε στη δίκη για τη δολοφονία Πολκ δεν ήταν αληθές. Στην πραγματικότητα ο Πολκ ποτέ δεν είχε περάσει από το «Λουξεμβούργο». Ήταν ένα από τα πολλά ψεύδη της δίκης -παρωδίας σε βάρος του δημοσιογράφου Γρηγόρη Στακτόπουλου, του οποίου η αθωότητα αποκαταστάθηκε μετά θάνατον.

Κι ύστερα, τα φώτα έσβησαν
Το «Λουξεμβούργο» χάθηκε όπως χάνονται όλα τα μεγάλα στέκια: όχι απότομα, αλλά σιγά σιγά, αφήνοντας πίσω του ιστορίες που μπλέκονται με τη μνήμη και τον μύθο. Οι ψάθινες καρέκλες άδειασαν, τα μικρόφωνα σκονίστηκαν, τα ποτήρια και τα άλλα κουζινικά αράχνιασαν και ο Θερμαϊκός κράτησε μόνο τους απόηχους από γέλια, χειροκροτήματα και μελωδίες που κάποτε ταξίδευαν μέχρι τα καΐκια.
Όμως τίποτα δεν χάνεται πραγματικά.
Σε κάθε αφήγηση παλιών Θεσσαλονικιών, σε κάθε αναφορά σε εκείνες τις νύχτες, το «Λουξεμβούργο» ζωντανεύει ξανά: με τα φώτα του αναμμένα, τις ορχήστρες στη θέση τους και το κοινό να περιμένει το επόμενο τραγούδι. Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, ένα κορίτσι με μεγάλα γυαλιά συνεχίζει να τραγουδά για ένα μικρό αστέρι. Ίσως γιατί τελικά, κάποιες λάμψεις δεν σβήνουν ποτέ, απλώς περνούν από γενιά σε γενιά, σαν ψίθυρος πάνω στο κύμα.
Σήμερα το... Λουξεμβούργο
Στη θέση του «Λουξεμβούργου» ορθώθηκε στη συνέχεια μια πολυκατοικία 8 ορόφων, η οποία σταδιακά εγκαταλείφθηκε.

Πριν από περίπου 2 χρόνια την πλήρη ανακαίνιση του κτηρίου ανέλαβε η εταιρεία I.T.G. με στόχο τη ριζική αναμόρφωση των εσωτερικών και εξωτερικών χώρων, προκειμένου να μεταμορφωθεί σε μια μοντέρνα οκταώροφη πολυκατοικία με 18 πολυτελή διαμερίσματα προς πώληση. Ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες της Voria, το project ναυάγησε και το κτήριο παραμένει αναξιοποίητο στο μεγαλύτερο μέρος του και στην κατοχή των προηγούμενων ιδιοκτητών του.